Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ (τι πρέπει να γνωρίζουμε)


Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ

(τι πρέπει να γνωρίζουμε)

Λίγα λόγια γενικά

      Η Αγία μας Εκκλησία εκτός από τα επτά Μυστήρια δια των οποίων χαρίζεται, μετοχετεύεται, προσφέρεται και παρέχεται η αγιαστική Χάρις του Αγίου Πνεύματος έχει και κάποιες άλλες τελετές με τις οποίες παρέχεται χάρις, ευλογία, θεραπεία και πνευματική ωφέλεια στους πιστούς αλλά και στην κτίση ολόκληρη.

      Μεταξύ αυτών είναι και ο Αγιασμός των Υδάτων, Ακολουθία που με τις ευχές που περιέχει, ο Ιερέας παρακαλεί τον Θεό όπως το νερό αγιασθή και αποκτήσει «δύναμη καθαρτική και ενέργεια, γίνει δώρο αγιασμού, αμαρτημάτων λυτήριον, ίαμα ψυχών και σωμάτων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον». Επίσης παρακαλεί τον Θεό το νερό του Αγιασμού να διώχνει μακριά τον κίνδυνο από ορατούς και αόρατους εχθρούς ,έτσι ώστε εκείνοι που το λαμβάνουν να το χρησιμοποιούν για την ευλογία των σπιτιών τους, για τον αγιασμό των  ψυχών και των σωμάτων τους και να παίρνουν πλούσια την  χάρι της Αγίας Τριάδος που είναι« η πηγή του αγιασμού και πάσης χάριτος».

Πότε τελείται ο Αγιασμός

Κάθε πρώτη του μηνός η Εκκλησία τελεί στους Ναούς τον Αγιασμό, ενώ κατά την επιθυμία των πιστών τελείται και σε άλλες περιπτώσεις της καθημερινής μας ζωής όπως κατά την θεμελίωση νέου σπιτιού η άλλης οικοδομής, κατά τα εγκαίνια του νέου σπιτιού, του νέου καταστήματος, του νέου αυτοκινήτου, του Σχολικού έτους, του Κατηχητικού έτους και άλλων πνευματικών δραστηριοτήτων, τελείται για ευόδωση της εργασίας, για ίαση ασθενειών, κατά της βασκανίας και των άλλων δαιμονικών επιθέσεων κ.τ.λ.Στα Ευχολόγια της Εκκλησίας μας(Μεγάλο και Μικρό)υπάρχουν πάρα πολλές ευχές η οποίες λέγονται ανάλογα με την περίσταση που ο Ιερέας τελεί τον Αγιασμό, ενώ είναι αυτονόητο ότι για να υπάρξουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα μετά την τέλεση του, απαιτείται η ενσυνείδητη συμμετοχή του πιστού και η επιθυμία του να προσελκύσει με τον προσωπικό του αγώνα την Θεία Χάρι.

Τι είναι Αγιασμός;

«Αγιασμός των Υδάτων είναι η τελε-τουργική Πράξη δια  της οποίας το νερό καθαγιάζεται με ορισμένες Ευχές και επικλήσεις της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, καθώς και με την σταυροειδή ευλογία και εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού. Η Τελετή αυτή λέγεται Αγιασμός ακριβώς γιατί με το ευλογημένο νερό, με την μετάληψη και τον ραντισμό πιστεύουμε ότι αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε από τις αμαρτίες μας. Γι΄ αυτό παρακαλούμε τον Θεό όπως το αγιασμένο νερό  θεραπεύσει τις ψυχές και τα σώματα μας και να αποτρέψει κάθε σατανική δύναμη» .

Η χρησιμοποίηση αγιασμένου νερού συναντάται σε πολύ παλαιούς χρόνους της ζωής των χριστιανών. Από αρχαίους Εκκλησιαστικούς ιστορικούς μαθαίνουμε για θαύματα που έγιναν με τον ραντισμό του αγιασμένου νερού. Επίσης υπάρχει μαρτυρία η οποία μας πληροφορεί ότι Αγιασμός γινόταν κάθε μήνα στο παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως παρουσία των Βασιλέων. Έτσι εξηγείται και το τροπάριο «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου…νίκας τοις βασιλεύσι..»που ψάλλεται όταν βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός στο νερό.

Υπάρχει διαφορά Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού;

«Ο Αγιασμός είναι Αγιασμός, είτε δίδεται την παραμονή των Φώτων, είτε την ίδια ημέρα είτε στο σπίτι. Δεν έχει διαφορά ο μικρός από τον μεγάλο αγιασμό. Λέγεται Μικρός η Μεγάλος, επειδή οι ευχές είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες, επειδή παρατείνεται περισσότερο η λιγότερο η σχετική ακολουθία. Θεαματικά είναι αυτά. Δεν σημαίνουν ουσία προκειμένου περί του καθαρού νερού που βρίσκεται στην λεκάνη. Το αγιασμένο νεράκι του Μικρού Αγιασμού, διατηρείται χρόνια όπως και το νεράκι του Μεγάλου λεγομένου Αγιασμού» .

Η Ακολουθία.

 Η ακολουθία του μικρού Αγιασμού που τελείται τακτικότερα (ενώ του Μεγ. Αγιασμού τελείται δύο φορές τον χρόνο παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων) ξεκινά με την ανάγνωση του «Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου..»και συνεχίζεται με την ψαλμωδία τροπαρίων της Παναγίας μας καθώς και του Αγίου μας. Αφού διαβαστεί  ο ψαλμός« Ελέησον με ο Θεός…» ψάλλεται ο Κανόνας της Παναγίας τα τροπάρια του οποίου αντιστοιχούν στα 24 γράμματα της Αλφαβήτου (Ακροστιχίδα).Κατόπιν αφού ψάλλούν και άλλα τροπάρια (επί το πλείστον της Παναγίας) ακολουθεί ο Τρισάγιος Ύμνος, ο Απόστολος ο οποίος αναφέρεται στην επιθυμία του Κυρίου να μας αγιάσει και να μας σώσει σαν αδελφούς και παιδιά του και το Ευαγγέλιο το οποίο αναφέρεται στο νερό της κολυμβήθρας της Βηθεσδά το οποίο αφού αγιαζόταν με την παρουσία Αγγέλου θεράπευε τις σωματικές ασθένειες των ανθρώπων. Στην συνέχεια λέγονται οι δεήσεις και οι ευχές δια των οποίων αγιάζεται το νερό και ιδιαιτέρως την στιγμή που ο Ιερέας το ευλογεί σταυροειδώς με το χέρι του. Ακολουθεί η «Βάπτιση» του Τιμίου Σταυρού στο αγιασμένο νερό, ο ραντισμός του χώρου που τελείται η ακολουθία, η ευλογία των πιστών με το αγιασμένο νερό και η προσκύνηση του τιμίου Σταυρού. Κατόπιν διαβάζεται η για την περίσταση κατάλληλη Ευχή, μνημονεύονται τα ονόματα για χάρη των οποίων τελείται ο Αγιασμός και γίνεται Απόλυση.

Τι χρειάζεται;

Για να τελεσθεί ο Αγιασμός χρειάζεται μια μικρή λεκάνη με καθαρό νερό, λίγο βασιλικό η δενδολίβανο, το θυμιατήρι του σπιτιού και το κανδήλι. Ο Ιερέας θα έχει μαζί του το επιτραχείλιο, το Ευαγγέλιο, τον Σταυρό και το «Ευχολόγιο». Σε ένα χαρτί γράφουμε τα ονόματα της Οικογένειας μας η οποία πρέπει να είναι παρούσα  και συμπροσευχόμενη στην ακολουθία.

Κάτι σαν επίλογος.

«Μπορούμε στο σπίτι μας να έχουμε Αγιασμό, αρκεί να μην τον ξεχνάμε στο εικονοστάσι, αλλά να τον χρησιμοποιούμε κάθε φορά που παρουσιάζεται ανάγκη». Είναι ευλογία και μια «καλή και ευλογημένη συνήθεια» να πίνουμε καθημερινά Αγιασμό πριν πάρουμε το πρωινό μας και αφού έχουμε πλύνει το πρόσωπο μας εκτός βέβαια  αν έχουμε να κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων. Αν κοινωνήσουμε τότε τρώμε πρώτα το Αντίδωρο μας και ύστερα πίνουμε τον Αγιασμό ο οποίος βρίσκεται μόνιμα στον πρόναο της Εκκλησίας μας.

Με την καθημερινή επαφή μας με τον Αγιασμό βάζουμε ολόκληρη την ημέρα μας κάτω από την ευλογία του Θεού ενώ δεν παραλείπουμε την συμμετοχή μας τακτικά στο Ποτήριο της Ζωής με την Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού μας γεγονός που μας χαρίζει τον κατ΄ εξοχήν Αγιασμό, την Ευλογία και την Σωτηρία.

Πηγὴ: inagiounikolaoutouneou.gr

Advertisements

Η Γευγελή στον Μακεδονικό Αγώνα.


Η Γευγελή (Гевгелија) στον Μακεδονικό Αγώνα.

Γ. Θ. Βαφόπουλος

Tο να μιλεί κανείς από τούτο τό βήμα του πιο έγκυρου πνευματικου οργανισμού τής Βόρειας Ελλάδας είναι βέβαια μια τιμή.

Η Φιλόπτωχος Αδελφότητα Γευγελής
Οσο όμως μπορεί να κολακευθεί κανείς από μια τέτοια τιμή, αλλο τόσο κατέχεται από δισταγμό να τήν αποδεχθεί, γιατί κάθε τιμή έχει και τό αντίβαρο μιας ευθύνης.Αυτή τήν ευθύνη ένιωσα να με βαραίνει, δταν ό άξιότιμος πρόεδρος τής Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ό καθηγητής κ. Βαβουσκος, με προσκάλεσε να ένταχθώ στον κύκλο των ομιλητών, που θά διαπραγματεύονταν τό μεγάλο θέμα του Μακεδονικού ’Αγώνα.

Ή πολύχρονη έπίδοσή μου σ’ εναν ορισμένο τομέα τής ελληνικής πνευματικής ζωής με πλούτισε με τήν εμπειρία, ότι ενα από τα μειονεκτήματα τών Ελλήνων είναι ή εφεσή τους πρός τήν πολυπραγμωσύνη.
Πιστεύω πως   ό τόπος τούτος τότε μονάχα θά προκόψει, όταν ό καθένας μας περιορισθεί αυστηρά στον κύκλο, που εχει χαράξει γύρω του ή οποιαδήποτε αποκτημένη ειδικότητα του.

Ό κύκλος τής δικής μου ατομικής επίδοσης μπορεϊ να εφάπτεται που και που στον κύκλο τής ιστορίας, αλλά  οπωσδήποτε δεν ταυτίζεται μαζί της.
Με λίγα λόγια, δεν εχω καμια ειδική σχέση με τήν επιστημονική μέθοδο τής ιστορίας.
Κι ούτε φυσικά ήταν δυνατό, τώρα, σέ μια προχωρημένη ήλικία, να φιλοδοξήσω τή φθηνή δάφνη εστω και του ερασιτέχνη ιστορικού.

Και όμως, να που βρίσκομαι κι όλας πάνω στο βήμα τούτο, σέ μια κραυγαλέα άντίθεση πρός τις ίδιες μου τις άρχές και τήν ϊδια μου τήν πεποίθηση.

Γι αυτό νομίζω πως   οφείλω να δώσω μιαν εξήγηση. Ένέδωσα στήν πρόσκληση του κ. Βαβούσκου, γιατί δυο περιστατικά, από τήν παιδική μου ήλικία, κρατούνε καίρια θέση μέσα στή συνείδησή μου:

Τό πρώτο είναι μια οικογενειακή υποθήκη αίματος.
Του αίματος του δολοφονημένου πάππου μου, που φέρω τό όνομά του.
Ό Γεώργιος Βαφόπουλος, διδάσκαλος τών ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε τό πρώτο θύμα του Μακεδονικού ’Αγώνα στήν πατρίδα μου Γευγελή.
Τό δεύτερο περιστατικό σημαδεύει τήν ώρα τής γέννησής μου.
Τή νύχτα τής 24ης Αύγουστου 1903, με τό ’Ιουλιανό ήμερολόγιο, τα κλαψουρίσματα ενός νεογέννητου βρέφους συνοδεύονταν από τον πάταγο τής έκρηξης μιας βόμβας στή σιδηροδρομική γραμμή τής Γευγελής.
Ήταν ή ώρα που ό Μακεδονικός ’Αγώνας εμπαινε στήν τελευταία και σκληρότερη φάση του.

Πριν όμως προχωρήσω στα καθέκαστα αύτου τού ’Αγώνα, που χαρακτηρίζεται σαν τό μεγαλύτερο εθνικό γεγονός, μετα τήν ’Επανάσταση τού 1821, ύποχρεώνομαι από τό πνεύμα τής έποχής μας, να έπισημάνω τις ιστορικές διαφοροποιήσεις, που πραγματοποιήθηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, υστερ’ από τούς δυο μεγάλους παγκόσμιους πολέμους.

Ή διεθνής συνείδηση εχει πιά παραδεχθεί, πως   μετα από κάθε πόλεμο, όχι μονάχα ό ήττημένος, αλλά και ό νικητής θρηνεί πάνω στα ερείπια τής νίκης του.
Κι ή άλματώδης πρόοδος τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, που έχουν μηδενίσει σχεδόν τις άποστάσεις που χώριζαν άλλοτε τούς διάφορους λαούς, δημιούργησαν ενα καινούργιο κλίμα κοινωνικών επαφών και άνθρώπινων σχέσεων, ώστε να παραμερισθουν παλιές προκαταλήψεις και άκατανόητοι σήμερα φανατισμοί.

Δίπλα στο άρχαϊο και μόνιμο αίτημα δλων τών λαών γιά τήν εθνική τους άνεξαρτησία και τήν ελευθερία, ήδη προβάλλει και τό χριστιανικό αίτημα τής παγκόσμιας συμφιλίωσης και τής επί Γής Ειρήνης.

Μονάχα όταν πραγματοποιηθεί τό ιδανικό τής παγκόσμιας ειρήνης, θά ύπάρξει ή δυνατότητα να συνεχίσει τή ζωή του ό πλανήτης μας μέσα στο άπειρο Σύμπαν.

Ομως ή πραγματοποίηση τούτου του ιδανικού δε σημαίνει και τό θάνατο τής ιστορικής μνήμης. ’Αλίμονο άν ή άνθρωπότητα χάσει τήν ιστορική της μνήμη. Αύτό θά ισοδυναμούσε με τό σταμάτημα τής ροής του χρόνου. Ή ιστορική μνήμη μας χρειάζεται όχι γιά τήν άναζωπύρωση παλιών τυχόν προκαταλήψεων ή άκόμα και τραγικών λαθών.

Μας χρειάζεται γιά να άξιολογήσουμε «έν ψυχρώ» όσα δημιουργήθηκαν στον παρωχημένο χρόνο, να ξεχωρίσουμε τα θετικά της στοιχεία και άπορρίψουμε τα άρνητικά, ώστε νάμαστε σε θέση να βοηθήσουμε στήν εξεύρεση τής άντίκειμενικής ιστορικής άλήθειας.

Δεν πρέπει ν’ άγνοούμε ότι στήν ιστορία όλων τών έθνών ή ύποκειμενική κρίση και ό άνθρώπινος συναισθηματισμός βοήθησαν στή δημιουργία πολλών μύθων. και ή νεώτερη ελληνική ιστορία άκόμα δεν είναι άπαλλα- γμένη από τήν παγκόσμια τούτη άδυναμία.

Ώς έθνος ύποφέραμε και εξακολουθούμε να υποφέρουμε από ενα ψυχολογικό πλέγμα, που θά τό ελεγα «Έλλαδικό Τοπικισμό».

Γιά να περιοριστούμε μονάχα στήν ιστορία τής Ελληνικής Επανάστασης του 1821, θά διαπιστώσουμε πως   στα βιβλία π.χ. τών Πελοποννησίων ιστορικών συγγραφέων διαφαίνεται ή πρόθεση τής προβολής του Μοραίτικου πνεύματος, ώς κύριου συστατικού των αγώνων του νεωτέρου Ελληνισμού, με τήν έξαρση τής μεγάλης μορφής του Κολοκοτρώνη.

Οί Ρουμελιώτες συγγραφείς, στήν προσπάθειά τους ν’ άποκαταστήσουν τήν ιστορική ισορροπία, προβάλλουν περισσότερο τό πνευμα τής Ρούμελης, με κυρίαρχο ήρωα τον Καραϊσκάκη.

Κι επρεπε κάποτε, πριν από πενήντα μόλις χρόνια, να έμφανισθουν, εντελώς περιστασιακά, τα «Ενθυμήματα» του Κασομούλη,
για να προβληθεί και τό πνεύμα τής Βόρειας Ελλάδας, που 
ό ρόλος της στή διαμόρφωση τής νεώτερης ελληνικής ιστορίας 
και ιδιαίτερα ή συμμετοχή της 
στήν Επανάσταση του 1821 είχεν εντελώς αγνοηθεί.

Κι είναι μια ευτυχής συγκυρία, που ενας σύγχρονος ιστορικός, ό καθηγητής ’Απόστολος Βακαλόπουλος, με τήν πεντάτομη «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», βάζει κάποια τάξη στα «έλλαδικά» σκαμπανεβάσματα τής νεώτερης ελληνικής ιστορίας.

Τό πνευμα τούτο του «Έλλαδικού Τοπικισμού» εϊναι υπεύθυνο γιά τό ιστορικό λάθος, που τοποθετεί τήν άρχή του Μακεδονικού ’Αγώνα στό ετος 1904.

Ή ιστορική αυτή άναλήθεια είναι ανάγκη ν’ αναιρεθεί.
Ό Μακεδονικός ’Αγώνας, όπως ήδη τονίσθηκε και από άλλους όμιλητές, είχεν άρχίσει ουσιαστικά τρεις περίπου δεκαετίες νωρίτερα,-γιά να κορυφωθεί στήν τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.
Τό ετος 1904 άποτελεϊ άπλώς τήν άφετηρία τής συμμετοχής του επίσημου Έλληνικου Κράτους, τό όποιο ώς τότε, γιά λόγους που θά ίδουμε στή συνέχεια, βρισκόταν σέ πλήρη αδυναμία να ελθει άρωγό σέ έκείνο τον ’Αγώνα.

Οί δολοφονίες Ελλήνων, που υπήρξαν τα πρώτα θύματα του Μακεδονικου ’Αγώνα, άρχισαν, τουλάχιστο στήν περιοχή τής Γευγελής, αρκετα χρόνια πριν από τήν έπίδικη χρονολογία του 1904. 

Και γιά να τεκμηριώσω, με άπτα στοιχεία τον ισχυρισμό μου, θ’ άναφερθώ στό βιβλίο του Γεωργίου Χατζηκυριακου, που τυπώθηκε στις άρχές του αιώνα μας, με τον τίτλο «Σκέψεις και έντυπώσεις έκ περιοδείας άνα τήν Μακεδονίαν».
Πράγματι, ό έμπνευσμένος έκεϊνος λειτουργός τής Παιδείας είχεν επιχειρήσει μια πολύχρονη και επίπονη περιοδεία σ’ ολόκληρη τή Μακεδονία, κατα τό τέλος του 19ου αιώνα.
Πέρασε κι από τή Γευγελή.
Άφου περιηγήθηκε ολόκληρη τήν περιοχή της, γράφει στό βιβλίο του:
«Έπεσκοπήσαμεν και τήν κοινότητα ταύτην και τό σχολείον και τάς εκκλησίας, εις μίαν των οποίων άνέγνωμεν επί επιταφίου πλακός τον μαρτυρικόν θάνατον του φιλοπάτριδος ίατρου Κυβερνίδου, ώς και του γενναίου προμάχου τής ορθοδοξίας Βαφοπούλου, άμφοτέρων πεσόντων αύτόθι ύπό δολοφονικής Βουλγάρου χειρός».

Οί δυό αύτές δολοφονίες είχαν γίνει τό 1897, δηλαδή επτα όλόκληρα χρόνια πριν από τό 1904.
Ή δολοφονία του Βαφόπουλου, που άναφέρει ό Χατζηκυριάκου, ήταν ή μεγάλη τραγωδία τής οίκογένειάς μου.
Σας άνέφερα τούτο τό ιστορικό τεκμήριο, για να άποδειχθεί ότι ο Μακεδονικός ’Αγώνας βρισκόταν στήν κορύφωσή του ήδη από τα μέσα τής τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα.

Κι άς μου συγχωρηθεϊ παρακαλώ ή αναφορά στή δολοφονία του πάππου μου, που δέν εγινε φυσικά από πρόθεση φιλαυτίας, άλλ’ από τήν ανάγκη στήν προσφυγή μιας ιστορικής απόδειξης. και άλλοι πολλοί Έλληνες πριν και μετα απ’ αύτόν είχαν τήν ϊδια τραγική μοίρα.

Ή ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα άναμφισβήτητα δέν εχει άκόμα συντεθεί με απόλυτα τεκμηριωμένα κριτήρια.
Έτυχε να παρακολουθήσω στήν εφημερίδα «Μακεδονία» ολόκληρη σειρά δημοσιευμάτων, που είχαν προκύψει από τή μελέτη διαφόρων κρατικών άρχείων.
Ήταν πολύ φυσικό να υπήρχαν πολλά κενα στή σειρά αυτών τών δημοσιευμάτων, άφου τα κρατικά άρχεία γιά τον Μακεδονικόν ’Αγώνα άρχισαν να σχηματίζονται μετα τό 1903.

Και τα κενα αύτα τών δημοσιευμάτων τής «Μακεδονίας» έρχόντανε να τα συμπληρώσουν διάφοροι επιστολογράφοι, ή παρεμβολή τών οποίων όσο πολύτιμη κι άν ήταν, δημιουργουσε ώστόσο κάποια σύγχυση, γιατί ήταν φανερή ή προσπάθεια τής προβολής συναισθηματικών προσωπικών περιστατικών.
Άλλωστε και ή οργάνωση του πρόσφατου Συμποσίου, με τή συνεργασία του Ι.Μ.Χ.Α. και του Μουσείου του Μακεδονικου ’Αγώνα, κατα τήν όποίαν εγιναν τόσο σημαντικές άνακοινώσεις, απέδειξε ότι υπάρχει άκόμα πολύ άγνωστο υλικό γιά τή σύνθεση μιας τεκμηριωμένης ιστορίας του Μακεδονικου ’Αγώνα.

Θά ήθελα να έκφράσω μιαν εύχή πρός τήν Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, να προκηρύξει διαγωνισμούς γιά τή συγγραφή επιστημονικά τεκμηριωμένων πραγματειών, γιά όλα τα επί μέρους θέματα του Μακεδονικού ’Αγώνα.
Οί πραγματείες αύτές θ’ άποτελέσουν τή βάση γιά τή σύνθεση τής αυθεντικής ιστορίας τού ’Αγώνα.

Κι άς ερθουμε τώρα στον επί μέρους ρόλο τής Γευγελής στον Μακεδονικόν ’Αγώνα.

 ’Αλλά γιά να γίνει τούτο κατανοητό, πρέπει να δουμε τί ήταν ή Γευγελή.

Τό όνομά της φαίνεται πως   εχει βυζαντινή προέλευση.
Ό λαογράφος και ιστορικός Ί. Θωμόπουλος εγραψε πώς, κατα τον Γιουγκοσλάβο καθηγητή Πέτερ Σκόκ, τό όνομα Γευγελή προέρχεται από τή λέξη ζεύγλη, που σημαίνει ζευγολατειό, δηλαδή τσιφλίκι ή άγροτικό συνοικισμό.

Και πράγματι ή Γευγελή άρχικά ήταν τσιφλίκι.
Και νομίζω πως   ή ετυμολογία αύτή τής λέξης Γευγελή παίρνει μια ξεχωριστή σημασία, όταν μάλιστα προβάλλεται από τή γραφίδα ένός Γιουγκοσλάβου επιστήμονα.

Ή Γευγελή βρίσκεται στή θέση τής άρχαίας Είδομένης, τήν όποία αναφέρουν στα κείμενα τους ό Ηρόδοτος και άργότερα ό Θουκυδίδης.
Τό ελληνικό χωριό, που λέγεται σήμερα Είδομένη, βρίσκεται πολύ μακρυά από τή θέση τής άρχαίας Είδομένης.Του δόθηκε αυτό τό δνομα, γιά τόν άπλούστατο λόγο, ότι ή Γευγελή είχε μείνει από τήν άλλη πλευρά των συνόρων και δυστυχώς δεν είχαμε πιά τό δικαίωμα να δώσουμε σέ μια πόλη μιας ξένης επικράτειας τό παλιό έλληνικό της όνομα.

Κι έτσι τό δώσαμε στό πιό κοντινό έλληνικό χωριό, που λεγόταν παλιότερα Σέχοβο.

Τή Γευγελή θά τή δούμε να συνδέεται, κατα κάποιον τρόπο, και με τήν Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Τότε ή ’Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιά να έντοπίσει τήν εθνική εξέγερση τών Ελλήνων στήν άρχική της έστία, δηλαδή στό Μόριά και τή Ρούμελη, μετέφερε σέ διάφορα μέρη τής Μακεδονίας και ιδιαίτερα στήν περιοχή τής Γευγελής, συμπαγείς τουρκικούς πληθυσμούς, από τα βάθη τής Μικρας Άσίας. 

Οί τουρκικοί αυτοί πληθυσμοί θά χρησίμευαν σαν ενα φράγμα, που θά συγκρατούσε τήν επέκταση τής Επανάστασης πρός τόν βόρειο έλληνικό χώρο.

 Ωστόσο σέ πολλά σημεία τής Μακεδονίας οί Ελληνες έδρασαν εντελώς αυτόνομα.

Ή Γευγελή, με τό πέρασμα του χρόνου, εξελίχθηκε σέ μια μικρή αλλά  σημαντική πόλη.

Ή χάραξη τής σιδηροδρομικής γραμμής, που ένωσε τή Θεσσαλονίκη με τήν Εύρώπη, ήρθε ν’ άλλάξει τή μοίρα του παλιού χωριου.

Ή άμεση σύνδεσή της με τή Θεσσαλονίκη και τό πέρασμα τών ευρωπαϊκών συρμών δίπλα της εγιναν άφορμή να μετατραπεϊ, μέσα σέ λίγα χρόνια, σ’ ενα κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, που τής έδωσε άπίθανη ζωτικότητα και συνετέλεσε στήν άξιοποίηση ολόκληρης τής πλούσιας κοιλάδας του Άξιου.

Μπορεί κανείς εύκολα να φαντασθεί τό σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν οί καινούργιες αυτές συνθήκες ζωής στή διαμόρφωση του πληθυσμού τής Γευγελής.
’Εκτός από τούς περαστικούς ξένους εμπορικούς αντιπροσώπους, που με τήν παρουσία τους έδιναν εναν έντονώτερο τόνο στή ζωή τής Γευγελής, τήν εποχή κυρίως τής άγορας τών κουκουλιών και τόύ καπνου, υπήρχε κι ενας μόνιμος άριθμός από ξένους, που διάφορα συμφέροντα τούς είχαν κάμει να εγκατασταθούν έκεί.

Μέσα σέ τουτο τό μικρό άνθρώπινο μωσαϊκό κυριαρχούσαν τρεις ενότητες πληθυσμού: 
Οί Ελληνες, οί Τούρκοι και οί Βούλγαροι.

‘Όλοι μαζί δέν ξεπερνούσαν τις 8 ή 10 χιλιάδες.

Οί Τούρκοι άποτελούσαν τό στοιχείο, που κρατούσε στα χέρια του τήν εξουσία. Αύτοί είχαν τή διοίκηση με τόν Καϊμακάμη, αύτοί κατείχαν τό Μπελεντιέ, δηλαδή τή Δημαρχία, αύτοί δριζαν τήν άστυνομία, αύτοί διοικούσαν τούς στρατώνες.

Και πρέπει ϊσως έδώ να ειπωθεί, ότι ή τουρκική παράσταση είχε κάποια έξαρση, με τα αληθινα λαμπρά δημόσια κτίρια, που δέ διέφεραν καθόλου από τα δημόσια κτίρια τών άλλων πόλεων τής ’Οθωμανικής Αύτοκρατορίας.

Οί Τούρκοι λοιπόν είχαν τήν εξουσία. Μιαν εξουσία όμως που είχε χάσει τήν παλιά σκληρότητα της και βρισκόταν τώρα στήν παρακμή της. Μιαν εξουσία διαβρωμένη από τήν υπονόμευση τών ραγιάδων, που με τα άποκτημένα προνόμια τους, είχαν άρχίσει να διεισδύουν στή δημόσια ζωή και ν’ άλλάζουν τον τόνο τής κρατικής δραστηριότητας.

Ή τελευταία γενιά τής Τουρκοκρατίας δέ θυμαται βαρβαρότητες τών Τούρκων.
Ή άνοχή τους, κι άκόμα ή άδιαφορία τους, τούς έβαζαν κάποτε σέ δεύτερη μοίρα από τα αλλα δύο στοιχεία, τούς Ελληνες και τούς Βουλγάρους.

Πολλές φορές ή άδιαφορία τους εκείνη ήταν σκόπιμη, γιατί τούς βοηθούσε να φθείρουν τούς Χριστιανούς, με τό θανάσιμο άνταγωνισμό μεταξύ τους, που είχεν ήδη άρχίσει από κάμποσο καιρό. και νομίζω, πως   έδώ τοποθετείται ή κορυφαία στιγμή τής ιστορίας τής Γευγελής, που τήν εντάσσει ολόκληρη στον Μακεδονικόν ’Αγώνα.

Ό σκληρός εκείνος άγώνας ήταν μια αιματηρή φάση μέσα στήν ιστορία τών συγκρούσεων τής έλληνικής ιδέας με τό σλαυϊκό πνευμα.

Δεν είναι στό σχέδιο τής ομιλίας μου να έξηγηθεί πως   πραγματοποιήθηκε ή σλαυϊκή διείσδηση σ’ ολόκληρο τό χώρο τής Μακεδονίας.

Θάταν αρκετή νομίζω μια σύντομη άνασκόπηση τών ιστορικών δεδομένων από τό 1872 κι εδώθε, από τήν εποχή δηλαδή του Βουλγαρικού ’Εκκλησιαστικού Σχίσματος, που άποτελεί και τήν άφετηρία τού Μακεδονικού ’Αγώνα.

Είναι γνωστό πως   τό έλληνικό φρόνημα έπέζησε μετα τήν Άλωση, μόνο χάρη στήν Ελληνική ’Ορθόδοξη Εκκλησία.

 Ό υπόδουλος έλληνισμός στή θέση τού παλιού Αύτοκράτορα είχε τώρα γιά άρχηγό του τον Πατριάρχη τής Κωνσταντινούπολης. 

Τό λιγοστό σλαυϊκό στοιχείο, που ήταν διασπαρμένο στή Μακεδονία, από τα κατάλοιπα τών παλιών επιδρομών, θεωρούσε κι αυτό τόν Πατριάρχη σαν άρχηγό του.

Κι έπειδή τό σλαυϊκό αυτό στοιχείο δέν ανήκε σέ κανένα συγκεκριμένο έθνος, όλοι όσοι τό άποτελούσαν είχαν όνομασθεί Πατριαρχικοί. από τή μια μεριά λοιπόν υπήρχε τό καθαρά έλληνικό στοιχείο, που άποτελούσε τήν πλειονότητα τού πληθυσμού τής Μακεδονίας.
Κι από τήν αλλη μεριά οί λεγόμενοι Πατριαρχικοί.
Τό έλληνικό στοιχείο ήταν έκεϊνο που συντηρούσε, από γενιά σέ γενιά, τή βυζαντινή παράδοση και τό εθνικό φρόνημα.

Οί Πατριαρχικοί ήσαν άνθρωποι άπλοί, χωρίς καμια εθνική συνείδηση, ενας κόσμος πρόσφορος να δεχθεί επιδράσεις από τό έλληνικό στοιχείο, που στεκόταν σέ πολύ ψηλότερο επίπεδο πολιτισμού. και φαίνεται παράξενο πώς, άντίθετα, και τό κατώτερο αύτό σλαυϊκό στοιχείο είχε κάποιαν επίδραση στον ελληνικό πληθυσμό.
Κατάφερε, με τό πέρασμα του χρόνου, σέ διάφορες περιοχές, ίδίώς της βόρειας και δυτικής Μακεδονίας, να του μεταδώσει τή γλώσσα του.

Ή γλώσσα αύτή, όργανο επικοινωνίας άπλοϊκών άνθρώπων, ήταν ενα μίγμα από κατάλοιπα σλαυϊκών ιδιωμάτων, που δέχθηκαν τόσες επιδράσεις από τήν ελληνική- και τουρκική γλώσσα, ώστε στό τέλος διαμορφώθηκε σέ ενα ιδιότυπο γλωσσικό ιδίωμα, που εντελώς άνορθόδοξα τό είπαν σλαυομακεδονικό.

Ωστόσο αύτό τό άπλό γλωσσικό ιδίωμα, είχε μέσα του μια δύναμη.
Τή δύναμη που έχουν όλα τα άπλά και πρωτόγονα πράγματα. Και καθώς στα χρόνια τής δουλείας οί ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν σ’ ενα πνευματικό σκοτάδι, ή άπλή αύτή γλώσσα τούς ήταν βολικότερη να έκφράζουν τα άπλοϊκά τους συναισθήματα, γιά τα όποια ή πλούσια έλληνική γλώσσα ήταν πιά μια μεγάλη πολυτέλεια.
Τό φαινόμενο αύτό άποτελεί μιαν άλήθεια, που ήρθε ή νεώτερη γλωσσολογική έρευνα να τό επιβεβαιώσει,

Αύτή ήταν ή κατάσταση στή Μακεδονία ώς τό 1872, όταν εγινε τό Βουλγαρικό Εκκλησιαστικό Σχίσμα.
Τότε στό βόρειο χώρο υπήρχε ή ισχυρή επίδραση τής Ρωσίας, που άπέβλεπε πάντοτε σέ μια έπέκτασή της πρός τό Αιγαίο, σέ βάρος τής Όθωμανικής Αύτοκρατορίας.

Και χρησιμοποιούσε κάθε μέσο, γιά να εδραιώσει στούς βόρειους λαούς τής Βαλκανικής Χερσονήσου μια φυλετική σλαυϊκή συνείδηση. με τήν οργάνωση μιας πανσλαυϊστικής διπλωματίας άρχισε μια διασπαστική κίνηση μέσα στούς κόλπους τής “Ορθόδοξης Εκκλησίας, που κατέληξε στή δημιουργία Αυτοκέφαλης Βουλγαρικής Εκκλησίας, τήν όποία τό Πατριαρχείο τής Κωνσταντινούπολης τήν έκήρυξε Σχισματική.

Έτσι ή Ρωσία κατάφερε να άποσπάσει από τήν έπίδραση του Πατριαρχείου ενα μεγάλο μέρος τής βόρειας περιοχής του Αίμου.
’Ακολούθησε ό Ρωσοτουρκικός πόλεμος, με άποτέλεσμα τή γνωστή και τερατώδικη Συνθήκη του ‘Αγίου Στεφάνου, που δημιουργουσε στήν καρδιά τής Χερσονήσου του Αίμου τή μεγάλη Βουλγαρία.
Φυσικά ή συνθήκη έκείνη, με τήν επέμβαση τών άλλων δυνάμεων, τροποποιήθηκε ριζικά.

Εμεινε όμως ή μικρή Βουλγαρία με τις μεγάλες φιλοδοξίες.

Τήν ϊδια εποχή, στήν άλλη άκρη τής Χερσονήσου, τό Ελληνικό Κράτος ζουσε τή δική του εθνική περιπέτεια.
Είχε κλείσει τον κύκλο τής πρώτης του δυναστείας με τον Όθωνα και τώρα άρχιζε ή νέα περίοδός του, με τον καινούργιο νεαρό του βασιλέα Γεώργιο.
Ή συνθήκη του ‘Αγίου Στεφάνου ήταν επόμενο να συγκλονίσει ολόκληρο τό Ελληνικό Έθνος, και να τό κάμει να ζητήσει τήν άποκατάσταση μιας ισορροπίας στα Βαλκάνια.

Αρχισε τότε ή κίνηση γιά τήν άπελευθέρωση τής Θεσσαλίας.
’Αλλά κι έδώ ή επέμβαση τών μεγάλων δυνάμεων εγινε αιτία του άτυχήματος τοί 1886 στα ελληνοτουρκικά σύνορα.
’Ακολούθησε μια περίοδος εσωτερικής άνωμαλίας, που κατέληξε στον άτυχο πόλεμο του 1897.

Ή Ελλάδα τώρα βρισκόταν πληγωμένη, ταπεινωμένη και έγκαταλειμμένη από τούς άλλοτε προστάτες της.

Γλύφοντας τίς πληγές της και ζητώντας να βρει τούς ύπεύθυνους εκείνου του πολέμου, είχε παρασυρθεία μια εσωτερική πολιτική περιπέτεια, που πολύ άργότερα, με τό κίνημα στό Γουδί, βρήκε τήν κάθαρσή της.

Στό μεταξύ όμως αύτό, ή Ελλάδα είχε άναστείλει κάθε φιλοδοξία και κάθε προσπάθεια γιά τήν άπελευθέρωση του άλλου υπόδουλου Ελληνισμού.

Ένώ άντίθετα, τό νεαρό βουλγαρικό κράτος, με τήν απεριόριστη βοήθεια τής τσαρικής Ρωσίας, είχεν αναπτύξει μια έκπληκτική δραστηριότητα γιά τόν έκβουλγαρισμό τής Μακεδονίας.

Ό άρχικός της στόχος ήταν οί Πατριαρχικοί. Με διάφορα μέσα, πρό πάντων με άφθονο χρήμα, προσπάθησε να τούς έμπνεύσει τήν πίστη, ότι ήσαν τα κατάλοιπα τών απογόνων τών σλαύων επιδρομέων κατα του Βυζαντίου και να τούς άποσπάσει από τήν έπιρροή του Πατριαρχείου. Κατάφερε σέ πολλά μέρη τής Μακεδονίας να ιδρύσει έξαρχικές εκκλησίες.

Άρχισε, δίπλα στα ελληνικά στοιχεία, τα μόνα που υπήρχαν, να στήνει δικά της βουλγαρικά.

Τό έλληνικό στοιχείο στήν άρχή βρέθηκε σέ κάποια σύγχυση.

’Έβλεπε πως   μια ξένη εχθρική δύναμη ερχόταν ν’ αλλάξει τή μοίρα του τόπου του.
Στήν άμηχανία του στράφηκε πρός τό Νότο, εκεί που είχε τοποθετήσει όλα τα όνειρά του, όλες τίς προσδοκίες του, τό ϊδιο τό πεπρωμένο του.
Είναι δύσκολο ν’ άντιληφθουμε σήμερα τί έσήμαινε γιά τούς Μακεδόνες ή Ελλάδα τήν εποχή εκείνη.
Τό ελεύθερο Έλληνικό Κράτος, ένώ τότε, γιά τόν ιστορικό παρατηρητή, δέν ήταν παρά μια έστία κομματικής φαυλότητας, γιά τόν άγνό Μακεδόνα πατριώτη ήταν ό ιερός τόπος, όπου είχαν καταφύγει όλα τα μεγάλα ιδανικά του άνθρώπου.

Ή Ελλάδα στή συνείδηση τών απλοϊκών κατοίκων τής Μακεδονίας είχε προσλάβει υπερκόσμιες διαστάσεις.
Οταν λοιπόν τό έλληνικό στοιχείο τής Μακεδονίας με άπελπισία διαπίστωσε πως   οί θύρες του Έλληνικου Κράτους ήσαν κλειστές, δέν του εμένε παρά ν’ άναλάβει τόν αγώνα μόνο με τίς δικές του δυνάμεις.
Κι άρχισε ή άντεπίθεση.
Οί πλούσιοι άνοιξαν τα κεμέρια τους.
Οί γέροι έβαλαν τή σοφία τους.
Οί νέοι όπλισαν τήν καρδιά τους.

Ό άγώνας ήταν σκληρός, γιατί ό άντίπαλος είχε όπλα ισχυρά:
τήν προπαγάνδα,
τό χρήμα και
τόν τρόμο.
Κι όταν πιά όλα τα μέσα του άνταγωνισμου έξαντλήθηκαν, άρχισαν οί δολοφονίες, οί σφαγές και οί έμπρησμοί.

Ό Μακεδονικός Αγώνας, στή νεώτερη έλληνική ιστορία, κατέχει μια θέση άληθινής εποποιίας.

Και παρουσιάζει τήν ιδιοτυπία δτι, ενώ ήταν ένας αγώνας γιά τήν άπελευθέρωση τής Μακεδονίας από τούς Τούρκους, γινόταν λιγώτερο εναντίον τών Τούρκων και περισσότερο κατα τών Βουλγάρων.

Ή Γευγελή και ολόκληρη ή περιφέρειά της έχει μια μεγάλη μερίδα στον ’Αγώνα τούτον.

Ειπώθηκε στήν άρχή ότι τή διοίκηση τήν είχαν στα χέρια τους οί Τούρκοι.
«Ομως τόν τόνο στή δημόσια ζωή τον έδιναν οί «Ελληνες κατα πρώτο λόγο, και κατα δεύτερο λόγο οί Βούλγαροι, που άνταγωνίζονταν βήμα πρός βήμα τούς Έλληνες.

Βέβαια ή θέση τής Γευγελής μέσα στήν πλούσια κοιλάδα τού Άξιού και πάνω στο δρόμο, που ένωνε τή Θεσσαλονίκη με τήν Εύρώπη, ήταν ή βασική αιτία τής γρήγορης εξέλιξής της.

«Ομως και ό μεγάλος και συνεχής άνταγωνισμός μεταξύ τού ελληνικού και βουλγαρικού στοιχείου, συνετέλεσε στήν κοινωνική της πρόοδο.

Τό πρώτο και μοναδικό σχολείο ήταν έλληνικό. 

Κι όταν κάποτε, με τή χορηγία του Αναστασίου Τσούφλη, ένός μεγάλου έθνικου ευεργέτη από τήν Ήπειρο, κτίσθηκε τό νέο λαμπρό κτίριο τής Αστικής Σχολής Γευγελής, τό έλληνικό στοιχείο είχε κερδίσει τή μεγάλη μάχη εναντίον τών Βουλγάρων.

Τό σχολείο έκείνο ήταν από τα ώραιότερα τής Μακεδονίας, και πλούσια εφοδιασμένο με όλα τα έποπτικά μέσα διδασκαλίας.
Γιά τήν ιστορία άξίζει ϊσως να ειπωθεί, ότι ό γνωστός στή Θεσσαλονίκη Μέγας Διδάσκαλος τού Τεκτονισμού, ό ’Ιωάννης Κωνσταντινίδης από τή Στρώμνιτσα, ήταν ένας από τούς διευθυντές του.

Πρώτος εκείνος, νεοφερμένος από τή Γερμανία, είχεν εισαγάγει τόν νέο τύπο τών διθέσιων θρανίων, που πολύ άργότερα τόν υιοθέτησαν και τα σχολεία τής Θεσσαλονίκης.

Από τό σχολείο τής Γευγελής πέρασαν έξαίρετοι διδάσκαλοι και παιδαγωγοί, ανάμεσα στούς οποίους αξίζει να μνημονευθεί ή παρουσία τού Δημοσθένη Χαρδαλια, πατέρα τού σημερινού Άντιδημάρχου Θεσσαλονίκης. Ό Δημοσθένης Χαρδαλιας άργότερα ύπήρξε Διευθυντής τού Διδασκαλείου Θεσσαλονίκης.

Μετα τό κτίσιμο τού θαυμάσιου σχολείου τής Γευγελής, οί Βούλγαροι έκαμαν τήν άντεπίθεσή τους. με τό άφθονο χρήμα τής Σόφιας, έκτισαν κι αυτοί ενα έπίσης λαμπρό σχολείο.

Τούς άκολούθησαν σέ λίγο και οί Σέρβοι, που με τήν προπαγάνδα τους είχαν ήδη δημιουργήσει μια μικρή εστία από λίγες οικογένειες πρώην πατριαρχικών.

Τό Σερβικό σχολείο λειτουργούσε μ’ ένα διδάσκαλο και με λίγους μαθητές.
«Ομως λειτουργούσε.
Γιατί αύτό επέβαλλε ή σέρβική προπαγάνδα, που φρόντιζε και να ντύνει άκόμα τούς φτωχούς μαθητές του.

Οί ‘Έλληνες είχαν δυο έκκλησίες: τήν παλιά μεταβυζαντινή τής Άναλήψεως και τή νεώτερη τής ‘Αγίας Τριάδος.
Οί Βούλγαροι δέν είχαν καμιά.
Εκκλησιάζονταν ώς τότε στήν εκκλησία τής Αναλήψεως.
Κι επειδή μετα τό Σχίσμα έπρεπε ν’ αποκτήσουν κι αύτοί δική τους εκκλησία, διεκδίκησαν, με τή βοήθεια των Τούρκων, τήν κατοχή τής ‘Αγίας Τριάδος.
Κατάφεραν να πάρουν και τήν έγκριση του Βαλή Θεσσαλονίκης, όμως δέν μπόρεσαν ουτε κάν να πλησιάσουν στήν Εκκλησία.

Οί ‘Έλληνες τή φρουρούσαν οπλισμένοι, έτοιμοι να πέσουν μπροστα στό νάρθηκά της.

Έπειτα από πολυχρόνιο αγώνα, οί ‘Έλληνες βγήκαν και πάλι νικητές.
Οι Βούλγαροι ισοφάρισαν τήν ήττα τους, κτίζοντας δική τους εκκλησία, άφιερωμένη στή μνήμη του Κυρίλλου και Μεθοδίου.

‘Ωστόσο οί ‘Έλληνες είχαν τα πρωτεία σ’ όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις.
’Οργάνωναν σχολικές γιορτές, γυμναστικές επιδείξεις, μαθητικές παρελάσεις.
Στή σκηνή τής μεγάλης αίθουσας του σχολείου, ερασιτέχνες έδιναν θεατρικές παραστάσεις.

Οί Βούλγαροι προπαθούσαν να τούς μιμηθούν.
Οί «Ελληνες είχαν οργανώσει λαμπρή φιλαρμονική, που κάθε Κυριακή εκαμνε τήν παρέλασή της στό μεγάλο κεντρικό δρόμο τής Γευγελής.
Σέ λίγο καιρό και οί Βούλγαροι κατάφεραν ν’ αποκτήσουν δική τους φιλαρμονική.

Έτσι λοιπόν, στον μικρόν έκείνο τόπο, ο άνταγωνισμός μεταξύ τών δύο στοιχείων πήρε τέτοιαν έκταση, δημιούργησε τέτοιες άντιθέσεις, εσπειρε τόσο μίσος, που ό άγώνας δέν άργησε να μεταβληθεί σέ ένοπλο.

«Οταν πιά οί Βούλγαροι είδαν πως   τό χρήμα και ή προπαγάνδα δέν ϊσχυσαν να κάμψουν τό φρόνημα τών Ελλήνων, άρχισαν τήν τρομοκρατία, με τήν οργάνωση ένοπλων συμμοριών από κομιτατζήδες.

’Ήδη έχει γίνει λόγος γιά τις πρώτες δολοφονίες.
Οί «Ελληνες μόνοι, χωρίς καμια βοήθεια, άνταπέδωσαν τα χτυπήματα.
Κι έτσι κάποτε φθάνουμε στό 1903, τήν εποχή που είχε κορυφωθεί ό Μακεδονικός ’Αγώνας, με τήν παρέμβαση πιά του επίσημου Έλληνικού Κράτους.

Τό Ελληνικό Κράτος ώς τότε, άπορροφημένο από τούς κομματικούς διαπληκτισμούς, δέν είχεν άκόμα συλλάβει, σ’ δλο τό βάθος, τό νόημα του Μακεδονικού ’Αγώνα.

’Αν τό Ελληνικό Κράτος είχε άντιμετωπίσει πολύ νωρίτερα τή σλαυϊκή επιβουλή, δέν υπάρχει καμια άμφιβολία δτι ή ξένη προπαγάνδα δέ θαβρισκε πρόσφορο έδαφος γιά διάβρωση.
Και σήμερα δε θαχε λόγους να μιλάει για «Μακεδονικό Ζήτημα» και για ξένες μειονότητες.

(Και στό σημείο αύτό παρακαλώ να μού έπιτραπεί μια παρένθεση. ’Απευθύνω έκκληση στα «φιλελληνικά αισθήματα» μερικών θερμοκέφαλων φιλάθλων τών άθηναϊκών ποδοσφαιρικών γηπέδων. ‘Όταν προπηλακίζουν, σέ δυσμενείς γι’ αύτούς περιστάσεις, τούς Θεσσαλονικείς ποδοσφαιριστές, παρακαλούνται, αν τούς βολεύει, να χρησιμοποιούν όποιαδήποτε έκφραση από τό σύγχρονο δυσώνυμο λεξιλόγιο, άλλά, γιά τό Θεό, ας μή χρησιμοποιούν άπαράδεκτους χαρακτηρισμούς, που έρχονται να ένισχύσουν τήν ξένη προπαγάνδα, γιά τό άνύπαρκτο «Μακεδονικό Ζήτημα». Υποθέτω πως   όλοι σας καταλαβαίνετε τί θέλω να πώ).

Τό επίσημο λοιπόν Έλληνικό Κράτος, μονάχα τήν έποχή έκείνη, γύρω στό 1903, κάτω από τήν πίεση τής ιστορικής πιά άνάγκης, που είχε ξεσηκώσει τις συνειδήσεις τών πατριωτών όλης τής Ελλάδας, άποφάσισε να έπέμβει γιά τή σωτηρία τής Μακεδονίας.

’Ήδη, άγαπητοί φίλοι, είστε άρκετα πληροφορημένοι γιά τα καθέκαστα τού Μακεδονικού ’Αγώνα, από τις εκθέσεις τών άλλων ομιλητών κι από τις συζητήσεις τού πρόσφατου Συμποσίου.

Γνωρίζετε πως   συγκροτήθηκε τό Έλληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο στήν ’Αθήνα και πως   άρχισαν να οργανώνονται τα πρώτα άνταρτικά σώματα, με άρχηγούς άξιωματικούς τού Έλληνικού Στρατού.

Αύτα τα σώματα τών Ελλήνων άνταρτών είχαν μια πανελλήνια σύνθεση, με νέα παλληκάρια από τό Μόριά, τή Ρούμελη, τήν Κρήτη, τα νησιά τού Αιγαίου και τού Ίονίου, άκόμα κι από τήν Κύπρο και τήν τουρκοκρατούμενη τότε Ήπειρο.

Σ’ αύτα τώρα είχαν ένταχθεί και οί Μακεδόνες άντάρτες, που ώς τότε μόνοι τους προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα, εντελώς άνοργάνωτοι. από τό 1903 και υστέρα, ό Μακεδονικός ’Αγώνας άρχισε να οργανώνεται από έπιτελείς τού έλληνικού στρατού.

Στήν περιοχή τής Γευγελής, ώς τή Στρώμνιτσα και τή Δοϊράνη, έδρασαν ομάδες με άρχηγούς τόν Μαζαράκη, τόν Κάκκαβο, τόν Έξαδάκτυλο, τόν Χρήστο Καραπάνο, τόν καπετάν Αύγέρη.
Δέν θά έπεκταθώ περισσότερο.

«Ολοι γνωρίζετε πως   σ’ ολόκληρο τό βόρειο χώρο, ό Μακεδονικός ’Αγώνας παρουσίαζε μια ομοιομορφία.

Θά περιορισθώ μονάχα ν’ άναφερθώ στα θύματα τής Γευγελής, που ήσαν πάμπολλα.

 Προύχοντες, παπάδες, διδάσκαλοι, άπλοι πατριώτες, που είχαν ταχθεί στήν ύπηρεσία τής έλληνικής ιδέας. 
Σ’ ενα μικρό βιβλίο τού διδασκάλου Ίω. Ξανθού περιλαμβάνεται ενας άτέλειωτος κατάλογος τών μαρτύρων τής περιφέρειας τής Γευγελής.

Από τούς άγωνιστές θ’ άρκεσθώ ν’ άναφέρω λίγα χαρακτηριστικά ονόματα.

Είναι οί πράκτορες Κων. Άβράσογλου, διευθυντής τού σχολείου, Χρ. Δέλλιου, Χαρίτων Χατζηζαφειρίου, Γκαίτε Τζοβαρόπουλος, διδάσκαλος τής γυμναστικής, Άθαν. Αρβανίτης, Βασ. και Διονύσιος Σιωνίδης, Μάρκος ’Αλεξίου, Βασ. Τσιορλίνης, Κρετσόβαλης, Θωμάς Βαφόπουλος, Γουσίδης, τής ίδιας οίκογενείας με τόν διακεκριμένο δημοσιογράφο τής πόλης μας κ. Γουσίδη. Κι άκόμα οί Μένος, Άβραμίδης, Χρ. Πιπέρης, Τσίτσος, Ματζιάρης κι ενας άλλος μεγάλος άριθμός άγωνιστών, γιά τούς όποιους παραπέμπω στό βιβλίο του Ίω. Ξανθού «Ιστορία τής Γευγελής».

Τό βιβλίο τουτο, ϊσως να μή διακρίνεται γιά τήν επιστημονική ιστορική μέθοδο, αλλά άποτελεί μια πλούσια πηγή τεκμηρίων, γιά τή συγγραφή τής αύθεντικής ιστορίας τής Γευγελής.

Τό τουρκικό σύνταγμα του 1908 εβαλε τέρμα στήν ένοπλη τουλάχιστο δράση του Μακεδονικού ’Αγώνα.
Όμως ό άνταγωνισμός μεταξύ τών Ελλήνων και τών οργάνων τής ξένης προπαγάνδας έξακολούθησε σιωπηρός, ώς τίς παραμονές του βαλκανικού πολέμου του 1912.

Ό πόλεμος εκείνος ήρθε σά μια δικαίωση τών αγώνων γιά τήν άπελευθέρωση τής Μακεδονίας.

Ή Γευγελή είχε τώρα κάθε δικαίωμα να προσδοκά και τή δική της ελευθερία.

Άλλωστε ενας παλιός θρύλος τό ελεγε καθαρά: Ή Ελλάδα θά εφθανε ώς έκεί που φυτρώνει ή ροδιά. Κι ή περιφέρεια τής Γευγελής είχε πολλές ροδιές στούς κήπους της.

Αλλά  ή διπλωματία τών κρατών παίζει τα δικά της παιχνίδια, ύπηρετώντας διάφορες σκοπιμότητες.

Μ΄ όλο που ή πατρίδα μου δοκιμάσθηκε πολύ κατα τό δεύτερο βαλκανικό πόλεμο του 1913, μ’ όλο που ή κοιλάδα του Άξιου ποτίσθηκε με τό αϊμα του τακτικού έλληνικου στρατού αυτή τή φορά, ώστόσο ή συνθήκη του Βουκουρεστίου ήταν αμείλικτη γιά τήν τύχη τής Γευγελής.

 Τήν παραχώρησε στούς τότε συμμάχους μας Σέρβους. 

Κι ήταν φυσικό οί συμπατριώτες μου να ξερριζωθουν από τα πατρικά χώματα και να ζητήσουν καταφύγιο σ’ άλλα χώματα τής ελεύθερης πατρίδας.

Κι είναι καιρός νομίζω να σταματήσω τήν ομιλία μου, γιατί όπου τελειώνουν τα γεγονότα, αρχίζουν να μιλούν τα αισθήματα.

Έπί τέλους τα ελεύθερα κράτη έχουν τή δική τους εξωτερική πολιτική κι οί ελεύθεροι πολίτες πρέπει να μή άντιδρουν πρός αυτή. από τήν εποχή του Μακεδονικού Αγώνα πέρασαν ογδόντα και τόσα χρόνια.

Στό διάστημα αυτό εγιναν πολλές κοινωνικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις.
Παλιοί εχθροί έδωσαν τα χέρια, καταρρίπτοντας τούς φραγμούς που τούς έχώριζαν άλλοτε.
’Ήδη ζουμε σ’ ενα καινούργιο κλίμα κοινωνικών επαφών και ανθρωπίνων σχέσεων.

Ή άνθρωπότητα ολόκληρη, παρά τίς δύσκολες συγκυρίες του καιρου μας, εχει ένστερνισθεί τα ιδανικά τής παγκόσμιας συμφιλίωσης και τής παγκόσμιας ειρήνης.

Ώστόσο δέν παύει να λειτουργεί και ή ιστορική μνήμη, που μας βοηθεί να κρίνουμε και να αξιολογούμε τίς μεγάλες επιτεύξεις τής ανθρωπότητας, αλλά  και τα τραγικά της λάθη.

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ


ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

ΤΙΘΕΝΤΑΙ ΥΠ᾿ ΟΨΙΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ ΚΑΤΟΠΙΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ 104 & 105/13/02/2012 ΕΓΚΥΚΛΙΩΝ ΤΗΣ Ι. Μ. ΘΗΒΩΝ ΚΑΙ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ

1: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ:

Α΄) ΔΕΝ ΤΕΛΟΥΜΕ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΓΑΜΟΝ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΙΝ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΝΥΜΦΩΝ.

(ΔΥΝΑΤΑΙ ΟΜΩΣ ΝΑ ΓΙΝῌ ΒΑΠΤΙΣΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ)

Β΄) ΔΕΝ ΤΕΛΟΥΜΕ ΓΑΜΟ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ.

Γ΄) ΕΠΙΜΕΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΕΜΝΟΠΡΕΠΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΝΥΜΦΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΝΥΜΦΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΣΥΓΓΕΝΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ.

(ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΣΑΡΕΛΑ)

Δ΄) Ο ΣΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΙΣ ΔΥΟ ΑΝΘΟΣΤΗΛΕΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΑΠΛΕΣ ΛΑΜΠΑΔΕΣ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ ΠΥΛΗΣ.

Ε΄)α:ΕΝΑΣ ΜΟΝΟΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΕΙΚΟΝΟΛΗΠΤΗΣ,

β: ΕΥΠΡΕΠΩΣ ΕΝΔΕΔΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ

γ: ΕΙΚΟΝΟΛΗΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΟΝΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΣΟΛΕΩΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ. ΔΕΝ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤΑ ΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ ΠΥΛΗΣ, ΤΟΝ ΑΜΒΩΝΑ, Η ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ, ΔΕΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΑ ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΩΣ ΕΞΕΔΡΕΣ ΛΗΨΕΩΣ, ΔΕΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ.

δ: ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ (ΟΜΠΡΕΛΛΕΣ)

ΣΤ΄) ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΔΥΟ Η ΤΟ ΠΟΛΥ ΤΡΕΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

(ΔΕΝ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ Ο ΝΑΟΣ ΣΕ ΣΤΟΥΝΤΙΟ).

Ζ΄) ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΡΙΨΙΣ ΡΙΖΙΟΥ.

Η΄) ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ.

Θ΄) ΟΙ ΝΕΟΝΥΜΦΟΙ ΔΕΝ ΠΑΤΑΝΕ ΠΟΔΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΟΣ (Ο ΓΑΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ).

2: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

Α΄) ΔΕΝ ΤΕΛΟΥΜΕ ΒΑΠΤΙΣΙΝ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ.

Β΄) Ο ΣΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΙΣ ΔΥΟ ΑΝΘΟΣΤΗΛΕΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΑΠΛΕΣ ΛΑΜΠΑΔΕΣ, ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ ΠΥΛΗΣ

(Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΟΡΤΗ).

Γ΄) ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΩΣ Ο ΣΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑΣ.

Δ΄) Η ΛΑΜΠΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΛΕΥΚΗ ΚΑΙ ΑΠΛΗ ΧΩΡΙΣ ΓΕΛΟΙΟΥΣ ΣΤΟΛΙΣΜΟΥΣ

ΠΟΥ ΥΠΟΒΑΘΜΙΖΟΥΝ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟ ΤΗΣ.

Ε΄) Ο ΑΝΑΔΟΧΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΝ ΕΝΑΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ, ΟΧΙ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 12 ΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΕΛΕΣΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΓΑΜΟ.

ΣΤ΄) ΕΠΙΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΗ ΣΕΜΝΟΠΡΕΠΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΩΝ.

Εθνοφυλετισμός και [η αποκαλούμενη] Εκκλησιακή «Διασπορά»


Εθνοφυλετισμός και [η αποκαλούμενη] Εκκλησιακή «Διασπορά»

Εισήγηση του π.Γρηγορίου Παπαθωμά, καθηγητή στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, στο ενδιαφέρον συνέδριο

1. Εθνοφυλετισμός, πηγή τροφοδοσίας της εκκλησιακής «Διασποράς»
2. Το εκκλησιο-κανονικό περιγεγραμμένο του Αυτοκεφάλου
3. Η αναδρομική κανονική λύση του ζητήματος της «Διασποράς»
4. Κράτος-Έθνος (État-Nation) και Έθνος-Κράτος σε σχέση με τη «Διασπορά»
5. Συμπερασματικές σκέψεις και κριτικές Παρατηρήσεις

Οι προπαρασκευαστικές εργασίες της μέλλουσας Αγίας και Μείζονος Πανορθοδόξου Συνόδου έχουν οριστικοποιήσει τον τελικό κατάλογο των υπό συζήτηση θεμάτων, και από 105 θέματα υπό εξέταση, που πρότεινε αρχικά η Συντακτική Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου (1961), κατέληξαν να προκριθούν μόλις 10 τελικά θέματα στην Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1976), τα οποία κρίθηκαν από αυτήν ως τα πλέον σημαντικά και άμεσης προτεραιότητας. Και ανάμεσα στα δέκα αυτά θέματα, το ζήτημα της «Διασποράς» κατείχε και κατέχει την πρώτη θέση. Κατά συνέπεια, το γενικό θέμα «Διασπορά», που θα μελετήσουμε μαζί και που έχει πρόκριτη θέση, είναι ύψιστης σπουδαιότητας και έχει ήδη τεθεί και μελετηθεί πολλές φορές  και μελετάται ακόμη, ακριβώς γιατί είναι πολυδαίδαλο και πολύπτυχο. Εμείς, εδώ, θα δούμε μία μόνο πτυχή από τις πάμπολλες που υφίστανται, αλλά μία πτυχή αξονική, η οποία έχει να κάνει με τη …γεννήτρια, κατά τη γνώμη μου, του προβλήματος, την πηγή τροφοδοσίας αυτού του ζητήματος. Και πηγή τροφοδοσίας της εκκλησιακής «Διασποράς» δεν είναι άλλη από τον εντοπισθέντα, πριν ακριβώς από ενάμιση αιώνα, συνοδικά Εθνοφυλετισμό. Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι σχετικά πρόσφατο, αλλά προηγείται του κοινωνικο-πολιτικού φαινομένου της Διασποράς καθ’ εαυτού και ανάγεται σε βάθος παρελθοντικού χρόνου, που ξεπερνά και την εμφάνιση του φαινομένου και την παθολογία του. Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερο μεθοδολογικό ενδιαφέρον να αρχίσουμε από τον Εθνοφυλετισμό, ο οποίος πριν να ευθύνεται για την εκκλησιακή «Διασπορά», φέρει και την ευθύνη γέννησης της Εθνικής Αυτοκεφαλίας και των σύγχρονων Εθνικών Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.

 1. Εθνοφυλετισμός, πηγή τροφοδοσίας της εκκλησιακής «Διασποράς»

 Ο Εθνο-φυλετισμός, ως όρος και ως νεολογισμός, επινοήθηκε ηθελημένα από την (πρώτη ιστορικά) Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872 να είναι ομοειδώς και εμφατικώς σύνθετος τεχνικός όρος (από το έθνος και φυλή), για να καταδείξει μία αιρετικής μορφής αλλοίωση, επελθούσα την εποχή εκείνη, στους κόλπους της Εκκλησίας. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύναξή μας εδώ να δούμε, γιατί η Πανορθόδοξη Σύνοδος υιοθέτησε ή, καλύτερα, κατασκεύασε αυτόν τον όρο, και τί μορφής αποκλίνουσα πραγματικότητα ήθελε να αποδώσει με αυτό. Πρώτα από όλα, ο φυλετισμός (από τη λέξη φυλή [ράτσα-raca, με τα ομοειδή του ρατσισμός, τριμπαλισμός]) αποτελεί την υιοθέτηση και εφαρμογή της αρχής των Εθνοτήτων στο εκκλησιακό πεδίο, της προτεραιότητας δηλ., εντός της Ιστορίας, της Φυλής και του Έθνους έναντι της Βασιλείας. Είναι η εκούσια και ενσυνείδητη άσκηση φυλετικής και εθνικής διάκρισης στους κόλπους της Εκκλησίας, δίδοντας προτεραιότητα στους φυλέτες (= στα μέλη της αυτής φυλής), τους ομόφυλους, και στους εθνίτες (= εκ του αυτού έθνους), τους ομοεθνείς, αποκλείοντας έτσι και εξ ορισμού τους ετεροφυλέτες και ετερόφυλους, τους ετεροεθνίτες και ετεροεθνείς στον συναπαρτισμό του εκκλησιαστικού σώματος. Με άλλα λόγια, στην κάθε απόπειρα πραγμάτωσης της Εκκλησίας εντός της Ιστορίας, εθνοφυλετισμός είναι η σύγχυση μεταξύ Εκκλησίας και Έθνους, η εξομοίωση – και μερικές φορές η ταύτιση – της Εκκλησίας με το Έθνος. Πρόκειται για την ιδιότυπη εκείνη περίπτωση συσχετισμού δύο μεγεθών, όπου ο Φυλετισμός φυλετεύει (= κάνει φυλέτη) και υποτάσσει την Εκκλησία στους ενδοκτισιακούς σκοπούς της φυλής και του έθνους ή, ακόμη χειρότερα, μεταχειρίζεται και χρησιμοποιεί την Εκκλησία, για να φυλετεύσει ετεροφυλέτες και ετεροεθνείς προς όφελος αποκλειστικά των σκοπών της φυλής και του έθνους. Από αυτό μπορούμε να αποδώσουμε και τον χαρακτηρισμό «(Εθνο)φυλετική Εκκλησία», δηλ. η «Εκκλησία των φυλετών [πρβλ. των εθνικών ημετέρων, των ομοεθνών]» (sic), άγνωστη ως εκκλησιακή κατηγορία και οντότητα, και ως εκκλησιολογική ύπαρξη στις δύο χιλιετίες τώρα της Ιστορίας της Εκκλησίας. Και παρ’ όλα αυτά, σήμερα, το αποκλίνον εκκλησιο-κανονικά αυτό γεγονός το έχουμε αναγάγει σε εκκλησιακή, αναμφισβήτητη καθιερωμένη, πράξη [πρβλ. το εκκλησιολογικά λαθεμένο, Εκκλησία των Ελλήνων – ενώ δεν πρόκειται για το ορθό «Βουλή των Ελλήνων» –, Εκκλησία των Ρώσσων, Εκκλησία των Ρουμάνων, «Πατριαρχείο των Σέρβων», όπως είναι και ο επίσημος τίτλος του].

 Ο όρος συνιστά την ονομασία που δόθηκε συνοδικά σε μία νεοφανή στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκκλησιολογική αίρεση στα 1870, με την αυθαίρετη εγκαθίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία οργανώνεται, όχι επί εδαφικής αλλά επί φυλετικής, εθνικής ή, ακριβέστερα, πολιτιστικής (κουλτουραλιστικής) βάσεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε επί του ιδίου γεωγραφικού εδάφους να εμφανίζονται συνεδαφικά δύο ή πολλές περισσότερες εκκλησιακές οντότητες και εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, η κάθε μία από τις οποίες μεριμνά για τη διαποίμανση μόνο των μελών (των φυλετών), που ανήκουν σε μία συγκεκριμένη εθνική ομάδα (Μονοφυλετισμός). (Ας λεχθεί παρενθετικά εδώ, ότι, δίδοντας τον ορισμό του πώς περιγράφεται ο Εθνοφυλετισμός, περιγράφουμε ταυτόχρονα και τον πανομοιότυπο ορισμό της εκκλησιακής «Διασποράς» και τον εθνοφυλετικό τρόπο με τον οποίο αυτή οργανώνεται, κάτι που δείχνει τον άμεσο, αμοιβαίο και ευθυτενή συσχετισμό τους, όπως θα δούμε παρακάτω). Πρόκειται για το γεγονός-Εθνοφυλετισμός, έναν καινοφανή ιδιότυπο εθνικισμό, που ευνοεί και πριμοδοτεί εκούσια και ενσυνείδητα την αποκλειστικότητα και την εθνική ενότητα περισσότερο και πάνω από την εν Χριστώ ενότητα. Για τον λόγο αυτό, ο όρος υιοθετήθηκε από την Αγία και Μεγάλη (Μείζονα) Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, το 1872 [10 Σεπτεμβρίου], η οποία επισήμως προσδιόρισε και καταδίκασε τον Εθνοφυλετισμό ως σύγχρονη εκκλησιολογική αίρεση («βαλκανική αίρεση»). Και ο Εθνοφυλετισμός, όπως είναι θεολογικά προφανές, στο εκκλησιακό πεδίο, είναι όντως γεγονός αίρεσης, ακριβώς γιατί είναι εκκλησιακός Μονοφυλετισμός και στην σάρκωση και στην πραγμάτωση της Εκκλησίας σε ένα συγκεκριμένο δεδομένο τόπο (Κράτος-κατά τόπον Εκκλησία) ή όπου γης («Διασπορά»-υπερόρια εκκλησιαστική δικαιοδοσία).

 Πράγματι, ο «φυλετικός (θρησκευτικός) εθνικισμός» εκφράζει την ιδέα της ίδρυσης είτε μίας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας σε πολιτειακό πλαίσιο είτε μίας εθνο-εκκλησιαστικής Κοινότητας στους χώρους της λεγόμενης «Διασποράς», βάσει όχι του τοπικού-εδαφικού [ευχαριστιακού-εκκλησιακού] κριτηρίου, αλλά του εθνο-φυλετικού, εθνικού ή γλωσσικού και της κοινής φυλετικής καταγωγής. Ομοίως, «η ίδρυση, στον ίδιο τόπο, ιδιαίτερων Εκκλησιών με βάση το έθνος, που δέχονται μόνο τους πιστούς που ανήκουν στο ίδιο έθνος, αποκλείοντας τους πιστούς των άλλων εθνών, και οι οποίες καθοδηγούνται μόνο από ποιμένες του ιδίου έθνους, όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί του (εθνο)φυλετισμού, είναι ένα γεγονός χωρίς ιστορικό προηγούμενο» (Μητρ. Σάρδεων Μάξιμος). Επομένως, η Εκκλησία, συνεπής με την εσχατολογική αποστολή της εντός της Ιστορίας και του πτωτικού κτιστού, καλείται να μην ενδίδει σε καμμία περίπτωση και να συνδέεται με την τύχη ενός μόνον έθνους, μίας μόνο φυλής. Γι’ αυτό και η εκκλησιακή Ορθοδοξία είναι εχθρική σε οποιαδήποτε μορφή (εθνο)φυλετικού Μεσσιανισμού. Εξ άλλου, στον ιστορικό βίο ενός λαού οφείλουμε να διακρίνουμε σαφώς μεταξύ Εθνισμού-Ethnism (που έχει θετικό περιεχόμενο, ως το ορθά αντίθετο της αφιλοπατρίας) και Εθνικισμού-Ethicism/Nationalism (που έχει αρνητικό περιεχόμενο, σημαίνων την αποκλειστική προσήλωση σε δεδομένα εθνικά ιδεώδη με τάσεις εδαφικής επέκτασης σε βάρος άλλων εθνών και επιβολής του περιεχομένου της συλλογικής του εθνικιστικής ιδεολογίας [εθνομυθίας], κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα στον ρατσισμό). Πρέπει να θεωρούμε τον πρώτο ως υπηρέτη και τον δεύτερο ως εχθρό του έθνους, γι’ αυτό και ο πρώτος συνάδει προς την εκκλησιακή εγκατασπορά μίας Τοπικής ή κατά τόπον [Αυτοκέφαλης] Εκκλησίας στην προοπτική της σωτηριολογικής πρόσληψης ενός λαού, ενώ ο δεύτερος απάδει της φύσεως, της υφής και της εσχατολογικής προοπτικής της Εκκλησίας. Η Εκκλησία, επομένως, δεν συνίσταται ποτέ εθνηδόν, αλλά κατά τόπον!… Και, κατ’ επέκταση, το Αυτοκέφαλο δεν εκχωρείται ποτέ σε ένα έθνος, όπου γης, αλλά σε ένα λαό με περιγεγραμμένα εδαφικά όρια, ο οποίος (λαός πρέπει να) απαρτίζει μία και ενιαία Αυτοκέφαλη Εκκλησία, ανεξαρτήτως της εθνικής καταγωγής ή προέλευσης των προσώπων που τον συγκροτούν. Και το εκκλησιο-κανονικό εδαφικό περιγεγραμμένο είναι αυτό που μας εισάγει στην καρδιά του προβλήματος που εξετάζουμε εδώ και σήμερα.

2. Το εκκλησιο-κανονικό περιγεγραμμένο του Αυτοκεφάλου

 Πράγματι, το εκκλησιο-κανονικό περιγεγραμμένο μας θέτει δύο ερωτηματικά ζητήματα: αφ’ ενός, κατά πόσο μία Αυτοκέφαλη Εκκλησία έχει εδαφική και προσωπική δικαιοδοσία  εκτός των περιγεγραμμένων (κρατικά) εδαφικών ορίων της και, αφ’ ετέρου, εάν αποκλείσουμε, ως μη προβλεπόμενη, την αντικανονική υπερόρια εδαφική και προσωπική δικαιοδοσία, τίθεται το καθοριστικό ερώτημα, κατά πόσο υπάρχει όντως και αντικειμενικά εκκλησιακή «Διασπορά» ; Και στα δύο ερωτηματικά ζητήματα, η απάντηση εκκλησιο-κανονικά είναι αρνητική. Και όμως, στα δύο αυτά ερωτηματικά ζητήματα, η απάντηση της σύγχρονης ορθόδοξης εκκλησιακής πράξης είναι θετική. Όμως, όπως είναι προφανές, διαπιστώνεται μία παντελώς αντιθετική απόκλιση του «άλλα θεολογικά λέμε και άλλα, τα ακριβώς αντίθετα, στην εκκλησιακή πράξη πράττουμε». Και αυτό συμβαίνει γιατί, εάν σχηματοποιούσα, για να απλοποιήσω λίγο τον λόγο, θα έλεγα, ότι στην πρώτη περίπτωση υπερισχύει η Εκκλησιολογία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση υπερισχύει πλειοδοτικά, εκούσια και από ενσυνείδητη επιλογή ο Εθνοφυλετισμός με τα κυρίαρχα ενδοκτισιακά συμφέροντά του.

 Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη δισχιλιετή εκκλησιο-κανονική παράδοση, η εδαφική και προσωπική δικαιοδοσία μίας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας εξαντλείται εντός, και μόνον εντός, του κανονικού περιγεγραμμένου εδάφους της και δεν διαθέτει κανένα, μα κανένα, δικαιοδοτικό δικαίωμα εκτός των κανονικών ορίων της. Μόλις αυτό λειτουργήσει εκκλησιολογικά και κανονικά για όλες τις Ορθόδοξες κατά τόπους Εκκλησίες, τότε δεν υπάρχει ουδεμία ανάγκη, για να τίθεται ζήτημα «Διασποράς». Το ό,τι, όμως, τίθεται, αυτό σημαίνει ότι τίθεται, όχι γιατί υπάρχει όντως ζήτημα «Διασποράς», αλλά γιατί κάποιες Ορθόδοξες Εθνικές Εκκλησίες δεν αντιλήφθηκαν τη χαλκηδόνεια διαλεκτική του Αυτοκεφάλου, ότι αυτό, για να επιτυγχάνεται και να υπάρχει, απαιτείται ταυτόχρονα το εκκλησιολογικώς και κανονικώς “ασυγχύτως και αδιαιρέτως”. Πράγματι, όταν η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451) όριζε το “πώς είναι” των Εκκλησιών, το “ασυγχύτως και αδιαιρέτως είναι” των κατά τόπους Εκκλησιών ανά την Οικουμένη, επιβεβαίωνε την απροϋπόθετη ετερότητα και την εκ των ων ουκ άνευ κοινωνία ταυτοχρόνως των Εκκλησιών αυτών. Η Σύνοδος αυτή φανέρωσε, ότι η ύπαρξη των κατά τόπους Εκκλησιών τέμνεται ταυτόχρονα από την κατάφαση της γεω-εκκλησιακής ετερότητας και τη δεδομένη εκκλησιακή κοινωνία μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, το θεολογικό αίτημα και το οντολογικό όραμα αυτής της Συνόδου ήταν, να υφίσταται εκκλησιακή ετερότητα και κοινωνία ανυπερθέτως, ως ένα σαφώς αντινομικό επίτευγμα του τριαδικού τρόπου υπάρξεως των κατά τόπους Εκκλησιών. Όταν αυτό δεν τηρηθεί, τότε έχουμε μοιραία δύο αναπόφευκτες αντιεκκλησιολογικές και αντικανονικές αποκλίσεις, που εκμηδενίζουν και καταργούν την Εκκλησία. Πρόκειται για μία ισοσκελή και συμμετρική απόκλιση εκατέρωθεν: αφ’ ενός, αυτονόμηση της ετερότητας με συνέπεια τη μειοδοσία της εκκλησιακής κοινωνίας και, αφ’ ετέρου, αλλοίωση της κοινωνίας σε σύγχυση με συνέπεια τον εκμηδενισμό από απορρόφηση της εκκλησιακής ετερότητας.

Αναλυτικώτερα:

• Στην πρώτη αντικανονική απόκλιση έχουμε την μονομερή κατάφαση της Εθνικής Εκκλησίας, ως μοναδικότητας και αποκλειστικότητας για τους ομοεθνείς (εκκλησιολογικός μονοφυλετισμός), που αδιαφορεί για την κοινωνία με τις άλλες κατά τόπους Εκκλησίες, προβάλλοντας μία, ως μη ώφειλε, οντολογική εκκλησιακή αυτοπληρότητα. Η εθνο-εκκλησιαστική αυτή πεποίθηση γεννά την ανάγκη φροντίδας για τους ομοεθνείς εκτός των κανονικών ορίων της, ανεξαρτήτως εάν στα εδάφη αυτά υπάρχει άλλη κατά τόπον Εκκλησία ή εάν ασκείται σε αυτά κανονική δικαιοδοσία από μία άλλη κατά τόπον Εκκλησία. Αυτό ακριβώς, όμως, είναι που γεννά ταυτόχρονα και το παρεμφερές φαινόμενο της «Διασποράς», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο μονόπλευρος υπερτονισμός, σε παγκόσμια κλίμακα, του “ασυγχύτως” σε βάρος του “αδιαιρέτως”, προτεραιότητας της ετερότητας έναντι/σε βάρος της κοινωνίας, και η κατάργηση έτσι της χαλκηδόνειας διαλεκτικότητας του “ασυγχύτως και αδιαιρέτως”, αυτό δηλ. που συνιστά τον ορισμό του Αυτοκεφάλου.
• Στη δεύτερη περίπτωση αντικανονικής απόκλισης έχουμε την εκκλησιακή απορρόφηση μίας κατά τόπον Εκκλησίας από μία άλλη όμορη κατά τόπον Εκκλησία, όταν αμφότερες βρεθούν σε ένα ενιαίο πολιτειακό μόρφωμα. Αυτό ακριβώς που καταδικάζει μετά βδελυγμίας η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, είναι ακριβώς αυτό που επισυνέβη στην Εσθονία (1945-1996) και τη Λεττονία (1945-σήμερα) από το Πατριαρχείο της Ρωσσίας. Η κατάργηση δηλαδή της εκκλησιακής ετερότητας στο όνομα μίας επιβεβλημένης μονο-εθνο-εκκλησιαστικής κοινωνίας. Αυτό έχει ως άμεση συνέπεια τον εκμηδενισμό και την αφομοίωση της εκκλησιακής ετερότητας ενός εκκλησιαστικού σώματος και την αντικανονική ενσωμάτωση μίας κατά τόπον Εκκλησίας στους κόλπους μίας άλλης (κατά τόπον) Εκκλησίας.

 Συνοψίζοντας τις δύο αντικανονικές αποκλίσεις, να τονίσουμε ότι, από τη μία μεριά, η πριμοδότηση και ο υπερτονισμός του “ασυγχύτως” (ετερότητα) σε βάρος του “αδιαιρέτως” (κοινωνία) τροφοδοτεί την Εθνοφυλετική Εκκλησία και τις απορροές της, με κυρίαρχη απορροή την υπερόρια εξω-εδαφική δραστηριότητά της στους χώρους της κατασκευασμένης «Διασποράς», προκαλώντας έτσι συνεδαφικότητα και απομορφισμό, ετερογέννηση και παραμόρφωση της Εκκλησίας, αυτό ακριβώς που αποτρέπει η εν λόγω Σύνοδος, συνεπικουρούμενη και από την προηγηθείσα Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381), που τονίζει με έμφαση, «να μην γίνεται με τίποτα και πουθενά σύγχυση των Εκκλησιών» . Από την άλλη μεριά, η πριμοδότηση και ο υπερτονισμός του “αδιαιρέτως” (κοινωνία) σε βάρος του “ασυγχύτως” (ετερότητα), στο όνομα της μονο-εθνο-εκκλησιαστικότητας, προκαλεί το εκκλησιαστικό αδίκημα της απορρόφησης μίας κατά τόπον Εκκλησίας από μία άλλη (κατά τόπον) Εκκλησία, αυτό ακριβώς που επίσης αποτρέπουν οι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι στο επίπεδο της οντολογίας, δηλ. το «να μην έχουμε σύγχυση των Εκκλησιών».

 Στην εκχώρηση, συνεπώς, του Αυτοκεφάλου 1) προηγείται υποστατικά το εδαφικό του εθνικού, και όχι το αντίστροφο. 2) Το αυτό ισχύει και για την συνεπή λειτουργία του Αυτοκεφάλου, μετά την εκχώρησή του, στην επέκεινα πορεία. 3) Το αυτό ισχύει επίσης και για το εδαφικό – και όχι εθνικό – πεδίο της δικαιοδοσίας του…

 Στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο του μέλλοντος, θα χρειαστεί πρώτα να ξεκαθαρισθεί το ζήτημα του Αυτοκεφάλου με τα (ενδο)δικαιοδοτικά του όρια και, όταν καταλήξουμε στο ήδη προφανές εκκλησιο-κανονικό περιγεγραμμένο του Αυτοκεφάλου, θα μπορέσουμε τότε να εξετάσουμε και το ζήτημα της εκκλησιακής «Διασποράς». Με άλλα λόγια, να αντιστρέψουμε την χρονική ιεράρχηση εξέτασης των δύο αυτών κορυφαίων ζητημάτων, αρχίζοντας πρώτα από το Αυτοκέφαλο και μετά να περάσουμε στην εκκλησιακή «Διασπορά», και όχι το αντίστροφο, όπως μέχρι τώρα εξετάζεται (πρώτα το αιτιατό και μετά το αίτιο), έχοντας στη λίστα των δέκα θεμάτων ως πρώτο και κυρίαρχο θέμα τη «Διασπορά», η οποία συνιστά δευτερογενές και αιτιατό, και όχι πρωτογενές και αίτιο ζήτημα.

Τα πρώτα Τέσσερα Θέματα της Μελλούσης Πανορθοδόξου Συνόδου (1976)

 Η υφιστάμενη σειρά  →  Η προτεινόμενη σειρά
1. Η Ορθόδοξη Διασπορά     1. Το Αυτοκέφαλο
2. Το Αυτοκέφαλο                   2. Το Αυτόνομο
3. Το Αυτόνομο                       3. Τα Εκκλησιακά Δίπτυχα
4. Τα Εκκλησιακά Δίπτυχα    4. Η Εκκλησιαστική «Διασπορά»

Και όταν ακολουθήσουμε αυτή τη μεθοδολογική σειρά, θα βρεθούμε μπροστά σε μία έκπληξη. Η διαλεύκανση των δικαιοδοτικών ορίων του Αυτοκεφάλου θα μας αποκαλύψει, ότι το πολύκροτο ζήτημα της εκκλησιακής «Διασποράς» είναι εκκλησιο-κανονικά ανύπαρκτο ζήτημα στην Εκκλησία. «Διασπορά» όχι μόνο δεν υπάρχει και δεν υπήρχε ποτέ στην Εκκλησία, αλλά και η ίδια η υφή και συγκρότηση αυτή καθ’ εαυτή της Εκκλησίας την αποκλείει οντολογικά. Και όταν λύσουμε τα τρία πρώτα της προτεινόμενης σειράς, δεν θα χρειασθεί να καταπιαστούμε καθόλου με το 4ο θέμα πρωτογενώς. Πολλοί από τους Ορθοδόξους σήμερα αδυνατούν να αντιληφθούν, ότι η διασπαστική διατήρηση εκ μέρους της κάθε Εθνικής Αυτοκέφαλης Εκκλησίας δικής της εθνο-εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας στους χώρους της «Διασποράς» προκαλεί το αντιεκκλησιολογικό και αντικανονικό φαινόμενο της συνεδαφικότητας, που καταδικάζουν ομότροπα και συλλήβδην οι Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι , που έχει ως άμεση συνέπεια τον απομορφισμό της (εκείθεν Ορθοδόξου) Εκκλησίας . Πώς θα ήταν δυνατόν η Εκκλησία να αποδεχθεί μέσα στους αιώνες ένα τέτοιο παραχαρακτικό σχήμα, που συνιστά εξ ορισμού η εκκλησιακή «Διασπορά», και μάλιστα χωρίς να το προβλέψει σε προοπτική αποκλεισμού του; Και εμείς σήμερα καταπιανόμαστε τελικά με ένα ζήτημα ετερογενές και αντανακλαστικό, και ως εκ τούτου, εικονικό και πλασματικό, χωρίς να εξαντλήσουμε την εξέταση και την εξουδετέρωση των πρωτογενών παράπλευρων αιτίων που το προκαλούν.

3. Η αναδρομική κανονική λύση του ζητήματος της «Διασποράς»

 Η ουσία βρίσκεται σε αχαρτογράφητα νερά!… Γι’ αυτό, ας κάνουμε εδώ μία απόπειρα προσέγγισης του ζητήματος μέσα από το πρίσμα των ιερών Κανόνων, καθώς έχουμε βάσιμες μαρτυρίες, υφιστάμενες ήδη από την πρώτη χιλιετία και που απλώς χρήζουν περαιτέρω αναλύσεως και ερμηνείας, σύμφωνα και με τα νέα συναφειακά δεδομένα της εποχής μας. Πράγματι, η ίδια Σύνοδος, η Δ΄ Οικουμενική (451), που όρισε το συγχρονικό “ασυγχύτως” (ετερότητα) και “αδιαιρέτως” (κοινωνία) των κατά τόπους Εκκλησιών, χωρίς να υφίσταται μεταξύ τους απόσταση ή απόκλιση, όρισε και το εκκλησιο-κανονικό περιγεγραμμένο της κάθε κατά τόπον Εκκλησίας, ήτοι τα αρτιγέννητα τότε πέντε Πατριαρχεία (Ρώμης, Νέας Ρώμης-ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) και τη συνοδικά προϋπάρχουσα Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου (5+1). Οι 5+1 κατά τόπους Εκκλησίες κάλυπταν εδαφικά σύνολη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Απέμενε, όμως, και ένα τεράστιο απροσδιόριστο έδαφος εκτός της Αυτοκρατορίας, τα Υπερόρια αδιάτμητα εδάφη, τα εκτός των αρτιγέννητων κατά τόπους πέντε Εκκλησιών-Πατριαρχείων, γνωστά ωστόσο στην εποχή εκείνη, που η οραματίστρια αυτή Σύνοδος δεν θα μπορούσε να μη τα προσδιορίσει εκκλησιακά και να μη προβλέψει εκκλησιολογικά τη λειτουργία τους. Και, ενώ δεν υφίσταντο εκκλησιαστικά σώματα της όποιας μορφής στο αχανές αυτό έδαφος, υπήρξε η ίδια προμηθής και όχι επιμηθής, και είχε τη σταθερή βούληση, προληπτικά, να ρυθμίσει και αυτό το θέμα εκκλησιο-κανονικά.

 Πολύ σύντομα να δούμε, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών της ιστορικής συνάφειάς του, τον εκκλησιο-κανονικό πυρήνα του 28/Δ΄ , ο οποίος δεν είναι άλλος από την προσθήκη ενός ακόμη ενιαίου εκκλησιαστικού εδάφους στην ήδη προϋπάρχουσα εκκλησιακή διαίρεση (5+1): Τα πέντε δηλ. Πατριαρχεία, η Αυτοκέφαλη Εκκλησία Κύπρου και όλος ο γνωστός κόσμος, τα Εξω-εκκλησιαστικά εδάφη, ως μία και ενιαία οντότητα (5+1+1). Με άλλα λόγια, η σπουδαιότερη Σύνοδος από πλευράς διοργανώσεως της «ανά την Οικουμένην Εκκλησίας»  προέβη σε μία πρωτογενή πρωτοβουλία με μία συνολική διοργάνωση της Εκκλησίας «ανά την Οικουμένη», ανά την Υφήλιο, με τρία ολιστικά καθοριστικά πεδία:
1) Θέσπισε Πατριαρχικές ετερότητες (Πατριαρχείο Πόλεως-Εκκλησία εδάφους)•
2) Δημιούργησε συνολική συνοδική κοινωνία των κατά τόπους Εκκλησιών (5+1)• και
3) Προέβλεψε και συγκρότησε εκκλησιολογικά τα Εξω-εκκλησιακά εδάφη (κ. 28/Δ΄).

 Με την εκκλησιακή αυτή συγκρότηση, θέλησε η Εκκλησία, ήδη από το 451, να διατηρήσει παντού την εκκλησιολογική ενότητα και εδαφική μονοδικαιοδοσία, το διπλό απροϋπόθετο δηλ. συστατικό μίας τοπικής ή κατά τόπον Εκκλησίας. Έτσι, και για τις τρεις αυτές περιπτώσεις, η Οικουμενική Σύνοδος όρισε προκαθήμενο επίσκοπο. Για τις δύο πρώτες περιπτώσεις, η λειτουργικότητά τους μας είναι ιστορικά γνωστή και προφανής. Για την τρίτη περίπτωση, που εδώ μας ενδιαφέρει, ορίστηκε ένας επίσκοπος, για όλα τα Εξω-εκκλησιακά εδάφη συλλήβδην και με τρόπο αδιάτμητο, ακριβώς για να διατηρηθεί παντού «ανά την Οικουμένη» η εκκλησιολογική ενότητα και η εκκλησιακή εδαφική μονοδικαιοδοσία, έτσι ώστε, όταν τελείται στα εδάφη αυτά Θ. Λειτουργία-Ευχαριστία, να τελείται αυτή στο όνομα ενός επισκόπου , ακριβώς για να μην υπάρξει εκκλησιολογική διάχυση και σύγχυση . Η ιδιοτυπία του 28ου κανόνα συνίσταται ακριβώς στο γεγονός, ότι, με συνοδική απόφαση, παραχωρήθηκε η προεδρία της συνοδικής Πενταρχίας στον Πατριάρχη Ρώμης και στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως η αδιάτμητη εκκλησιολογική εποπτεία των Εξω-εκκλησιαστικών εδαφών: «υπερόριο δικαιοδοσία» μεν, αλλά κανονική, κάτι που αποτελεί ιστορικά μοναδική εξαίρεση στην Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Ακριβώς μετά από αυτήν την απόφαση, ιστορικά, προσέλαβε αυτός και την αντίστοιχη κανονική επωνομασία Οικουμενικός Πατριάρχης. Είναι ονομασία που απορρέει από αυτήν την πρόσθετη κανονική ιδιότητά του, και αυτός έδωσε και την ονομασία στο Πατριαρχείο Οικουμενικό – και όχι το αντίστροφο. Να υπενθυμίσουμε μόνον εδώ, ότι οι κανόνες γεννήθηκαν στην πρώτη χιλιετία, αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν οντολογικά μέχρι σήμερα. Η λειτουργία τους, όμως, δεν στηρίζεται στο συναφειακό ιστορικό κέλυφος, αλλά στον εκκλησιο-κανονικό πυρήνα αληθείας που διατηρείται αναλλοίωτος και καλείται να προσλαμβάνει τα εκάστοτε νέα πολιτειακά δεδομένα με τις κοινωνικο-πολιτικές μεταλλαγές, που αυτά τα κανονικά δεδομένα επωχούν. Έτσι, οι κατανεμηθείσες συνοδικά ιδιότητες παραμένουν αναφαίρετες και τα κανονικά δικαιώματα απαράλλακτα. Εμφανίζεται, ωστόσο, σήμερα μία αδυναμία του Εκκλησιακού σώματος να θεολογήσει για την… και να κατανοήσει την νέα κατάσταση που εμφανίζεται μπροστά μας, στον ιστορικό ορίζοντα. Γι’ αυτό και εμφανίζουμε συμπτώματα αυτοσχεδιασμού, υιοθέτησης θύραθεν κοινωνικο-πολιτικών πρακτικών και μεθόδων επίλυσης του προβλήματος, και συμπτώματα συσχηματισμού (κομφορμισμού) στον νυν αιώνα. Γι’ αυτό και η ουσία του ζητήματος της «Διασποράς» και η λύση του βρίσκονται σε αχαρτογράφητα νερά!…

 4. Κράτος-Έθνος (État-Nation) και Έθνος-Κράτος σε σχέση με τη «Διασπορά»

 Ένα άλλο γεγονός που κατηγοριοποιεί διττά τη «Διασπορά» είναι το Εθνικό Κράτος προέλευσής της. Πράγματι, στα νεώτερα χρόνια, μετά τη Γαλλική επανάσταση (1789) και κάτω από την επίδραση της αρχής των Εθνοτήτων, δημιουργήθηκαν τα επονομαζόμενα Εθνικά Κράτη, σύμφωνα με το γνωστό γαλλικό μοντέλο: Κράτος-Έθνος. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, πριν ακριβώς από αυτό το νεοπαγές μόρφωμα, στη Δύση έχουμε δημιουργία Κρατών που γίνονται Κράτη, μόνο και μόνο, για να μην υπάγονται στην παπική κυριαρχία, και όχι γιατί αποτελούσαν κάποια επί μέρους ξεχωριστή Εθνότητα. Αυτό ακριβώς το Κράτος στη συνέχεια διακηρύσσεται σε Κράτος-Έθνος. Είναι, επομένως, αλήθεια ότι η Γαλλική επανάσταση με το ψήφισμα της Συντακτικής Συνέλευσης της 27ης Αυγούστου 1789 διακήρυξε, ότι «η αρχή κάθε κυριαρχίας εναπόκειται ουσιωδώς στο Έθνος, και ουδεμία συσσωμάτωση [συλλογική οντότητα] και κανένα άτομο [ατομική οντότητα] δεν μπορούν να ασκήσουν εξουσία που δεν διατάσσεται ρητά από το Έθνος», καθώς «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Έθνος». Έτσι, το Κράτος απέκτησε έννοια δυνάμεως και έρχεται αυτό πλέον να ρυθμίσει κυριαρχικά και τα της Εκκλησίας. Τότε δόθηκε και το νεωτερικό έναυσμα της εθνικής αυτοσυνειδησίας με υπερτονισμό δομικών ιδιαιτεροτήτων έναντι των άλλων εθνοτήτων. Έτσι, ορίσθηκε το Έθνος ως πολιτική ενότητα: Κράτος-Έθνος, Κράτος δηλ. που έχει κατασκευασθεί με μία υπερτροφική κρατική αυθεντία, για να λειτουργεί ως Έθνος. Αυτό σημαίνει ότι, μετά από ένα διατεταμένο αυτοκρατορικό παρελθόν, δημιουργείται ένα νέο κρατικό μόρφωμα, το Κράτος, που στη συνέχεια, με οδηγό την αρχή των Εθνοτήτων, ανακηρύσσεται σε (κατασκευασμένο) συνταγματικό Έθνος [με καθοριστικό κριτήριο το jus soli], με τη σειρά, την προτεραιότητα και την προοπτική που δηλώνει ο ίδιος ο όρος: Κράτος-Έθνος. Αντίθετα, στην καθ’ ημάς Ανατολή, ενώ το γαλλικό αυτό μοντέλο καρποφόρησε ως ιδεώδες στις εθνικές λαότητες της Βαλκανικής, δεν έχουμε ταυτόσημη δυναμική, αλλά, κατά ένα εντυπωσιακό τρόπο, την ακριβώς αντίθετη κατάσταση. Οι Βαλκανικές επαναστάσεις του 19ου αι. γέννησαν όντως την αντίθετη ακριβώς πραγματικότητα, αυτό που οι βαλκάνιοι – και μη – ιστορικοί λησμονούν συστηματικά: το Έθνος-Κράτος, δηλ. το «έθνος αίματος» [jus sanguinis], το Κράτος φυλετικής λαότητας με ιδιότυπο εθνικισμό, το φυλετικό Έθνος, που προϋπάρχει του Κράτους και αποκτά στη συνέχεια κρατική υπόσταση και γίνεται Κράτος με τη σύγχρονη έννοια, ακριβώς μετά την παρακμή και την αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την επιτυχή έκβαση των απελευθερωτικών κινημάτων, με αίτημα εκκλησιαστικής αυτονόμησης και ανεξαρτησίας αντίστοιχου εθνικού περιεχομένου. Επί πλέον, εάν στην περίπτωση του Κράτους-Έθνους (État-Nation) την αποκλειστική κυριαρχία του Κράτους την αποκαλούμε Κρατισμό, στην περίπτωση του Έθνους-Κράτους (Nation-État) θα πρέπει σαφώς να την διακρίνουμε από την πρώτη και να την αποκαλούμε Εθνο-κρατισμό.

 Γι’ αυτό, η διαφορετική αυτή και μάλιστα αντιθετική πραγματικότητα μας ενδιαφέρει εδώ άμεσα, σε ό,τι αφορά στην πραγμάτωση της Εκκλησίας. Και αυτό γιατί, στην πρώτη περίπτωση έχουμε Εθνικές Εκκλησίες (Κράτος-Έθνος), ενώ στη δεύτερη περίπτωση έχουμε ταύτιση εθνικής-φυλετικής ταυτότητας και θρησκευτικής ταυτότητας (όποιος είναι ορθόδοξος, είναι Έλληνας ή Σέρβος κλπ., ενώ όποιος δεν είναι ορθόδοξος, «είναι Τούρκος ή αλλόπιστος-αλλοεθνής»), και, συνεπώς, έχουμε εδώ σχεδόν ταύτιση Έθνους και Εκκλησίας με σαφώς – όχι Εθνικές αλλά – Εθνοφυλετικές Εκκλησίες [π.χ. Πατριαρχείο των Σέρβων, Ελλαδική Εκκλησία, Ρωσσική Εκκλησία, Ρουμανική Εκκλησία, όπου γης] (Έθνος-Κράτος). Η σύσταση Εθνοφυλετικών Εκκλησιών (Εκκλησία ≡ Έθνος-Κράτος) είναι και η περίπτωση των Ορθοδόξων στην Ανατολική Ευρώπη και ανά την Οικουμένη, δηλ. η υποφώσκουσα ή η, εν πολλοίς, ενεργή εκκλησιολογική αίρεση, ο εκκλησιολογικός Εθνοφυλετισμός, που επεχείρησε να βρει κανονικό έρεισμα, αλλά τον οποίο καταδίκασε ανεπιφύλακτα η επί τούτω συγκληθείσα Πανορθόδοξη Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως στα 1872, διότι ακριβώς η αξίωση εκκλησιακού αυτοπροσδιορισμού των Βουλγάρων δεν θεμελιωνόταν σε υπαρκτή κρατική ετερότητα ή σε πολιτική ανεξαρτησία, αλλά μόνο στην εθνοφυλετική διαφορά. Και παρ’ όλο ότι η Σύνοδος αυτή καταδίκασε παραδειγματικά και υποδειγματικά τον εκκλησιολογικό Εθνοφυλετισμό, ως ρατσιστικό εθνικισμό και εκκλησιολογικό Κουλτουραλισμό, από τότε μέχρι σήμερα είναι ακριβώς αυτός που κυριαρχεί στο ορθόδοξο στερέωμα και που γέννησε, που γεννά και που τροφοδοτεί καθοριστικά την εκκλησιακή «Διασπορά».

 Και εδώ καταγράφεται μία αντίφαση ολκής. Το σημαντικό και το σπουδαίο με εμάς τους Ορθοδόξους είναι, ότι είχαμε το θεολογικό σθένος, και μας τιμά αυτό όλως ιδιαιτέρως, να καταδικάσουμε συνοδικά τον εκκλησιολογικό Εθνοφυλετισμό ως αίρεση, σε αντίθεση με τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες, που όχι μόνον δεν αντιλήφθηκαν μέχρι τότε και μέχρι σήμερα τον ομοειδή και ομόκεντρα ανελισσόμενο εκκλησιαστικό Κουλτουραλισμό (Ριτουαλισμός-13ος αι. και Κονφεσσιοναλισμός-16ος αι. αντίστοιχα) σε όλη τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας, αλλά και βρίσκονται ακόμη πολύ μακριά αμφότεροι στο να τον καταδικάσουν συνοδικά και ιδίως να τον αποποιηθούν. Αλλά, ταυτόχρονα, το τραγικό με εμάς τους Ορθοδόξους επίσης είναι, ότι, ενώ στον 19ο αι. καταδικάσαμε αποφασιστικά τον εκκλησιολογικό Κουλτουραλισμό ως αίρεση, από τότε, εδώ και ενάμιση αιώνα περίπου, πράττουμε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που διακηρύξαμε και συμπεριφερόμαστε σύμφωνα με αυτό που συνοδικά καταδικάσαμε. Διότι, ο σύγχρονος εθνοφυλετισμός έχει δημιουργήσει μία αόρατη εν πολλοίς μεταλλαγή της νόμιμης εκκλησιακής τοπικότητας σε ένα προκάλυμμα για το εθνικό διασπαστικό πνεύμα. Και έτσι, τηρουμένων των αναλογιών αντιληπτικότητας και ενεργείας, βρισκόμαστε σε χειρότερη μοίρα από τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες στο θέμα αυτό. Παραλλάσσοντας λίγο τον κυριακό λόγο, η Εκκλησία θα έλεγε: «Ει μη είπον και ελάλησα αυτοίς [Ορθοδόξοις], αμαρτίαν ουκ είχον• νυν δε πρόφασιν ουκ έχουσι περί της αμαρτίας αυτών» . Και γινόμαστε, έτσι, όλο και περισσότερο «θέατρο εν τω κόσμω»  με τον εκκλησιολογικό Μονοφυλετισμό της συμπιληματικής Ορθόδοξής μας «Διασποράς». Αρκεί να ζήσει κανείς μόνο λίγο στους χώρους αυτής της «Διασποράς», όπου έχουμε, εν μέσω ετερόκλητων εθνολογικά πληθυσμών, το τραγικό εκκλησιολογικά φαινόμενο αμιγών Μονοφυλετικών Εκκλησιών, συνεδαφικών και παράλληλων, και να δει τον τρόπο της διοργάνωσής τους, και τότε θα κατανοήσει τον εκφερόμενο εδώ λακωνικό λόγο, ακριβώς διότι οι Ορθόδοξοι, από το 1870 και εντεύθεν, έχουν αποκτήσει τον ετρόκλητο εθισμό να προσεγγίζουν τον κόσμο με εθνοφυλετικές και κουλτουραλιστικές κατηγορίες…

  Κράτος-Έθνος  ↔  Έθνος-Κράτος
(État-Nation)      (Nation-État)
↓      ↓
κατασκευασμένο Έθνος            καταγωγικό Έθνος
Συνταγματικό Έθνος              Φυλετικό Έθνος
(jus soli)     (jus sanguinis)
↓      ↓
Εθνικισμός   ↔          Εθνοφυλετισμός
↓      ↓
Κρατισμός   ↔          Εθνο-Κρατισμός
↓      ↓
Κυριαρχία           Ταύτιση
Κράτους επί της Εκκλησίας            Έθνους-Εκκλησίας
↓      ↓
Εθνική Εκκλησία  ↔   Εθνοφυλετική Εκκλησία
(Δυτική κατηγορία στους Ρ/Κ & Π)        (Ιδιότυπη κατηγορία στους Ο/ΡΘ)

Εκκλησιολογικός Εθνοφυλετισμός

5. Συμπερασματικές σκέψεις και κριτικές Παρατηρήσεις

• [Εθνικισμός ή, καλύτερα,] Εθνοφυλετισμός και Εκκλησιολογία είναι δύο μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα σε όλα τα επίπεδα της ενδοκτισιακής έκφανσής τους. Όταν κυριαρχεί ο Εθνοφυλετισμός, μειοδοτείται η Εκκλησιολογία, και η Εκκλησία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε εκκλησιολογικό και κανονικό επίπεδο, κάτι που γίνεται εμφανώς ορατό, πιο ορατό από οπουδήποτε αλλού, στους χώρους της αποκαλούμενης αδίκως «Διασποράς». Ενώ, αντίθετα, όταν δίδεται προτεραιότητα στην Εκκλησιολογία, τότε η Εκκλησία σαρκώνεται προσληπτικά στους κόλπους ενός έθνους ή ενός λαού, σε συγκεκριμένο τόπο, με προσδοκίες σαφώς σωτηριολογικές, περιθωριοποιώντας κάθε διεργασία εθνοφυλετική, που συνεπάγεται αποκλειστικότητες καταργητικές της ίδιας της Εκκλησίας.

• Από την Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872 και εντεύθεν, η Ορθόδοξη «Εκκλησία ανά την Οικουμένη» ζει σε όλη της την πληρότητα έναν κατάφωρο Εκκλησιολογικό Κουλτουραλισμό, αυτό δηλ. που καταδίκασε συνοδικά: η Ορθοδοξία έγινε προέκταση του Έθνους και, mutatis mutandis, η Εκκλησία έγινε αναλογικά προέκταση του Έθνους-Κράτους. Αυτό είχε (και έχει) ως συνέπεια, η Εκκλησιακή «Διασπορά», καθ’ υπόδειξη του κάθε επί μέρους Εθνικού Πολιτειακού Κέντρου που έλεγχε (και ελέγχει) επισταμένως την Εκκλησία, άρχισε να οργανώνεται αυτή και κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της Εθνικής Διασποράς, με την εξής αναλογική δομή:

Κράτος (Εθνικό Κέντρο) και Εκκλησία (συλλογική εθνική συσσωμάτωση)

• Κράτος  →  Εθνικό Κέντρο αναφοράς →
Ευθύνη & νομική δικαιοδοσία επί των ομοεθνών Πολιτών →
Περιοχή νομικής δικαιοδοσίας (ορθά) όλη η Οικουμένη
• Εκκλησία → Εκκλησιαστικό Κέντρο αναφοράς το Εθνικό Κέντρο →
Ευθύνη & εκκλησιαστική δικαιοδοσία επί των ομοεθνών Ορθοδόξων →
Περιοχή εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας (αντικανονικά) όλη η Οικουμένη

Το Κράτος παραμένει η «μόνη αρχή κάθε κυριαρχίας», ενώ η Εκκλησία συνιστά τον εντολοδόχο υλοποιητή του Εθνικού οράματος, όπου γης, ασκούσα «εκκλησιαστική δικαιοδοσία παγκοσμίου εμβελείας» (sic): η Εκκλησιακή «Διασπορά» διαμορφώνει πλέον την Παγκόσμια Εθνική Εκκλησία, ένα νέο και αυγάζον εκκλησιο-κανονικό πρόβλημα: τον Εκκλησιακό Παγκοσμισμό

 Όπως καθίσταται προφανές, για τους Ορθοδόξους πιστούς κάθε Κράτους, έχοντος στους κόλπους του Εθνική Ορθόδοξη κατά τόπον Εκκλησία, όταν αυτοί διαβιούν εκτός των εθνο-κρατικών ορίων στους τόπους της Διασποράς, η υπαγωγή τους σε Εκκλησία, εκκλησιο-κανονικά ομιλώντας, γίνεται με μία μορφή ετεροκεντρισμού και ετεροαναφοράς. Αυτός ο εκκλησιακός ετεροκεντρισμός και αυτή η εκκλησιαστική ετεροαναφορά είναι μία βασική πρακτική γενεσιουργός αιτία δημιουργίας του προβλήματος. Αυτή, όμως, είναι η πρακτική αιτία. Υπάρχει, ωστόσο, μία κύρια και πρώτιστη γενεσιουργός αιτία, και αυτή είναι η υιοθετούμενη εθνοφυλετική εκκλησιολογία που βρίσκεται πίσω από αυτή την πρακτική και που εμφαίνεται στο παραπάνω σχήμα δομής και ενάσκησης της εκκλησιακής δικαιοδοσίας στους χώρους της κατασκευασμένης εκκλησιαστικής «Διασποράς», για να εξυπηρετεί, – όχι την εσχατολογική πορεία της Εκκλησίας, αλλά – ποικιλότροπα, τα εθνικά και πολιτικά συμφέροντα του εκάστοτε Εθνικού Κέντρου. Όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιηθεί από όλους μας η αποκλίνουσα αυτή ειδεχθής κατάσταση, τόσο πιο γρήγορα θα αρχίσει να αυγάζει η λύση του προβλήματος της «Διασποράς» που εξετάζουμε εδώ.

• Εκκλησιολογικός Εθνοφυλετισμός και Εκκλησιαστική «Διασπορά» είναι οι δύο όψεις του αυτού νομίσματος και η σχέση τους είναι σχέση αιτίου και αιτιατού, με τον Εθνοφυλετισμό να τροφοδοτεί σταθερά και μόνιμα τη «Διασπορά». Ο συσχετισμός τους θα μπορούσε εδώ να χαρακτηρισθεί ενδεικτικά και με απόλυτη ταυτοσημία με τον αποστολικό λόγο που λέει, ότι ο Εθνοφυλετισμός είναι «ο φλογίζων τον τροχόν της γενέσεως [εκκλησιολογικός Μονοφυλετισμός] και φλογιζόμενος υπό της γεέννης [«Διασπορά»]» .

• Ο Εκκλησιολογικός Κουλτουραλισμός, που μεσουράνησε και κυριάρχησε σε σύνολη τη 2η χιλιετία σε Ρωμαιοκαθολικούς (Ριτουαλισμός-13ος αι.), Προτεστάντες (Κονφεσιοναλισμός-16ος αι.) και Ορθοδόξους (Εθνοφυλετισμός-19ος αι.), μας προετοιμάζει με μαθηματική ακρίβεια για ένα καινοφανές εκκλησιο-κανονικό πρόβλημα που άρχισε ήδη να αυγάζει στο τέλος της 2ης και στην αρχή της 3ης χιλιετίας, και θα είναι το κυρίαρχο πρόβλημα (μαζί με τα ανθρωπολογικά προβλήματα, τα οποία ξέσπασαν προσφάτως και τίθενται προκλητικά για τη Θεολογία) της χιλιετίας αυτής, που θα ολοκληρώσει το έργο διάσπασης της Εκκλησίας: ο Εκκλησιαστικός Παγκοσμισμός. Αυτός εκδηλώθηκε ήδη στους Ρωμαιοκαθολικούς (1870-2006) και στους Προτεστάντες (2ο ήμισυ του 20ού αι.). Το σύμπτωμα αυτό του παγκοσμισμού άρχισε να εκδηλώνεται πλέον πασιφανώς και στους Ορθοδόξους (έναρξη με επίσημες καταστατικές εκδηλώσεις: Κύπρος-1980, Ρωσσία-1988 [& 2000] και Ρουμανία-2010, με προσδιορισμένη στη συνέχεια έξαρση αμέσως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου-1990 και εντεύθεν). Και έτσι, για μία ακόμη φορά ο παρονομαστής σε όλους τους «διαφορετικούς» ομολογιακά Χριστιανούς, όπως και στον Εκκλησιαστικό Κουλτουραλισμό, είναι κοινός!… Και επί πλέον, σε εμάς τους Ορθοδόξους, ο Εκκλησιολογικός Παγκοσμισμός, πριν να φθάσει στην έκδηλη ολοκλήρωσή του, θα έχει μέχρις εκεί ως οχηματαγωγό μέσο την Εθνοφυλετική Εκκλησιακή «Διασπορά»…

* * * * * * *

Τέλος, εάν αυτό που εξετάζουμε εδώ σήμερα, το συνδέσουμε συγκριτικά με τη μαρτυρία που (καλείται να) δίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εκκλησιακή Ορθοδοξία, είμαστε σε θέση πολύ εύκολα να καταλάβουμε, ότι αυτή η Ορθοδοξία, που συνδέθηκε με αυτό που αποκαλούμε θεολογικά και οντολογικά “μαρτυρία ζωής” στη σύνολη πτωτική ανθρωπότητα, «ίνα ζωήν [αιώνιον] έχωσι και περισσόν έχωσιν» , δεν έχει καμμία σχέση με την Εθνοφυλετική Ορθοδοξία, η οποία, όχι μόνον οντολογική μαρτυρία ζωής δεν δίδει σε αυτούς τους χώρους της «Διασποράς», αλλά, αντίθετα, εμφανίζει μία πτωτική διάσπαση, για την οποία δίδει σοβαρά την εντύπωση, ότι αδυνατεί να ανταπεξέλθει με μία οντολογική πρωτοβουλία που να υπερβεί αυτή τη διάσπαση με την εν Χριστώ ενότητα και να ποδηγετήσει την πτωτική ανθρωπότητα σε μία συνολική αδιάτμητη πρόσληψη και στη Βασιλεία των Εσχάτων.

Πηγή: http://www.amen.gr

Πατριαρχική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό των Αγίων Βασιλείου και Βλασίου στο ιστορικό Μιστί της Καππαδοκίας.


Πατριαρχική Θεία Λειτουργία την Κυριακή των Αγίων 318 Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας στον Ιερό Ναό  των Αγίων Βασιλείου και Βλασίου στο ιστορικό Μιστί της Καππαδοκίας.

«…Αι δύσκολοι εξωτερικαί συνθήκαι ποτέ δεν είναι δι’ ημάς τους πιστεύοντας εις τον Χριστόν εμπόδιον εις την πρόοδόν μας, αλλά αντιθέτως αποτελούν εφαλτήριον δια μεγαλύτερα πνευματικά κατορθώματα. Και τούτο το απεδείξαμεν ως Γένος πολλάκις και το βλέπομεν εις όλας τας εκφάνσεις του πολιτισμού μας. Έχομεν την εντύπωσιν ότι όσον περισσότεροι ήσαν οι κίνδυνοι δι’ημάς, τόσον ο βίος και ο πολιτισμός μας εβυθίζοντο εις το φως της Αναστάσεως, το ίδιον φως το οποίον διαχρονικώς νυν και εις τους αιώνας φωτίζει την Βασιλεύουσαν Πόλιν και τα όρη και τους δρυμούς και τας νάπας της Καππαδοκίας»…..

Περισσότερα :     http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=9479#.T8PhBfG9Klo.facebook

……………………………………………………

Τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, κατά τον Ιωσήφ τον Βρυέννιον


Τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της  Κωνσταντινουπόλεως,
κατά τον Ιωσήφ τον Βρυέννιον

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιεροθέου

Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως την 29η Μαΐου του 1453 ήταν το αποκορύφωμα της φθίνουσας δόξας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του λεγομένου Βυζαντίου. Γύρω από τα αίτια της πτώσης αυτής εγράφησαν πολλά, τα οποία παρουσιάζουν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε η Ρωμαϊκή ΑυτοκρατορίαΒυζάντιο, αφού είχε χαθή όλη η Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη και είχε μείνει μόνον η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Οι κατά καιρούς εχθροί είχαν προξενήσει μεγάλη ζημία, με αποκορύφωμα και τελειωτικό κτύπημα την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους, κατά την Δ΄ Σταυροφορία την 13η Απριλίου του έτους 1204.

Η μετά από λίγα χρόνια (1261) ανακατάληψή της και ελευθέρωσή της δεν προσέφερε ουσιαστικά πράγματα, διότι ήδη η Πόλη είχε καταστραφή και λεηλατηθή ολοσχερώς.

Πέρα από τα πολιτικά και κοινωνικά αίτια που συνετέλεσαν στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως πρέπει να σημειωθούν ιδιαιτέρως τα πνευματικά αίτια στα οποία συνήθως δεν δίνουμε μεγάλη σημασία. Άλλωστε κατά την ορθόδοξη θεολογία ο Θεός
διευθύνει τον κόσμο με τις άκτιστες ενεργειές Του, και η προσωπική Του επέμβαση εκδηλώνεται με την ευδοκία Του, την μακροθυμία Του, την παραχώρηση των ποικίλων πειρασμών κλπ. Σε αυτά τα πνευματικά αίτια αναφέρεται ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του γένους και ομολογητής της πίστεως, που έζησε στις τελευταίες στιγμές της ζωής της Βασιλεύουσας και άκουγε τον ρόγχο του θανάτου της.

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, σύμφωνα με μελέτη του αειμνήστου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1350 μ.Χ., εκάρη μοναχός στην Μονή
Στουδίου, υπήρξε ασκητής με πατερικό φρόνημα, ανεδείχθηκε μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του γένους, τον οποίον συμβουλεύονταν οι Αυτοκράτορες και οι Πατριάρχες, και αποστελλόταν από τον Αυτοκράτορα σε διάφορες κρίσιμες αποστολές, ό-
πως την Κύπρο και την Κρήτη, ομιλούσε κατά τις επίσημες ημέρες στο Παλάτι, συμμετείχε στις προετοιμασίες για την συζήτηση των Ορθοδόξων με τους Λατίνους, για την «ένωση των Εκκλησιών» και κοιμήθηκε περί το 1431, περίπου είκοσι δύο (22) χρό-
νια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Όπως γράφει ο Αρχιμ. Ειρηναίος Δεληδήμος, στην εισαγωγή των έργων του που εξεδόθησαν από τον εκδοτικό οίκο Βασιλείου Ρηγόπουλου, «ο Ιωσήφ Βρυέννιος κατά τα έτη 1401-1431 ανεγνωρίζετο ως ο κορυφαίος λόγιος εν Κωνσταντινουπόλει».
Ο Ιωσήφ Βρυέννιος την Μ. Παρασκευή (14 Απριλίου) του έτους 1419, τριανταπέντε περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εξεφώνησε ένα λόγο στο Παλάτι «επί παρουσία βασιλέων, και των εν τέλει, και συνελεύσει των εξαιρέ-
των του γένους ημών, και της βασιλίδος ταύτης των πόλεων».
Όπως λέγει σε άλλα κείμενά του, στην Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη ζούσαν περίπου 70.000 κάτοικοι και μάλιστα ο ίδιος έκανε έκκληση στους Κωνσταντινουπολίτας, χωρίς να υπάρχη ανταπόκριση, να συντελέσουν στην ανοικοδόμηση των τειχών της, εν όψει του μεγάλου κινδύνου. Όμως οι κάτοικοι, ιδιαιτέρως οι πλούσιοι, ασχολούμενοι με την αύξηση των ατομικών τους εσόδων, αδιαφορούσαν, με αποτέλεσμα η πόλη να ομοιάζη, όπως λέγει, με «σεσαθρωμένον» πλοίον που ήταν έτοιμο να βυθισθή.
Στον λόγο του αυτόν που αναφερόμαστε, ο διακεκριμένος αυτός λόγιος μοναχός, ομιλώντας μπροστά στους επισήμους άρχοντες της Κωνσταντινουπόλεως, εξέθεσε ανάγλυφα και παραστατικά τα πνευματικά αίτια της επερχομένης πτώσεως της Βασιλευούσης. Και είναι σημαντική αυτή η μαρτυρία γιατί προέρχεται από έναν λόγιο μοναχό και ασκητή, με ήθος, παιδεία και πατερικό φρόνημα, τον οποίον σέβονταν οι πάντες την εποχή εκείνη και ο οποίος έζησε στα χρόνια εκείνα που οι κάτοικοι έβλεπαν τον επερχόμενο όλεθρο.

Το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναλύεται στην επικεφαλίδα: «δια το πωλείσθαι καθ’ εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα παρά των ούτω λεγομένων πνευματικών, και αγοράζεσθαι παρ’ ημών, οίμοι! το ημέτερον γένος αφανισμώ παραδίδοται και Ισμαηλίταις
περιπίπτει». Δηλαδή, το γένος αφανίζεται και πέφτει στους Ισμαηλίτες – Μωαμεθανούς, διότι πωλείται το σώμα και το αίμα του Χριστού από τους λεγομένους πνευματικούς και αγοράζεται από τους Χριστιανούς.
Στην αρχή του λόγου του ο Ιωσήφ Βρυέννιος εκφράζει την οδύνη του, αφού το γένος περιστοιχίζεται από δεινά, τα οποία, όπως λέγει, «δάκνει μου την καρδίαν, συγχεί τον νουν και οδυνά την ψυχήν». Κάνει λόγο για την «ολόσωμον πληγήν» και την «νόσον
καθολικήν». Το γένος έχει περιπέσει σε ποικίλα πάθη και αμαρτίες. Όλοι οι Χριστιανοί έγιναν «υπερήφανοι, αλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, αχάριστοι, απειθείς, λιποτάκται, ανόσιοι, αμετανόητοι, αδιάλλακτοι». Έγιναν οι άρχοντες κοινωνοί ανόμων, οι υπεύθυνοι άρπαγες, οι κριτές δωρολήπτες, οι μεσίτες ψευδείς, οι νεώτεροι ακόλαστοι, οι γηράσαντες μεθυσμένοι, οι αστοί εμπαίκτες, οι χωρικοί άλαλοι, «και οι πάντες αχρείοι». Συγχρόνως με την γενική κατάπτωση των ανθρώπων χάθηκε «ευλαβής από
της γης, εξέλιπε στοχαστής, ουχ εύρηται φρόνιμος». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επέπεσαν εκ δυσμών και εξ ανατολών διάφοροι εχθροί και λυμαίνονται την αυτοκρατορία.
Στην συνέχεια αναφέρεται στο μεγαλύτερο αμάρτημα που έγινε στην ιστορία, δηλαδή την προδοσία του Ιούδα, η οποία συνίσταται στο «πωληθήναι τιμής και αγορασθήναι τον Κύριον», δηλαδή ο Ιούδας επώλησε τον Κύριο, τον Οποίον αγόρασαν οι Εβραίοι. Αυτό το ανοσιούργημα, όπως λέγει, γίνεται στις ημέρες μας, αφού οι πολλοί από τους λεγομένους πνευματικούς πωλούν τον Κύριο και «αγοράζει δε πας ο έχων αργύριον και βουλόμενος». Προφανώς πρόκειται για το ότι οι λεγόμενοι πνευματικοί χορηγούσαν άφεση αμαρτιών με την λήψη χρημάτων. Αλλά και πολλοί από τους ιερείς ασελγούν εν επιγνώσει, αφού και αυτοί διακατέχονται από αυτά τα πάθη και προσέρχονται να λειτουργούν στην σεβασμία Τράπεζα αναιδώς.
Αναφέρεται διεξοδικώς στην κατάπτωση της Εκκλησίας, αφού οι ποιμένες έχουν απομακρυνθή από την διδασκαλία και τα όρια που είχαν θέσει οι Πατέρες. Αλλά και οι μοναχοί έχουν χάσει τον προορισμό τους και ασχολούνται με άλλα ζητήματα, αφού υπάρχουν μοναχοί «και τρία και πέντε, και επτά έχοντες αδελφάτα εκ διαφόρων αυτοίς αφεθέντα προσώπων».
Ο όρος «αδελφάτο» σημαίνει «επιτροπεία διευθύνουσα αγαθοεργόν κατάστημα» (Δημητράκου) που ανήκει στους Δήμους. Με γενική έννοια αδελφάτο είναι «σύλλογος, σωματείο με ιδιαίτερα στενούς δεσμούς μεταξύ των μελών του» η ακόμη «επιτροπή με διαχειριστικά καθήκοντα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ναούς, νοσοκομεία» (Μπαμπινιώτης). Στην περίπτωση αυτή με τον όρο αδελφάτα μάλλον εννοούνται μερίδια της Μονής που παραλαμβάνουν και κατέχουν και οι εκτός της Μονής ζώντες μοναχοί που τα
εκμεταλλεύονται, οπότε ένας τέτοιος μοναχός μάλλον πρέπει να καλήται «ληστής» και η ενέργεια αυτή «τόκος εστι, και τόκου χεί-
ρον, ιεροκαπηλία λεγόμενον», διότι κρατεί τα αδελφάτα των πτωχευόντων μοναστηρίων ενέχυρα για τόκο. Πρόκειται για αλλοίωση του μοναχισμού, ο οποίος έχασε την ησυχαστική παράδοση και μεταβλήθηκε σε υλική εκμετάλλευση των μοναστηριών. Και αφού κάνει μεγάλη ανάλυση αυτής της καταστάσεως που παρατηρείται στους άρχοντες και τον λαό, τους Κληρικούς και τους μοναχούς, τους αστούς και τους χωρικούς, καταλήγει στον υπέροχο αυτόν και σημαντικό του λόγο σε μια ανακεφαλαίωση, στην οποία δίνει τις κατάλληλες συμβουλές για να αποφύγουν το κακό, το οποίο βλέπει καθαρά να έρχεται.

Λέγει ότι βλέποντας πριν σαράντα χρόνια να ερημώνωνται οι πόλεις, να αφανίζωνται οι χώρες, να καίγωνται οι Εκκλησίες, να βεβηλώνωνται τα άγια και να δίδωνται τα ιερά σκεύη στα σκυλιά και «παν το ημέτερον γένος, δουλεία παραδιδόμενον και μαχαίρα», προσευχόταν στον Θεό να του αποκαλύψη για το που οφείλεται αυτή η εγκατάλειψη του λαού και «η τοσαύτη του Θεού αγανάκτησις καθ ημών». Και μετά από πολλές προσευχές βρήκε ποιό είναι το αίτιο και θέλει να το αποκαλύψη, την ημέρα αυτή, ενώπιον των Βασιλέων και των αρχόντων και όλου του λαού, γιατί φοβάται, μήπως τιμωρηθή αν σιωπήση. Και η αιτία της οργής του Θεού και της δικαίας Του αγανακτήσεως κατά των Ρωμαίων είναι «το πωλείσθαι καθ’ εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα, παρά των λεγομένων πνευματικών και αγοράζεσθαι προς υμών των χριστιανών».
Διαμαρτύρεται για το γεγονός αυτό και επικαλείται ως μάρτυρες τον χορό των αγίων και των αγγέλων. Ζητά από τους άρχοντες τον Κλήρο και τον λαό να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στον Θεό για να γίνη «η του γένους ανάκλησις» και να είναι μαζί τους ο Θεός, γιατί διαφορετικά θα πάθουν χειρότερα από εκείνα που έπαθεν η παλαιά Ιερουσαλήμ, που κυριεύθηκε από τους εχθρούς. Σαφώς εδώ αναφέρεται στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας Ιερουσαλήμ. Ζητά από τους κατοίκους να μετανοήσουν, γιατί αν δεν γίνη αυτό, η καταστροφή θα είναι τόσο μεγάλη που όλα τα έθνη και οι μέλλουσες γενεές θα λένε σε παρόμοιες περι-
πτώσεις: «μη πάθοιμεν α οι Ρωμαίοι πεπόνθασιν». Εδώ πρέπει να παρατηρηθή ότι παραμονές της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της Αυτοκρατορίας οι κάτοικοί της δεν λέγονταν Βυζαντινοί –που ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους Φράγκους– αλλά Ρωμαίοι. Δεν αρκείται, όμως, ο Ιωσήφ Βρυέννιος σε γενικές προτροπές για μετάνοια, αλλά την συγκεκριμενοποιεί και με αυτόν τον τρόπο αναλύει στην πραγματικότητα τι θα πη να πωλούν το σώμα και το αίμα του Χριστού, δηλαδή αναφέρεται στην ανάξια μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού, την τέλεση διαφόρων αμαρτιών από Κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, τις οποίες δεν εξομολογούνται και την προδοσία της πίστεως. Με αυτούς τους τρόπους γίνεται
ασέβεια στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Δίνει τέσσερεις συμβουλές και κατευθύνσεις μετανοίας.
Η πρώτη είναι οι πνευματικοί να μη λαμβάνουν χρήματα από τους εξομολογουμένους. Η δεύτερη συμβουλή είναι να μη κρατούν οι Ιερείς ενέχυρα για τόκους, να μη λαμβάνη κάποιος μοναχός ή μονάστρια τόκους, ούτε οι εκτός της Μονής να κρατούν αδελφάτα πάνω από δύο ο καθένας και μετά παρέλευση δέκα χρόνων, και να μη κοινωνή κανείς των αχράντων μυστηρίων από εκείνους που είναι τελώνες και άδικοι, αν δεν αποκαταστήση και επιστρέψη το αδίκημα. Η τρίτη συμβουλή είναι να μη κοινωνή κανείς από του σώματος και του αίματος του Χριστού, «της αμαρτίας έτι ενεργουμένης» –αν δεν έχη μετανοήσει και δεν ελευθερώθηκε από την αμαρτία– εκτός και εάν μετά την εξομολόγηση είναι βαριά ασθενής προς θάνατον. Και η τέταρτη συμβουλή είναι «μηδείς ιερέων τοις δυσσεβούσιν ιερεύσι συλλειτουργή (εννοεί τους λατίνους και λατινόφρονας) μηδέ τις των κοσμικών αυτούς εκδική».
Και επειδή μερικοί ισχυρίζονταν ότι πριν αποθάνη κανείς θα έπρεπε να κοινωνήση χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις, ο Ιωσήφ Βρυέννιος λέγει ότι κανένας δεν πήγε στην Κόλαση, επειδή δεν πρόλαβε να κοινωνήση των Αχράντων Μυστηρίων, την τε-
λευταία στιγμή –εννοείται αφού ζούσε σε μετάνοια μέσα στην Εκκλησία– αλλά μύριοι κολάσθηκαν «δια το αναξίως μεταλαβείν». Γι’αυτό συνιστά στους Χριστιανούς να εξομολογούνται και να τηρούν τον χρόνο αποχής από την θεία Κοινωνία που θα επιβληθή από τον πνευματικό για την θεραπεία κάθε αμαρτήματος. Επίσης, μετά βεβαιότητος λέγει: «κρείσσων γαρ η αποχή τούτου μετ’ ευλαβείας και φόβου, ήπερ η μετάληψις μετά τόλμης και αναξιότητος, πίστευσον».
Είναι σημαντικός αυτός ο λόγος του μεγάλου διδασκάλου του γένους μας πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως που δείχνει ποιά είναι τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της Βασιλευούσης των πόλεων και ποιά πρέπει να είναι η αληθινή ζωή των Κληρικών και Χριστιανών που θέλουν να είναι και να λέγωνται ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Τα διάφορα δεινά έχουν κυρίως και προπαντός πνευματικά αίτια, έστω κι αν δεν θέλουμε να τα εντοπίζουμε. Δεν πρέπει να παραμέ-
νουμε μόνον σε πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, αλλά θα πρέπη να βλέπουμε και την πνευματική διάσταση του θέματος, αφού ο Θεός διευθύνει την ιστορία. Άλλωστε η χιλιόχρονη Ρωμαϊκή – Βυζαντινή Αυτοκρατορία διατηρήθηκε τόσα χρόνια, γιατί βίωνε την ορθόδοξη πίστη, αφού το πρότυπό της, κατά βάση, ήταν ο αγιασμός και η συμμετοχή στην δόξα του Θεού.
Επίσης, από τον προφητικό και πατερικό αυτόν λόγο του Ιωσήφ Βρυεννίου φαίνεται ότι πρέπει να μάθουμε «πως δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι ήτις εστιν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α’ Τιμ. γ ,15). Αυτό αναφέρεται στον κατάλληλο τρόπο προσελεύσεως στα άγια Μυστήρια, στην προσπάθεια να τηρούμε τις εντολές του Χριστού στην καθημερινή μας ζωή, και στον αγώνα να διατηρούμε ανόθευτη την ορθόδοξη πίστη.

Αυτοί οι λόγοι του Ιωσήφ Βρυεννίου αναφέρονται και σε μας, αφού τόσο στην εθνική, όσο και στην οικογενειακή και προσωπική μας ζωή, πρέπει να στηριζόμαστε σε πνευματικά θεμέλια. Τα χωρία «μακάριος ο λαός ου εστι βοηθός Κύριος ο Θεός αυτού» και «μακάριοι πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον» έχουν πνευματική εφαρμογή και συνιστούν τον λεγόμενο πνευματικό νόμο. Εάν ζούμε απρεπώς, τότε ο Θεός προς παιδαγωγία και από αγάπη επιτρέπει διάφορα δεινά για να μετανοήσουμε.
Ο προφητικός λόγος του διδασκάλου του γένους μας Ιωσήφ Βρυεννίου είναι επίκαιρος.
Πηγὴ : ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης


Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο, Μωάμεθ Β’. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 7 Απριλίου ως τις 29 Μαϊου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία, έπαψε να υπάρχει.
Το Βυζάντιο ήταν ήδη εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες, σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους και αργότερα οι εσωτερικές έριδες των Παλαιολόγων, παρόλο που επανέκτησαν την Κωνσταντινούπολη, οδήγησαν στην σταδιακή εξασθένηση και συρρίκνωση. Ήδη από το 1354 με την κατάληψη της Ανδριανούπολης από τους Οθωμανούς, το Βυζάντιο, κυκλωμένο πλέον εδαφικά, ήταν φόρου υποτελής στον Οθωμανό σουλτάνο. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα της αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα άνισες υπέρ των Τούρκων, σε σημείο που να μνημονεύεται από τις πηγές το τετελεσμένο της έκβασης
της πολιορκίας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον ηρωισμό των πολιορκημένων και ιδιαίτερα του Αυτοκράτορα. Το γεγονός της πτώσης της «θεοφυλάκτου Πόλεως», άφησε βαθιά ίχνη στις πηγές της εποχής.
Ως απόρροια της Άλωσης ήταν η συνέχιση της εδαφικής προώθησης των Τούρκων. Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της, απειλώντας την Βιέννη.
Πολλές φορές η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς ως γεγονός που σηματοδοτεί το τέλους του Μεσαίωνα και την έναρξη της Αναγέννησης. Κύριος παράγοντας της ευρωπαϊκής Αναγέννησης αποτέλεσε η διαφυγή μεγάλου αριθμού Βυζαντινών λογίων και επιστημόνων, λόγω της Άλωσης, προς τα αστικά κέντρα της Δύσης και κυρίως της Ιταλίας.

Η Κωνσταντινούπολη το 1453 δεν ήταν η πόλη που ήταν κάποτε. Ο πληθυσμός της την είχε εγκαταλείψει, είτε για να αποφύγει τον θάνατο είτε για να μην πεινάσει. Τις παραμονές της Άλωσης είχε λιγότερους από 50 χιλιάδες κατοίκους. Στα τελευταία της όμως χρόνια υπό βυζαντινή κυριαρχία ήταν πολύ περισσότερο μια ιδέα, παρά μια πρωτεύουσα και μια αυτοκρατορική πόλη. Ήταν ο φύλακας της ελληνορωμαϊκής παράδοσης, επάξιος αντιπρόσωπος της χριστιανικής ανατολής, στρατηγικός προμαχώνας της Ευρώπης.
Την αποφράδα Τρίτη λοιπόν, στις 29 του Μάη του 1453, ο άστεπτος Αυτοκράτορας δεν κατέθεσε τη ζωή του απλά για τη Βασιλεύουσα Πόλη, αλλά για το όραμα, για το όνειρο που υπήρξε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, παραδίδοντάς το διαπαντός στην Ιστορία.
( ἀπὸ τὴν vikipedia )

Σαν σήμερα Τρίτη 29 Μαΐου όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ μπήκε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη και κατέρρευσε οριστικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Σαν σήμερα πραγματοποιήθηκε η άλωση της Κωνσταντινούπολης που υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας από τις 6 Απριλίου έως τις 29 Μαΐου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο) και σήμανε το οριστικό τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η Κωνσταντινούπολη σστα 1.100 χρόνια ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,  είχε πολιορκηθεί αρκετές φορές αλλά μόνο μία φορά είχε πέσει στα χέρια των εχθρών, το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας.

Μετά το 1204 στην πόλη εγκαθιδρύθηκε ένα αδύναμο Λατινικό βασίλειο και οι υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας είχαν διασπαστεί σε επί μέρους βασίλεια.

Ένα από αυτά, η ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας κατάφερε να επικρατήσει στην περιοχή και να ανακτήσει την Πόλη το 1261.

Τους επόμενους δύο αιώνες, η εξασθενημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεχόταν συνεχείς επιθέσεις από Λατίνους, Σέρβους, Βουλγάρους και ιδιαίτερα από τους Οθωμανούς Τούρκους.

Το 1453 στην Αυτοκρατορία ανήκαν εκτός από την ίδια την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου, με επίκεντρο τον Μυστρά.

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ένα ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε το 1204 στην άκρη της Μικράς Ασίας και κατάφερε να επιβιώσει όλο αυτό το διάστημα, αποτελούσε εντελώς ξεχωριστή από το Βυζάντιο πολιτική οντότητα.

Στο οθωμανικό στρατόπεδο, για τον Μωάμεθ Β’, είκοσι ενός μόλις ετών το 1453, χαρακτήρα, όπως υποστηρίζει ο βυζαντινολόγος Βασίλιεφ, ιδιαίτερα σκληροτράχηλο και φιλοπόλεμο, η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης είχε καταστεί έμμονη ιδέα.

Διασώζεται ότι έμενε άυπνος για συνεχείς νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα.

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’ από την άλλη πλευρά, που διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του, κατέβαλε γενναιόδωρες προσπάθειες να περισώσει από την Αυτοκρατορία ό,τι ήταν δυνατό.

Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο βυζαντινός Αυτοκράτορας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια σε αυτόν τον άνισο αγώνα, η φρουρά όμως της πόλης μόλις έφθανε τις λίγες χιλιάδες.

Τα πρώτα οθωμανικά αποσπάσματα έκαναν την εμφάνιση τους στις 2 Απριλίου, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης έως τις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα.

Στις 6 Απριλίου κηρύχθηκε επίσημα η πολιορκία από τον Μωάμεθ Β’, αφού πρώτα, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η πρόταση του για να παραδοθεί η πόλη υποσχόμενος ότι θα σέβονταν την ζωή και την περιουσία των κατοίκων απορρίφθηκε από τους Βυζαντινούς.

Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, που δεν διακόπηκε για αρκετές βδομάδες καθόλου, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, ενώ άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους.

Η πολιορκία είχε ήδη διαρκέσει πενήντα μέρες. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, πιθανόν ψεύτικες, για την πιθανή άφιξη πολυάριθμου χριστιανικού στόλου από τη Δύση, κάτι που ανάγκασε τον Μωάμεθ να εντείνει την προσπάθεια για κατάληψη της πόλης.

Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους.

Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη. Οι αντιπροτάσεις του Κωνσταντίνου διαπνέονταν από πνεύμα αξιοπρέπειας και αποφασιστικότητας. Δέχονταν να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει.

Ύστερα από την αποτυχημένη προσέγγιση, ο Μωάμεθ Β’ κάλεσε πολεμικό συμβούλιο και κατόπιν έβγαλε λόγο προς τους στρατιώτες του, ζητώντας του θάρρος και σταθερότητα.

Τόνισε ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για έναν επιτυχή πόλεμο: η επιθυμία (για τη νίκη), η ντροπή (για την ήττα) και η υπακοή στους ηγέτες.

Επίσης δήλωσε με όρκο πως ο ίδιος ήθελε μόνο τα τείχη και τα οικοδομήματα της πόλης και πως αφήνει στο στρατό του όλα τα άλλα. Υπογράμμισε πως υπάρχουν θησαυροί μέσα στα κτήρια και κυρίως στις εκκλησίες και πως θα επωφεληθούν από τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές νέες γυναίκες. Τέλος διέταξε νηστεία και προσευχή. Η επίθεση ορίστηκε για την νύχτα της 29ης Μαΐου.

Στις 28 Μαΐου συντελέστηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ σε λόγο προς τον λαό του, όπως τον διασώζει ο Σφραντζής, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός».

Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής:

…Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.

Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως.

Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ’ όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη.

Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες.

Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β’ οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση.

Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού (Πέμπτον), όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας.

Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνι, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα.

Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Στα τείχη δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στη μάχη.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος.

Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Η Ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε πια να υφίσταται και στη θέση της ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε η Μωαμεθανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη που ονομάστηκε από τους Τούρκους Ιστανμπούλ (από τη φράση εις την πόλιν) και παρέμεινε έδρα του κράτους ως την οριστική κατάλυσή του το 1922, οπότε και άρχισε η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας.

Πηγή: Wikipedia

Ο ΘΕΣΜΟΣ TOΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ


Ο ΘΕΣΜΟΣ TOΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

Ὁ ὕψιστος βαθμός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας εἶναι αὐτός τοῦ Ἐπισκόπου. Στό πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου κατά τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας συγκεντρώνεται κάθε πνευματική καί διοικητική ἐξουσία καί ὁ Ἐπίσκοπος ἱστάμενος «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς περί αὐτόν τοπικῆς Ἐκκλησίας καθώς καί τήν ἐγγύηση τῆς κανονικότητάς της.
Κατά τήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης καί πρό αὐτῆς, ὁ ὅρος ἐπίσκοπος σήμαινε τόν ἐπόπτη καί ἐπιτηρητή. Οἱ ἀπαρχές τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐπισκόπων θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν, ἄν ὄχι τήν ἀποστολική, κατά τήν μεταποστολική ἐποχή.
Μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καί τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ πρώτη ἐκκλησιαστική κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων συγκροτήθηκε γύρω ἀπό τήν ἱερά δωδεκάδα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι διασκορπίσθηκαν στήν οἰκουμένη προκειμένου νά εὐαγγελίσουν τούς «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθήμενους» τήν πνευματική εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων ἀνέλαβε ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος καί τό περί αὐτόν σῶμα τῶν πρεσβυτέρων.
Αὐτός στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μνημονεύεται ὡς ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος συγκεκριμένης Ἐκκλησίας, ἄν καί κατά τήν ἐποχή γιά τήν ὁποία μιλᾶμε οἱ ὅροι πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά περιγράψουν τίς διάφορες ἐκκλησιαστικές θέσεις εὐθύνης (ἐπίσκοποι, διάκονοι, πρεσβύτεροι, ἡγούμενοι, ἄγγελοι) δέν ἀντιστοιχοῦν πλήρως στήν ὁρολογία πού ἐπικράτησε ἀργότερα, γεγονός πού μᾶς προξενεῖ πολλές δυσχέρειες.
Φαίνεται, πώς ἡ κοινή πρακτική τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἦταν ἀφοῦ κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο σέ κάποιον τόπο καί ἱδρύσουν μία ἐκκλησιαστική κοινότητα νά ἀναθέσουν (δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν) τήν πνευματική της καθοδήγηση σέ κάποιο χαρισματοῦχο καί ἐγνωσμένης ἀρετῆς μέλος τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας, καθώς ἡ δική τους ἀποστολική ἐξουσία ἦταν ὑπερόρια καί δέν ἦταν δυνατόν νά παραμένουν στόν ἴδιο τόπο ἐπί μακρόν. Μέ τίς κατά τόπους Ἐκκλησίες, πού κατά καιρούς εἶχαν ἱδρύσει, ἐπικοινωνοῦσαν ἐπιστολικῶς διατηρώντας κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπο τούς πνευματικούς τους δεσμούς.
Στίς λεγόμενες ποιμαντικές ἐπιστολές του (Πρός Τιμόθεον Α´ καί Β´, πρός Τίτον, ὀνομάζονται ἔτσι ἐπειδή ἀπευθύνονται σέ ποιμένες) ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στόν Τιμόθεο καί στόν Τίτο, ποιμένες τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἐφέσου καί τῆς Κρήτης ἀντιστοίχως, γιά νά τούς καθοδηγήσει πάνω σέ θέματα πού ἅπτονται τῆς διαποιμάνσεώς τους. Σέ αὐτές τίς ἐπιστολές γίνεται μνεία τοῦ ὅρου ἐπίσκοπος/ἐπισκοπή ἀλλά μέ σημασία πού διαφέρει ἀρκετά ἀπό τή μεταγενέστερη. Πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα σῶμα σεβασμίων ἀνθρώπων, πού χωρίς νά διακρίνονται ἀπό τούς πρεσβυτέρους, λειτουργοῦσαν ὡς κεφαλές τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Πρώτη ἀναφορά σέ Ἐπίσκοπο μέ τήν ἔννοια πού σήμερα γνωρίζουμε γίνεται στίς ἀρχές τοῦ δευτέρου αἰώνα ἀπό τόν ἅγιο Ἰγνάτιο τόν Ἀντιοχείας.Ἐδῶ πλέον ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, δορυφορεῖται ἀπό τό σῶμα τῶν πρεσβυτέρων καί τόν πιστό λαό.
Ἐνδεικτικό τῆς θέσεως του εἶναι τό ὅτι προΐσταται στήν κατ᾽ ἐξοχήν ἐκκλησιαστική πράξη, τήν προσφορά τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Ὅταν μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν οἱ αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες τῆς ἐπί τῆς γῆς πολιτείας τοῦ Κυρίου ἔφυγαν ἀπό τήν στρατευόμενη Ἐκκλησία, ὁπότε ἐξέλειπε καί τό ἀποστολικό κήρυγμα, προέκυψε ἡ ἀνάγκη νά προβληθεῖ ἡ αὐθεντία τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Αὐτό ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία χρειάσθηκε νά διαφυλάξει τήν διδασκαλία της ἔναντι τῶν καινοφανῶν αἱρέσεων. Τότε τονίσθηκε ἡ ἀποστολική διαδοχή πού ἔφεραν οἱ ἐπίσκοποι (χωρίς βεβαίως τό ἀπο-
στολικό ἀξίωμα νά ταυτίζεται μέ τό ἐπισκοπικό), διαδοχή πού ἀποτελοῦσε ἐγγύηση τῆς αὐθεντίας τοῦ κηρύγματος.
Ὁ Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας βλέπει στόν ἐπισκοπικό θεσμό «μίμημα τῶν θείων πραγμάτων» καί ὀνομάζει τόν Ἐπίσκοπο εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. «Ὅπου ἄν φανῇ ὁ Ἐπίσκοπος, ἐκεῖ καί τό πλῆθος- δηλαδή ὁ λαός – ἔστω, ὥσπερ ὅπου ἄν ἧ Χριστός Ἰησοῦς ἐκεῖ καί ἡ καθολική Ἐκκλησία», σημειώνει ὁ ἴδιος πατήρ. Ἐπίσης ὁ Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας θεωρεῖ τόν Ἐπίσκοπο καί ἐγγυητή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας «ὁ τιμῶν Ἐπίσκοπον ὑπὸ Θεοῦ τετίμηται· ὁ λάθρα τοῦ Ἐπισκόπου τί πράσσων τῷ διαβόλῳ λατρεύει» καί ἀλλοῦ ὁ Θεοφόρος πατήρ γράφει· «Ὅθεν καὶ ὑμῖν πρέπει, συντρέχειν τῇ τοῦ Ἐπισκόπου γνώμῃ, τοῦ κατά Θεόν ποιμένοντος ὑμᾶς· ὅπερ καὶ ποιεῖται αὐτοί, σοφισθέντες ὑπὸ τοῦ πνεύματος· τὸ γὰρ ἀξιονόμαστον πρεσβυτέριον, ἄξιον ὄν τοῦ Θεοῦ, οὕτως συνήρμοσται τῷ Ἐπισκοπῷ, ὡς χορδαὶ κιθάρας». Ἀργότερα ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μέ μία θαυμάσια εἰκόνα περιγράφει τόν ἐπί τῆς ἄνω καθέδρας καθήμενο ἐπίσκοπο ὡς ἑξῆς: «ὥσπερ τις χριστοφόρος οἰακοστρόφος, ἐπισκοπῶν τὴν ὅτε εὐπλοῦσαν καὶ ὅτε κλυδωνιζομένην ὀλκάδα, ἀπ᾽ αὐτοῦ πρὸς τὸν λαὸν διαλεγόμενος καὶ ὑπὲρ τοῦ πληρώματος εἰρήνην εὐχόμενος καὶ παρὰ τὴν ἁγίαν ἱστάμενος Τράπεζαν, ἵνα τὴν φρικτὴν ἀναφέρῃ θυσίαν» καί πολύ ἀργότερα ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων στήν ὁμολογία του ἀναφέρει: «Τὸ ἐπισκοπικόν ἀξίωμα οὕτως ἐστιν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀναγκαῖον, ὥστε χωρίς αὐτοῦ μὴ δύνασθαι μήτε Ἐκκλησίαν, μήτε χριστιανόν τινά ἢ εἶναι ἢ ὅλως λέγεσθαι· αὐτὸς γὰρ ὁ ἀξιωθεὶς Ἐπίσκοπος εἶναι, ὡς ἀποστολικὸς διάδοχος, ζῶσα ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς Γῆς… οὕτω δὲ αὐτοῦ τὸ ἀναγκαῖον ἐννοοῦμεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τὴν ἀναπνοὴν καὶ τῷ αἰσθητῷ τούτῳ κόσμῳ τὸν ἥλιον… ὅ,τι Θεός ἐν τῇ οὐρανίῳ τῶν πρωτοτόκων Ἐκκλησίᾳ καὶ ἥλιος ἐν τῷ κόσμῳ, τοῦτο ἕκαστος Ἀρχιερεύς ἐν τῇ κατὰ μέρος Ἐκκλησίᾳ».
Τό κυριώτερο ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου, ἀπό τό ὁποῖο καί ἀπορρέει κάθε ἄλλο ἔργο (κηρυκτικό, διοικητικό) εἶναι αὐτό τῆς τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας (ἁγιαστικό). Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι αὐτός πού ἔχει τήν δικαιοδοσία τῆς προσφορᾶς τῆς Ἀναίμακτου Θυσίας καί γιά καθαρά πρακτικούς λόγους ἀναθέτει τήν τέλεσή της καί στούς πρεσβυτέρους, καθώς αὐτός δέν μπορεῖ νά βρίσκεται ταυτόχρονα στίς διάφορες ἐνορίες του. Οἱ πρεσβύτεροι λειτουργοῦν μέ τήν ἄδεια καί στό ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου τους. Αὐτή τήν πραγματικότητα ἀντικατοπτρίζει ἡ συνήθεια νά τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία πάνω σέ ἀντιμήνσιο πού φέρει τήν ὑπογραφή τοῦ Ἐπισκόπου, αὐτό τό νόημα ἔχει καί ἡ συνεχής μνημόνευση τοῦ Ἐπισκόπου κατά τίς ἱερές ἀκολουθίες. «Ἐκείνη βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω, ἡ ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπον οὖσα, ἢ ᾧ ἄν αὐτὸς ἐπιτρέψη» κατά τόν θεοφόρο Ἰγνάτιο.
Βέβαια ὁ Ἐπίσκοπος δέν λειτουργεῖ αὐτόνομα. Ἀποτελεῖ μέρος συνόδου Ἐπισκόπων, ἀπό τήν ὁποία μάλιστα ἀναδεικνύεται. Λαμβάνει τήν ἀρχιερωσύνη ἀπό τρεῖς τουλάχιστον ἀρχιερεῖς οἱ ὁποῖοι τόν χειροτονοῦν καί κάθ᾽ ὅλη τή διάρκεια τῆς ποιμαντορίας του ἀναφέρεται στήν Ἱερά Σύνοδο, τῆς ὁποίας εἶναι μέλος καί τήν ὁποία μνημονεύει κατά τήν Ἁγία Ἀναφορά.
Πρέπει νά εἶναι σέ σύμπνοια μέ τό σῶμα τῶν κληρικῶν του καί νά ἀφουγκράζεται τή συνείδηση τοῦ λαοῦ του. Ἡ διάκριση τῶν ἐπισκόπων σέ ἐπιμέρους βαθμίδες (πατριάρχης, μητροπολίτης, ἀρχιεπίσκοπος κ.ἄ.) εἶναι καθαρά διοικητική καί δέν χαρακτηρίζει τήν μυστηριακή ἀξία τῆς ἀρχιερωσύνης.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω γίνεται σαφές τό ὅτι ὁ ἐπισκοπικός θεσμός εἶναι θεμελιώδους σημασίας στήν Ἐκκλησία.

Ἡ Ἐκκλησία, τιμῶσα τὸν Μητροπολίτην της δέεται: «Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἰδέ, καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην, καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ Δεξιά Σου» καί τόν πρῶτον αὐτῆς «χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῶον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας».

Νικόλαος Κατσικούλης,
Θεολόγος
Ἑορτολόγιον 2012 Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φωκίδος

ΤΩΝ 318 ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΟΙΚ.ΣΥΝ. Το Ευαγγέλιο Κατά Ιωάννην (ιζ΄ 1–13)


ΤΩΝ 318 ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΟΙΚ.ΣΥΝ. Το Ευαγγέλιο Κατά Ιωάννην (ιζ΄ 1–13) Εκτύπωση E-mail
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. Ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τόν καιρό ἐκείνο, αὐτὰ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐσήκωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε, «Πατέρα, ἦλθε ἡ ὥρα· δόξασε τὸν Υἱόν σου, διὰ νὰ σὲ δοξάσῃ καὶ ὁ Υἱός σου, σύμφωνα μὲ τὴν ἐξουσίαν ποὺ τοῦ ἔδωκες ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ δώσῃ ζωὴν αἰώνιον εἰς τὸν καθένα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τοῦ ἔδωκες. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή: τὸ νὰ γνωρίζουν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ὁποῖον ἔστειλες. Ἐγὼ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, ἐτελείωσα τὸ ἔργον ποὺ μοῦ ἔδωκες νὰ κάνω, καὶ τώρα δόξασέ με σύ, Πατέρα, πλησίον σου μὲ τὴν δόξαν ποὺ εἶχα μαζί σου πρὶν νὰ ὑπάρξῃ ὁ κόσμος. Ἐφανέρωσα τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκες ἀπὸ τὸν κόσμον. Δικοί σου ἦσαν καὶ τοὺς ἔδωκες σ’ ἐμένα, καὶ τὸν λόγον σου ἔχουν τηρήσει. Τώρα κατάλαβαν ὅτι ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωκες, εἶναι ἀπὸ σένα, διότι τὰ λόγια ποὺ μοῦ ἔδωκες, τοὺς τὰ ἔδωκα καὶ αὐτοὶ τὰ ἐδέχθησαν καὶ ἐγνώρισαν ἀληθινὰ ὅτι ἐβγῆκα ἀπὸ σένα καὶ ἐπίστεψαν ὅτι σὺ μὲ ἔστειλες.
Ἐγὼ γι’ αὐτοὺς παρακαλῶ, δὲν παρακαλῶ γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔδωκες, ἐπειδὴ εἶναι δικοί σου, καὶ ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου καὶ τὰ δικά σου εἶναι δικά μου, καὶ ἔχω δοξασθῆ δι’ αὐτῶν. Δὲν θὰ εἶμαι πλέον εἰς τὸν κόσμον, ἐνῷ αὐτοὶ θὰ εἶναι εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἐγὼ ἔρχομαι σ’ ἐσένα. Πατέρα ἅγιε, φύλαξέ τους μὲ τὴν δύναμιν τοῦ ὀνόματός σου ποὺ μοῦ ἔδωκες, διὰ νὰ εἶναι ἕνα ὅπως εἴμεθα ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους εἰς τὸν κόσμον, ἐγὼ τοὺς ἐφύλαττα μὲ τὴν δύναμιν τοῦ ὀνόματός σου· ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔδωκες τοὺς ἐφύλαξα καὶ κανένας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἐχάθηκε παρὰ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ γραφή. Ἀλλὰ τώρα ἔρχομαι σ’ ἐσένα, καὶ αὐτὰ τὰ λέγω ἐνῷ εἶμαι ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ ἔχουν τὴν χαράν μου μέσα τους τελείαν.