ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΣΤΙΒΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Κωστής Παλαμάς για το Δεξίλεω.

Ο Δεξίλεως ήταν αρχαίος ευγενής Αθηναίος, γιος του Λυσανίου εκ του Θορικού, είχε γεννηθεί όταν στην Αθήνα ήταν άρχοντας ο Τείσανδρος. Ανήκε στη τάξη των ιππέων, που έπεσε, σε ηλικία μόλις 20 ετών, μαζί με άλλους 4 ιππείς και του φύλαρχου Αντιφάνους το 394 π.Χ. στη Κόρινθο, όταν ήταν άρχοντας Αθηνών ο Ευβουλίδης. Στη μάχη εκείνη είχαν ηττηθεί οι Αθηναίοι από τους Σπαρτιάτες.

Η τέφρα του Δεξίλεω καθώς και των τεσσάρων άλλων ιππέων μεταφέρθηκε στην Αθήνα και εναποτέθηκε στο Δημόσιο Σήμα. Το ανάγλυφο που αποκαλύφθηκε στον Κεραμεικό κατασκευάστηκε αργότερα από τους συγγενείς του Δεξίλεω (ανάγεται στο 390 π.Χ.), όταν κατασκευάστηκε ο οικογενειακός τους περίβολος, όπου και ευρέθη το ανάγλυφο. (Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια). Το γνωστό  ομώνυμο ποίημα συνέγραψε ο Κωστής Παλαμάς και ξεκινάει με τους ακόλουθους στίχους:

«Κι από το πρώτο μάρμαρο κι από το πρώτο μνήμα

ακούω φωνή που χύνεται κι ακούω φωνή που λέει:

– Εμέ Δεξίλεω με λένε. Εγώ είμαι της Αθήνας

το λατρεμένο το παιδί, ταγένειο παλληκάρι.

Μ’ ανάθρεψαν τα βροντερά τραγούδια του Τυρταίου

και τάραξαν τον ύπνο μου τα όνειρα του Αισχύλου.

Εξω στο δρόμο, στη δουλειά, στου κάμπου τον αέρα

μούθρεψε ο ήλιος το κορμί και τ’άνοιξε σαν άνθος

και στο Γυμνάσιον ο θεός που τα βοηθάει τα νιάτα

μου τό ’πλασεν αρμονικά, σφικτό, χυτό και ωραίο.

Κ’ εγώ καβάλα, φτερωτός μέσα στους πρώτους πρώτος

συντρόφεψα το ιερό της Αθηνάς καράβι

κ’ έλεγα: βάλε μου, θεά, τρανή καρδιά στα στήθη,

δώσε φτερά στα πόδια μου και δύναμη στα χέρια

να πάω, κ’ εγώ ν’ αγωνιστώ και νικητής να λάμψω

στο πήδημα, στο πάλεμα, στο δρόμο, στο λιθάρι,

γιατί δεν είναι πιο ακριβή τιμή στο παλληκάρι

παρά καρδιά από σίδερο σε φτερωμένο σώμα.

Κ’ εγώ ονειρεύτηκα κ’ εγώ τη χάρη της αγάπης

και σε τραπέζια χαρωπά ροδοστεφανωμένος

τους στίχους του Ανακρέοντα τραγούδησα, κ’ εμπρός μου

σπαρταριστές χορεύτριες με λύρες και φλογέρες

μ’ αποκοιμήσανε τρελά στης αγκαλιάς τη ζέστη

κ’ εγώ ονειρεύτηκα κ’ εγώ της δόξας τη λαχτάρα,

άρχοντας, είπα να υψωθώ και στρατηγός να γίνω,

στο θέατρον άξιος ποιητής τα πλήθη να μαγεύω,

κ’ εγώ μια μέρα ν’ ακουστώ βροντόφωνα στην Πνύκα,

αστροπελέκι στους κακούς, και με τους φιλοσόφους,

εκεί που τρέχει ο Ιλισσός γλυκά και που ξαπλώνει

δροσάτον ίσκιο ο πλάτανος κ’ εγώ να ξεδιαλύνω

και τα σκοτάδια της ψυχής και τα κρυφά της πλάσης.

Αλλ’ ένας αγαθός θεός, που και ποτέ τα μάτια

δε σήκωσε από πάνω μου και πάντα με φυλάγει,

αυτός διώρισε για με μια δόξα πιο μεγάλη:

Για την πατρίδα ν’ αξιωθώ, να πάω να πολεμήσω!

και να! σαλπίζει η σάλπιγγα πολεμιστήριον ήχο,

κ’ η Αθήνα με τα ονείρατα πλατωνικά, η Αθήνα

ξυπνάει γοργά, αντρειεύεται καθώς η Αθηνά της,

γαλήνια κόρη και μαζί Πρόμαχος θεριεμένη.

Η Σπάρτη η ανυπόταχτη μας φοβερίζει, η Σπάρτη!

θυμήθηκα τον όρκο μου και αρματωμένος τρέχω

σε κυματόπλαστο άλογο θεσσαλικό που έχει

χαρά τον πόλεμο και σκάφτει, αυτιάζεται, δε στέκει.

Στο χέρι μου ανυπόμονο κουνιέται το κοντάρι,

θαρρώ πως μέσα μου η καρδιά βροντοχτυπάει του Κόδρου,

θαρρώ, είναι σαν του Αίαντα ψηλό το ανάστημά μου,

θαρρώ, το δρόμο ένας θεός μου δείχνει και κανένας,

ναι! και κανένας δεν μπορεί να κόψη την ορμή μου.

Με τον πολέμιο σμίξαμε στον κάμπο της Κορίνθου,

ηλιοκαμένος και τραχύς κι ακράτητος Σπαρτιάτης,

βορριάς χυμάει επάνω μου πελώριος Σπαρτιάτης.

Τα χρόνια μου τα είκοσι πυρώνονται και βράζουν.

Της Σπάρης άντρας είσ’ εσύ, παιδί είμαι της Αθήνας

βοηθάτε με, ίσκιοι πατρικοί των Μαραθωνομάχων!

σφιχτά κρατώ με το ζερβί το χαλινάρι, χύνω

σα φλόγα τ’άλογο, πετώ, σκύβω γοργά, τινάζω

τ’ολόμακρο κοντάρι μου, κατάστηθα τον βρίσκω.

Στα πόδια εμπρός του αλόγου μου κατρακυλάει και πέφτει,

πέφτει κ’ εκεί που τον πατώ κρυφά τον καμαρώνω

χωρίς να χάση την ορμή, χωρίς μιλιά να βγάλη,

πέφτει και χάνεται και σβει και φοβερίζει ακόμα.

Εμέ Δεξίλεω με λεν, παιδί είμαι της Αθήνας,

πολέμησα και νίκησα κ’ εγώ για την πατρίδα.

Σε λίγο ο θάνατος ορμάει κι αλύπητα κ’ εμένα

με παίρνει από την γην αυτή, με φέρνει σ’ άλλον κόσμο.

Δε μ’ έρριξε στα Τάρταρα, δε μ’ άφησε στον Άδη,

μακαρισμένο, αθάνατο, μ’ ανάστησε για πάντα

στα μαρμαρένια Ηλύσια, στα Ηλύσια της Τέχνης.

Ο κόσμος φεύγει, αλλάζει η γη, περνούν λαοί και κόσμοι

και πέφτουν και μαραίνονται σα φθινοπώρου φύλλα.

Κ’ εγώ εδώ πέρα ασάλευτος κι αμάραντος προβάλλω

και της πατρίδας τον εχθρό στα πόδια μου τον έχω.

Ω χάρη, ω νίκη της ζωής, ανήκουστη ευτυχία,

στα μαρμαρένια Ηλύσια, στα Ηλύσια της Τέχνης.

http://peopleandideas.gr

Διαβάζοντας μπορεῖτε συγχρόνω νὰ ἀκοῦτε: http://pasradio.com/private_player.php?id=107

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s