Ο ΘΕΣΜΟΣ TOΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ


Ο ΘΕΣΜΟΣ TOΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

Ὁ ὕψιστος βαθμός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας εἶναι αὐτός τοῦ Ἐπισκόπου. Στό πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου κατά τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας συγκεντρώνεται κάθε πνευματική καί διοικητική ἐξουσία καί ὁ Ἐπίσκοπος ἱστάμενος «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς περί αὐτόν τοπικῆς Ἐκκλησίας καθώς καί τήν ἐγγύηση τῆς κανονικότητάς της.
Κατά τήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης καί πρό αὐτῆς, ὁ ὅρος ἐπίσκοπος σήμαινε τόν ἐπόπτη καί ἐπιτηρητή. Οἱ ἀπαρχές τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐπισκόπων θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν, ἄν ὄχι τήν ἀποστολική, κατά τήν μεταποστολική ἐποχή.
Μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καί τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ πρώτη ἐκκλησιαστική κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων συγκροτήθηκε γύρω ἀπό τήν ἱερά δωδεκάδα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι διασκορπίσθηκαν στήν οἰκουμένη προκειμένου νά εὐαγγελίσουν τούς «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθήμενους» τήν πνευματική εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων ἀνέλαβε ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος καί τό περί αὐτόν σῶμα τῶν πρεσβυτέρων.
Αὐτός στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μνημονεύεται ὡς ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος συγκεκριμένης Ἐκκλησίας, ἄν καί κατά τήν ἐποχή γιά τήν ὁποία μιλᾶμε οἱ ὅροι πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά περιγράψουν τίς διάφορες ἐκκλησιαστικές θέσεις εὐθύνης (ἐπίσκοποι, διάκονοι, πρεσβύτεροι, ἡγούμενοι, ἄγγελοι) δέν ἀντιστοιχοῦν πλήρως στήν ὁρολογία πού ἐπικράτησε ἀργότερα, γεγονός πού μᾶς προξενεῖ πολλές δυσχέρειες.
Φαίνεται, πώς ἡ κοινή πρακτική τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἦταν ἀφοῦ κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο σέ κάποιον τόπο καί ἱδρύσουν μία ἐκκλησιαστική κοινότητα νά ἀναθέσουν (δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν) τήν πνευματική της καθοδήγηση σέ κάποιο χαρισματοῦχο καί ἐγνωσμένης ἀρετῆς μέλος τῆς νεόφυτης Ἐκκλησίας, καθώς ἡ δική τους ἀποστολική ἐξουσία ἦταν ὑπερόρια καί δέν ἦταν δυνατόν νά παραμένουν στόν ἴδιο τόπο ἐπί μακρόν. Μέ τίς κατά τόπους Ἐκκλησίες, πού κατά καιρούς εἶχαν ἱδρύσει, ἐπικοινωνοῦσαν ἐπιστολικῶς διατηρώντας κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπο τούς πνευματικούς τους δεσμούς.
Στίς λεγόμενες ποιμαντικές ἐπιστολές του (Πρός Τιμόθεον Α´ καί Β´, πρός Τίτον, ὀνομάζονται ἔτσι ἐπειδή ἀπευθύνονται σέ ποιμένες) ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στόν Τιμόθεο καί στόν Τίτο, ποιμένες τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἐφέσου καί τῆς Κρήτης ἀντιστοίχως, γιά νά τούς καθοδηγήσει πάνω σέ θέματα πού ἅπτονται τῆς διαποιμάνσεώς τους. Σέ αὐτές τίς ἐπιστολές γίνεται μνεία τοῦ ὅρου ἐπίσκοπος/ἐπισκοπή ἀλλά μέ σημασία πού διαφέρει ἀρκετά ἀπό τή μεταγενέστερη. Πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα σῶμα σεβασμίων ἀνθρώπων, πού χωρίς νά διακρίνονται ἀπό τούς πρεσβυτέρους, λειτουργοῦσαν ὡς κεφαλές τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Πρώτη ἀναφορά σέ Ἐπίσκοπο μέ τήν ἔννοια πού σήμερα γνωρίζουμε γίνεται στίς ἀρχές τοῦ δευτέρου αἰώνα ἀπό τόν ἅγιο Ἰγνάτιο τόν Ἀντιοχείας.Ἐδῶ πλέον ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, δορυφορεῖται ἀπό τό σῶμα τῶν πρεσβυτέρων καί τόν πιστό λαό.
Ἐνδεικτικό τῆς θέσεως του εἶναι τό ὅτι προΐσταται στήν κατ᾽ ἐξοχήν ἐκκλησιαστική πράξη, τήν προσφορά τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Ὅταν μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν οἱ αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες τῆς ἐπί τῆς γῆς πολιτείας τοῦ Κυρίου ἔφυγαν ἀπό τήν στρατευόμενη Ἐκκλησία, ὁπότε ἐξέλειπε καί τό ἀποστολικό κήρυγμα, προέκυψε ἡ ἀνάγκη νά προβληθεῖ ἡ αὐθεντία τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Αὐτό ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία χρειάσθηκε νά διαφυλάξει τήν διδασκαλία της ἔναντι τῶν καινοφανῶν αἱρέσεων. Τότε τονίσθηκε ἡ ἀποστολική διαδοχή πού ἔφεραν οἱ ἐπίσκοποι (χωρίς βεβαίως τό ἀπο-
στολικό ἀξίωμα νά ταυτίζεται μέ τό ἐπισκοπικό), διαδοχή πού ἀποτελοῦσε ἐγγύηση τῆς αὐθεντίας τοῦ κηρύγματος.
Ὁ Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας βλέπει στόν ἐπισκοπικό θεσμό «μίμημα τῶν θείων πραγμάτων» καί ὀνομάζει τόν Ἐπίσκοπο εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. «Ὅπου ἄν φανῇ ὁ Ἐπίσκοπος, ἐκεῖ καί τό πλῆθος- δηλαδή ὁ λαός – ἔστω, ὥσπερ ὅπου ἄν ἧ Χριστός Ἰησοῦς ἐκεῖ καί ἡ καθολική Ἐκκλησία», σημειώνει ὁ ἴδιος πατήρ. Ἐπίσης ὁ Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας θεωρεῖ τόν Ἐπίσκοπο καί ἐγγυητή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας «ὁ τιμῶν Ἐπίσκοπον ὑπὸ Θεοῦ τετίμηται· ὁ λάθρα τοῦ Ἐπισκόπου τί πράσσων τῷ διαβόλῳ λατρεύει» καί ἀλλοῦ ὁ Θεοφόρος πατήρ γράφει· «Ὅθεν καὶ ὑμῖν πρέπει, συντρέχειν τῇ τοῦ Ἐπισκόπου γνώμῃ, τοῦ κατά Θεόν ποιμένοντος ὑμᾶς· ὅπερ καὶ ποιεῖται αὐτοί, σοφισθέντες ὑπὸ τοῦ πνεύματος· τὸ γὰρ ἀξιονόμαστον πρεσβυτέριον, ἄξιον ὄν τοῦ Θεοῦ, οὕτως συνήρμοσται τῷ Ἐπισκοπῷ, ὡς χορδαὶ κιθάρας». Ἀργότερα ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μέ μία θαυμάσια εἰκόνα περιγράφει τόν ἐπί τῆς ἄνω καθέδρας καθήμενο ἐπίσκοπο ὡς ἑξῆς: «ὥσπερ τις χριστοφόρος οἰακοστρόφος, ἐπισκοπῶν τὴν ὅτε εὐπλοῦσαν καὶ ὅτε κλυδωνιζομένην ὀλκάδα, ἀπ᾽ αὐτοῦ πρὸς τὸν λαὸν διαλεγόμενος καὶ ὑπὲρ τοῦ πληρώματος εἰρήνην εὐχόμενος καὶ παρὰ τὴν ἁγίαν ἱστάμενος Τράπεζαν, ἵνα τὴν φρικτὴν ἀναφέρῃ θυσίαν» καί πολύ ἀργότερα ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων στήν ὁμολογία του ἀναφέρει: «Τὸ ἐπισκοπικόν ἀξίωμα οὕτως ἐστιν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀναγκαῖον, ὥστε χωρίς αὐτοῦ μὴ δύνασθαι μήτε Ἐκκλησίαν, μήτε χριστιανόν τινά ἢ εἶναι ἢ ὅλως λέγεσθαι· αὐτὸς γὰρ ὁ ἀξιωθεὶς Ἐπίσκοπος εἶναι, ὡς ἀποστολικὸς διάδοχος, ζῶσα ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς Γῆς… οὕτω δὲ αὐτοῦ τὸ ἀναγκαῖον ἐννοοῦμεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τὴν ἀναπνοὴν καὶ τῷ αἰσθητῷ τούτῳ κόσμῳ τὸν ἥλιον… ὅ,τι Θεός ἐν τῇ οὐρανίῳ τῶν πρωτοτόκων Ἐκκλησίᾳ καὶ ἥλιος ἐν τῷ κόσμῳ, τοῦτο ἕκαστος Ἀρχιερεύς ἐν τῇ κατὰ μέρος Ἐκκλησίᾳ».
Τό κυριώτερο ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου, ἀπό τό ὁποῖο καί ἀπορρέει κάθε ἄλλο ἔργο (κηρυκτικό, διοικητικό) εἶναι αὐτό τῆς τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας (ἁγιαστικό). Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι αὐτός πού ἔχει τήν δικαιοδοσία τῆς προσφορᾶς τῆς Ἀναίμακτου Θυσίας καί γιά καθαρά πρακτικούς λόγους ἀναθέτει τήν τέλεσή της καί στούς πρεσβυτέρους, καθώς αὐτός δέν μπορεῖ νά βρίσκεται ταυτόχρονα στίς διάφορες ἐνορίες του. Οἱ πρεσβύτεροι λειτουργοῦν μέ τήν ἄδεια καί στό ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου τους. Αὐτή τήν πραγματικότητα ἀντικατοπτρίζει ἡ συνήθεια νά τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία πάνω σέ ἀντιμήνσιο πού φέρει τήν ὑπογραφή τοῦ Ἐπισκόπου, αὐτό τό νόημα ἔχει καί ἡ συνεχής μνημόνευση τοῦ Ἐπισκόπου κατά τίς ἱερές ἀκολουθίες. «Ἐκείνη βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω, ἡ ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπον οὖσα, ἢ ᾧ ἄν αὐτὸς ἐπιτρέψη» κατά τόν θεοφόρο Ἰγνάτιο.
Βέβαια ὁ Ἐπίσκοπος δέν λειτουργεῖ αὐτόνομα. Ἀποτελεῖ μέρος συνόδου Ἐπισκόπων, ἀπό τήν ὁποία μάλιστα ἀναδεικνύεται. Λαμβάνει τήν ἀρχιερωσύνη ἀπό τρεῖς τουλάχιστον ἀρχιερεῖς οἱ ὁποῖοι τόν χειροτονοῦν καί κάθ᾽ ὅλη τή διάρκεια τῆς ποιμαντορίας του ἀναφέρεται στήν Ἱερά Σύνοδο, τῆς ὁποίας εἶναι μέλος καί τήν ὁποία μνημονεύει κατά τήν Ἁγία Ἀναφορά.
Πρέπει νά εἶναι σέ σύμπνοια μέ τό σῶμα τῶν κληρικῶν του καί νά ἀφουγκράζεται τή συνείδηση τοῦ λαοῦ του. Ἡ διάκριση τῶν ἐπισκόπων σέ ἐπιμέρους βαθμίδες (πατριάρχης, μητροπολίτης, ἀρχιεπίσκοπος κ.ἄ.) εἶναι καθαρά διοικητική καί δέν χαρακτηρίζει τήν μυστηριακή ἀξία τῆς ἀρχιερωσύνης.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω γίνεται σαφές τό ὅτι ὁ ἐπισκοπικός θεσμός εἶναι θεμελιώδους σημασίας στήν Ἐκκλησία.

Ἡ Ἐκκλησία, τιμῶσα τὸν Μητροπολίτην της δέεται: «Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἰδέ, καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην, καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ Δεξιά Σου» καί τόν πρῶτον αὐτῆς «χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῶον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας».

Νικόλαος Κατσικούλης,
Θεολόγος
Ἑορτολόγιον 2012 Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φωκίδος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s