Η Γευγελή στον Μακεδονικό Αγώνα.


Η Γευγελή (Гевгелија) στον Μακεδονικό Αγώνα.

Γ. Θ. Βαφόπουλος

Tο να μιλεί κανείς από τούτο τό βήμα του πιο έγκυρου πνευματικου οργανισμού τής Βόρειας Ελλάδας είναι βέβαια μια τιμή.

Η Φιλόπτωχος Αδελφότητα Γευγελής
Οσο όμως μπορεί να κολακευθεί κανείς από μια τέτοια τιμή, αλλο τόσο κατέχεται από δισταγμό να τήν αποδεχθεί, γιατί κάθε τιμή έχει και τό αντίβαρο μιας ευθύνης.Αυτή τήν ευθύνη ένιωσα να με βαραίνει, δταν ό άξιότιμος πρόεδρος τής Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ό καθηγητής κ. Βαβουσκος, με προσκάλεσε να ένταχθώ στον κύκλο των ομιλητών, που θά διαπραγματεύονταν τό μεγάλο θέμα του Μακεδονικού ’Αγώνα.

Ή πολύχρονη έπίδοσή μου σ’ εναν ορισμένο τομέα τής ελληνικής πνευματικής ζωής με πλούτισε με τήν εμπειρία, ότι ενα από τα μειονεκτήματα τών Ελλήνων είναι ή εφεσή τους πρός τήν πολυπραγμωσύνη.
Πιστεύω πως   ό τόπος τούτος τότε μονάχα θά προκόψει, όταν ό καθένας μας περιορισθεί αυστηρά στον κύκλο, που εχει χαράξει γύρω του ή οποιαδήποτε αποκτημένη ειδικότητα του.

Ό κύκλος τής δικής μου ατομικής επίδοσης μπορεϊ να εφάπτεται που και που στον κύκλο τής ιστορίας, αλλά  οπωσδήποτε δεν ταυτίζεται μαζί της.
Με λίγα λόγια, δεν εχω καμια ειδική σχέση με τήν επιστημονική μέθοδο τής ιστορίας.
Κι ούτε φυσικά ήταν δυνατό, τώρα, σέ μια προχωρημένη ήλικία, να φιλοδοξήσω τή φθηνή δάφνη εστω και του ερασιτέχνη ιστορικού.

Και όμως, να που βρίσκομαι κι όλας πάνω στο βήμα τούτο, σέ μια κραυγαλέα άντίθεση πρός τις ίδιες μου τις άρχές και τήν ϊδια μου τήν πεποίθηση.

Γι αυτό νομίζω πως   οφείλω να δώσω μιαν εξήγηση. Ένέδωσα στήν πρόσκληση του κ. Βαβούσκου, γιατί δυο περιστατικά, από τήν παιδική μου ήλικία, κρατούνε καίρια θέση μέσα στή συνείδησή μου:

Τό πρώτο είναι μια οικογενειακή υποθήκη αίματος.
Του αίματος του δολοφονημένου πάππου μου, που φέρω τό όνομά του.
Ό Γεώργιος Βαφόπουλος, διδάσκαλος τών ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε τό πρώτο θύμα του Μακεδονικού ’Αγώνα στήν πατρίδα μου Γευγελή.
Τό δεύτερο περιστατικό σημαδεύει τήν ώρα τής γέννησής μου.
Τή νύχτα τής 24ης Αύγουστου 1903, με τό ’Ιουλιανό ήμερολόγιο, τα κλαψουρίσματα ενός νεογέννητου βρέφους συνοδεύονταν από τον πάταγο τής έκρηξης μιας βόμβας στή σιδηροδρομική γραμμή τής Γευγελής.
Ήταν ή ώρα που ό Μακεδονικός ’Αγώνας εμπαινε στήν τελευταία και σκληρότερη φάση του.

Πριν όμως προχωρήσω στα καθέκαστα αύτου τού ’Αγώνα, που χαρακτηρίζεται σαν τό μεγαλύτερο εθνικό γεγονός, μετα τήν ’Επανάσταση τού 1821, ύποχρεώνομαι από τό πνεύμα τής έποχής μας, να έπισημάνω τις ιστορικές διαφοροποιήσεις, που πραγματοποιήθηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, υστερ’ από τούς δυο μεγάλους παγκόσμιους πολέμους.

Ή διεθνής συνείδηση εχει πιά παραδεχθεί, πως   μετα από κάθε πόλεμο, όχι μονάχα ό ήττημένος, αλλά και ό νικητής θρηνεί πάνω στα ερείπια τής νίκης του.
Κι ή άλματώδης πρόοδος τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, που έχουν μηδενίσει σχεδόν τις άποστάσεις που χώριζαν άλλοτε τούς διάφορους λαούς, δημιούργησαν ενα καινούργιο κλίμα κοινωνικών επαφών και άνθρώπινων σχέσεων, ώστε να παραμερισθουν παλιές προκαταλήψεις και άκατανόητοι σήμερα φανατισμοί.

Δίπλα στο άρχαϊο και μόνιμο αίτημα δλων τών λαών γιά τήν εθνική τους άνεξαρτησία και τήν ελευθερία, ήδη προβάλλει και τό χριστιανικό αίτημα τής παγκόσμιας συμφιλίωσης και τής επί Γής Ειρήνης.

Μονάχα όταν πραγματοποιηθεί τό ιδανικό τής παγκόσμιας ειρήνης, θά ύπάρξει ή δυνατότητα να συνεχίσει τή ζωή του ό πλανήτης μας μέσα στο άπειρο Σύμπαν.

Ομως ή πραγματοποίηση τούτου του ιδανικού δε σημαίνει και τό θάνατο τής ιστορικής μνήμης. ’Αλίμονο άν ή άνθρωπότητα χάσει τήν ιστορική της μνήμη. Αύτό θά ισοδυναμούσε με τό σταμάτημα τής ροής του χρόνου. Ή ιστορική μνήμη μας χρειάζεται όχι γιά τήν άναζωπύρωση παλιών τυχόν προκαταλήψεων ή άκόμα και τραγικών λαθών.

Μας χρειάζεται γιά να άξιολογήσουμε «έν ψυχρώ» όσα δημιουργήθηκαν στον παρωχημένο χρόνο, να ξεχωρίσουμε τα θετικά της στοιχεία και άπορρίψουμε τα άρνητικά, ώστε νάμαστε σε θέση να βοηθήσουμε στήν εξεύρεση τής άντίκειμενικής ιστορικής άλήθειας.

Δεν πρέπει ν’ άγνοούμε ότι στήν ιστορία όλων τών έθνών ή ύποκειμενική κρίση και ό άνθρώπινος συναισθηματισμός βοήθησαν στή δημιουργία πολλών μύθων. και ή νεώτερη ελληνική ιστορία άκόμα δεν είναι άπαλλα- γμένη από τήν παγκόσμια τούτη άδυναμία.

Ώς έθνος ύποφέραμε και εξακολουθούμε να υποφέρουμε από ενα ψυχολογικό πλέγμα, που θά τό ελεγα «Έλλαδικό Τοπικισμό».

Γιά να περιοριστούμε μονάχα στήν ιστορία τής Ελληνικής Επανάστασης του 1821, θά διαπιστώσουμε πως   στα βιβλία π.χ. τών Πελοποννησίων ιστορικών συγγραφέων διαφαίνεται ή πρόθεση τής προβολής του Μοραίτικου πνεύματος, ώς κύριου συστατικού των αγώνων του νεωτέρου Ελληνισμού, με τήν έξαρση τής μεγάλης μορφής του Κολοκοτρώνη.

Οί Ρουμελιώτες συγγραφείς, στήν προσπάθειά τους ν’ άποκαταστήσουν τήν ιστορική ισορροπία, προβάλλουν περισσότερο τό πνευμα τής Ρούμελης, με κυρίαρχο ήρωα τον Καραϊσκάκη.

Κι επρεπε κάποτε, πριν από πενήντα μόλις χρόνια, να έμφανισθουν, εντελώς περιστασιακά, τα «Ενθυμήματα» του Κασομούλη,
για να προβληθεί και τό πνεύμα τής Βόρειας Ελλάδας, που 
ό ρόλος της στή διαμόρφωση τής νεώτερης ελληνικής ιστορίας 
και ιδιαίτερα ή συμμετοχή της 
στήν Επανάσταση του 1821 είχεν εντελώς αγνοηθεί.

Κι είναι μια ευτυχής συγκυρία, που ενας σύγχρονος ιστορικός, ό καθηγητής ’Απόστολος Βακαλόπουλος, με τήν πεντάτομη «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», βάζει κάποια τάξη στα «έλλαδικά» σκαμπανεβάσματα τής νεώτερης ελληνικής ιστορίας.

Τό πνευμα τούτο του «Έλλαδικού Τοπικισμού» εϊναι υπεύθυνο γιά τό ιστορικό λάθος, που τοποθετεί τήν άρχή του Μακεδονικού ’Αγώνα στό ετος 1904.

Ή ιστορική αυτή άναλήθεια είναι ανάγκη ν’ αναιρεθεί.
Ό Μακεδονικός ’Αγώνας, όπως ήδη τονίσθηκε και από άλλους όμιλητές, είχεν άρχίσει ουσιαστικά τρεις περίπου δεκαετίες νωρίτερα,-γιά να κορυφωθεί στήν τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.
Τό ετος 1904 άποτελεϊ άπλώς τήν άφετηρία τής συμμετοχής του επίσημου Έλληνικου Κράτους, τό όποιο ώς τότε, γιά λόγους που θά ίδουμε στή συνέχεια, βρισκόταν σέ πλήρη αδυναμία να ελθει άρωγό σέ έκείνο τον ’Αγώνα.

Οί δολοφονίες Ελλήνων, που υπήρξαν τα πρώτα θύματα του Μακεδονικου ’Αγώνα, άρχισαν, τουλάχιστο στήν περιοχή τής Γευγελής, αρκετα χρόνια πριν από τήν έπίδικη χρονολογία του 1904. 

Και γιά να τεκμηριώσω, με άπτα στοιχεία τον ισχυρισμό μου, θ’ άναφερθώ στό βιβλίο του Γεωργίου Χατζηκυριακου, που τυπώθηκε στις άρχές του αιώνα μας, με τον τίτλο «Σκέψεις και έντυπώσεις έκ περιοδείας άνα τήν Μακεδονίαν».
Πράγματι, ό έμπνευσμένος έκεϊνος λειτουργός τής Παιδείας είχεν επιχειρήσει μια πολύχρονη και επίπονη περιοδεία σ’ ολόκληρη τή Μακεδονία, κατα τό τέλος του 19ου αιώνα.
Πέρασε κι από τή Γευγελή.
Άφου περιηγήθηκε ολόκληρη τήν περιοχή της, γράφει στό βιβλίο του:
«Έπεσκοπήσαμεν και τήν κοινότητα ταύτην και τό σχολείον και τάς εκκλησίας, εις μίαν των οποίων άνέγνωμεν επί επιταφίου πλακός τον μαρτυρικόν θάνατον του φιλοπάτριδος ίατρου Κυβερνίδου, ώς και του γενναίου προμάχου τής ορθοδοξίας Βαφοπούλου, άμφοτέρων πεσόντων αύτόθι ύπό δολοφονικής Βουλγάρου χειρός».

Οί δυό αύτές δολοφονίες είχαν γίνει τό 1897, δηλαδή επτα όλόκληρα χρόνια πριν από τό 1904.
Ή δολοφονία του Βαφόπουλου, που άναφέρει ό Χατζηκυριάκου, ήταν ή μεγάλη τραγωδία τής οίκογένειάς μου.
Σας άνέφερα τούτο τό ιστορικό τεκμήριο, για να άποδειχθεί ότι ο Μακεδονικός ’Αγώνας βρισκόταν στήν κορύφωσή του ήδη από τα μέσα τής τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα.

Κι άς μου συγχωρηθεϊ παρακαλώ ή αναφορά στή δολοφονία του πάππου μου, που δέν εγινε φυσικά από πρόθεση φιλαυτίας, άλλ’ από τήν ανάγκη στήν προσφυγή μιας ιστορικής απόδειξης. και άλλοι πολλοί Έλληνες πριν και μετα απ’ αύτόν είχαν τήν ϊδια τραγική μοίρα.

Ή ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα άναμφισβήτητα δέν εχει άκόμα συντεθεί με απόλυτα τεκμηριωμένα κριτήρια.
Έτυχε να παρακολουθήσω στήν εφημερίδα «Μακεδονία» ολόκληρη σειρά δημοσιευμάτων, που είχαν προκύψει από τή μελέτη διαφόρων κρατικών άρχείων.
Ήταν πολύ φυσικό να υπήρχαν πολλά κενα στή σειρά αυτών τών δημοσιευμάτων, άφου τα κρατικά άρχεία γιά τον Μακεδονικόν ’Αγώνα άρχισαν να σχηματίζονται μετα τό 1903.

Και τα κενα αύτα τών δημοσιευμάτων τής «Μακεδονίας» έρχόντανε να τα συμπληρώσουν διάφοροι επιστολογράφοι, ή παρεμβολή τών οποίων όσο πολύτιμη κι άν ήταν, δημιουργουσε ώστόσο κάποια σύγχυση, γιατί ήταν φανερή ή προσπάθεια τής προβολής συναισθηματικών προσωπικών περιστατικών.
Άλλωστε και ή οργάνωση του πρόσφατου Συμποσίου, με τή συνεργασία του Ι.Μ.Χ.Α. και του Μουσείου του Μακεδονικου ’Αγώνα, κατα τήν όποίαν εγιναν τόσο σημαντικές άνακοινώσεις, απέδειξε ότι υπάρχει άκόμα πολύ άγνωστο υλικό γιά τή σύνθεση μιας τεκμηριωμένης ιστορίας του Μακεδονικου ’Αγώνα.

Θά ήθελα να έκφράσω μιαν εύχή πρός τήν Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, να προκηρύξει διαγωνισμούς γιά τή συγγραφή επιστημονικά τεκμηριωμένων πραγματειών, γιά όλα τα επί μέρους θέματα του Μακεδονικού ’Αγώνα.
Οί πραγματείες αύτές θ’ άποτελέσουν τή βάση γιά τή σύνθεση τής αυθεντικής ιστορίας τού ’Αγώνα.

Κι άς ερθουμε τώρα στον επί μέρους ρόλο τής Γευγελής στον Μακεδονικόν ’Αγώνα.

 ’Αλλά γιά να γίνει τούτο κατανοητό, πρέπει να δουμε τί ήταν ή Γευγελή.

Τό όνομά της φαίνεται πως   εχει βυζαντινή προέλευση.
Ό λαογράφος και ιστορικός Ί. Θωμόπουλος εγραψε πώς, κατα τον Γιουγκοσλάβο καθηγητή Πέτερ Σκόκ, τό όνομα Γευγελή προέρχεται από τή λέξη ζεύγλη, που σημαίνει ζευγολατειό, δηλαδή τσιφλίκι ή άγροτικό συνοικισμό.

Και πράγματι ή Γευγελή άρχικά ήταν τσιφλίκι.
Και νομίζω πως   ή ετυμολογία αύτή τής λέξης Γευγελή παίρνει μια ξεχωριστή σημασία, όταν μάλιστα προβάλλεται από τή γραφίδα ένός Γιουγκοσλάβου επιστήμονα.

Ή Γευγελή βρίσκεται στή θέση τής άρχαίας Είδομένης, τήν όποία αναφέρουν στα κείμενα τους ό Ηρόδοτος και άργότερα ό Θουκυδίδης.
Τό ελληνικό χωριό, που λέγεται σήμερα Είδομένη, βρίσκεται πολύ μακρυά από τή θέση τής άρχαίας Είδομένης.Του δόθηκε αυτό τό δνομα, γιά τόν άπλούστατο λόγο, ότι ή Γευγελή είχε μείνει από τήν άλλη πλευρά των συνόρων και δυστυχώς δεν είχαμε πιά τό δικαίωμα να δώσουμε σέ μια πόλη μιας ξένης επικράτειας τό παλιό έλληνικό της όνομα.

Κι έτσι τό δώσαμε στό πιό κοντινό έλληνικό χωριό, που λεγόταν παλιότερα Σέχοβο.

Τή Γευγελή θά τή δούμε να συνδέεται, κατα κάποιον τρόπο, και με τήν Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Τότε ή ’Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιά να έντοπίσει τήν εθνική εξέγερση τών Ελλήνων στήν άρχική της έστία, δηλαδή στό Μόριά και τή Ρούμελη, μετέφερε σέ διάφορα μέρη τής Μακεδονίας και ιδιαίτερα στήν περιοχή τής Γευγελής, συμπαγείς τουρκικούς πληθυσμούς, από τα βάθη τής Μικρας Άσίας. 

Οί τουρκικοί αυτοί πληθυσμοί θά χρησίμευαν σαν ενα φράγμα, που θά συγκρατούσε τήν επέκταση τής Επανάστασης πρός τόν βόρειο έλληνικό χώρο.

 Ωστόσο σέ πολλά σημεία τής Μακεδονίας οί Ελληνες έδρασαν εντελώς αυτόνομα.

Ή Γευγελή, με τό πέρασμα του χρόνου, εξελίχθηκε σέ μια μικρή αλλά  σημαντική πόλη.

Ή χάραξη τής σιδηροδρομικής γραμμής, που ένωσε τή Θεσσαλονίκη με τήν Εύρώπη, ήρθε ν’ άλλάξει τή μοίρα του παλιού χωριου.

Ή άμεση σύνδεσή της με τή Θεσσαλονίκη και τό πέρασμα τών ευρωπαϊκών συρμών δίπλα της εγιναν άφορμή να μετατραπεϊ, μέσα σέ λίγα χρόνια, σ’ ενα κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, που τής έδωσε άπίθανη ζωτικότητα και συνετέλεσε στήν άξιοποίηση ολόκληρης τής πλούσιας κοιλάδας του Άξιου.

Μπορεί κανείς εύκολα να φαντασθεί τό σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν οί καινούργιες αυτές συνθήκες ζωής στή διαμόρφωση του πληθυσμού τής Γευγελής.
’Εκτός από τούς περαστικούς ξένους εμπορικούς αντιπροσώπους, που με τήν παρουσία τους έδιναν εναν έντονώτερο τόνο στή ζωή τής Γευγελής, τήν εποχή κυρίως τής άγορας τών κουκουλιών και τόύ καπνου, υπήρχε κι ενας μόνιμος άριθμός από ξένους, που διάφορα συμφέροντα τούς είχαν κάμει να εγκατασταθούν έκεί.

Μέσα σέ τουτο τό μικρό άνθρώπινο μωσαϊκό κυριαρχούσαν τρεις ενότητες πληθυσμού: 
Οί Ελληνες, οί Τούρκοι και οί Βούλγαροι.

‘Όλοι μαζί δέν ξεπερνούσαν τις 8 ή 10 χιλιάδες.

Οί Τούρκοι άποτελούσαν τό στοιχείο, που κρατούσε στα χέρια του τήν εξουσία. Αύτοί είχαν τή διοίκηση με τόν Καϊμακάμη, αύτοί κατείχαν τό Μπελεντιέ, δηλαδή τή Δημαρχία, αύτοί δριζαν τήν άστυνομία, αύτοί διοικούσαν τούς στρατώνες.

Και πρέπει ϊσως έδώ να ειπωθεί, ότι ή τουρκική παράσταση είχε κάποια έξαρση, με τα αληθινα λαμπρά δημόσια κτίρια, που δέ διέφεραν καθόλου από τα δημόσια κτίρια τών άλλων πόλεων τής ’Οθωμανικής Αύτοκρατορίας.

Οί Τούρκοι λοιπόν είχαν τήν εξουσία. Μιαν εξουσία όμως που είχε χάσει τήν παλιά σκληρότητα της και βρισκόταν τώρα στήν παρακμή της. Μιαν εξουσία διαβρωμένη από τήν υπονόμευση τών ραγιάδων, που με τα άποκτημένα προνόμια τους, είχαν άρχίσει να διεισδύουν στή δημόσια ζωή και ν’ άλλάζουν τον τόνο τής κρατικής δραστηριότητας.

Ή τελευταία γενιά τής Τουρκοκρατίας δέ θυμαται βαρβαρότητες τών Τούρκων.
Ή άνοχή τους, κι άκόμα ή άδιαφορία τους, τούς έβαζαν κάποτε σέ δεύτερη μοίρα από τα αλλα δύο στοιχεία, τούς Ελληνες και τούς Βουλγάρους.

Πολλές φορές ή άδιαφορία τους εκείνη ήταν σκόπιμη, γιατί τούς βοηθούσε να φθείρουν τούς Χριστιανούς, με τό θανάσιμο άνταγωνισμό μεταξύ τους, που είχεν ήδη άρχίσει από κάμποσο καιρό. και νομίζω, πως   έδώ τοποθετείται ή κορυφαία στιγμή τής ιστορίας τής Γευγελής, που τήν εντάσσει ολόκληρη στον Μακεδονικόν ’Αγώνα.

Ό σκληρός εκείνος άγώνας ήταν μια αιματηρή φάση μέσα στήν ιστορία τών συγκρούσεων τής έλληνικής ιδέας με τό σλαυϊκό πνευμα.

Δεν είναι στό σχέδιο τής ομιλίας μου να έξηγηθεί πως   πραγματοποιήθηκε ή σλαυϊκή διείσδηση σ’ ολόκληρο τό χώρο τής Μακεδονίας.

Θάταν αρκετή νομίζω μια σύντομη άνασκόπηση τών ιστορικών δεδομένων από τό 1872 κι εδώθε, από τήν εποχή δηλαδή του Βουλγαρικού ’Εκκλησιαστικού Σχίσματος, που άποτελεί και τήν άφετηρία τού Μακεδονικού ’Αγώνα.

Είναι γνωστό πως   τό έλληνικό φρόνημα έπέζησε μετα τήν Άλωση, μόνο χάρη στήν Ελληνική ’Ορθόδοξη Εκκλησία.

 Ό υπόδουλος έλληνισμός στή θέση τού παλιού Αύτοκράτορα είχε τώρα γιά άρχηγό του τον Πατριάρχη τής Κωνσταντινούπολης. 

Τό λιγοστό σλαυϊκό στοιχείο, που ήταν διασπαρμένο στή Μακεδονία, από τα κατάλοιπα τών παλιών επιδρομών, θεωρούσε κι αυτό τόν Πατριάρχη σαν άρχηγό του.

Κι έπειδή τό σλαυϊκό αυτό στοιχείο δέν ανήκε σέ κανένα συγκεκριμένο έθνος, όλοι όσοι τό άποτελούσαν είχαν όνομασθεί Πατριαρχικοί. από τή μια μεριά λοιπόν υπήρχε τό καθαρά έλληνικό στοιχείο, που άποτελούσε τήν πλειονότητα τού πληθυσμού τής Μακεδονίας.
Κι από τήν αλλη μεριά οί λεγόμενοι Πατριαρχικοί.
Τό έλληνικό στοιχείο ήταν έκεϊνο που συντηρούσε, από γενιά σέ γενιά, τή βυζαντινή παράδοση και τό εθνικό φρόνημα.

Οί Πατριαρχικοί ήσαν άνθρωποι άπλοί, χωρίς καμια εθνική συνείδηση, ενας κόσμος πρόσφορος να δεχθεί επιδράσεις από τό έλληνικό στοιχείο, που στεκόταν σέ πολύ ψηλότερο επίπεδο πολιτισμού. και φαίνεται παράξενο πώς, άντίθετα, και τό κατώτερο αύτό σλαυϊκό στοιχείο είχε κάποιαν επίδραση στον ελληνικό πληθυσμό.
Κατάφερε, με τό πέρασμα του χρόνου, σέ διάφορες περιοχές, ίδίώς της βόρειας και δυτικής Μακεδονίας, να του μεταδώσει τή γλώσσα του.

Ή γλώσσα αύτή, όργανο επικοινωνίας άπλοϊκών άνθρώπων, ήταν ενα μίγμα από κατάλοιπα σλαυϊκών ιδιωμάτων, που δέχθηκαν τόσες επιδράσεις από τήν ελληνική- και τουρκική γλώσσα, ώστε στό τέλος διαμορφώθηκε σέ ενα ιδιότυπο γλωσσικό ιδίωμα, που εντελώς άνορθόδοξα τό είπαν σλαυομακεδονικό.

Ωστόσο αύτό τό άπλό γλωσσικό ιδίωμα, είχε μέσα του μια δύναμη.
Τή δύναμη που έχουν όλα τα άπλά και πρωτόγονα πράγματα. Και καθώς στα χρόνια τής δουλείας οί ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν σ’ ενα πνευματικό σκοτάδι, ή άπλή αύτή γλώσσα τούς ήταν βολικότερη να έκφράζουν τα άπλοϊκά τους συναισθήματα, γιά τα όποια ή πλούσια έλληνική γλώσσα ήταν πιά μια μεγάλη πολυτέλεια.
Τό φαινόμενο αύτό άποτελεί μιαν άλήθεια, που ήρθε ή νεώτερη γλωσσολογική έρευνα να τό επιβεβαιώσει,

Αύτή ήταν ή κατάσταση στή Μακεδονία ώς τό 1872, όταν εγινε τό Βουλγαρικό Εκκλησιαστικό Σχίσμα.
Τότε στό βόρειο χώρο υπήρχε ή ισχυρή επίδραση τής Ρωσίας, που άπέβλεπε πάντοτε σέ μια έπέκτασή της πρός τό Αιγαίο, σέ βάρος τής Όθωμανικής Αύτοκρατορίας.

Και χρησιμοποιούσε κάθε μέσο, γιά να εδραιώσει στούς βόρειους λαούς τής Βαλκανικής Χερσονήσου μια φυλετική σλαυϊκή συνείδηση. με τήν οργάνωση μιας πανσλαυϊστικής διπλωματίας άρχισε μια διασπαστική κίνηση μέσα στούς κόλπους τής “Ορθόδοξης Εκκλησίας, που κατέληξε στή δημιουργία Αυτοκέφαλης Βουλγαρικής Εκκλησίας, τήν όποία τό Πατριαρχείο τής Κωνσταντινούπολης τήν έκήρυξε Σχισματική.

Έτσι ή Ρωσία κατάφερε να άποσπάσει από τήν έπίδραση του Πατριαρχείου ενα μεγάλο μέρος τής βόρειας περιοχής του Αίμου.
’Ακολούθησε ό Ρωσοτουρκικός πόλεμος, με άποτέλεσμα τή γνωστή και τερατώδικη Συνθήκη του ‘Αγίου Στεφάνου, που δημιουργουσε στήν καρδιά τής Χερσονήσου του Αίμου τή μεγάλη Βουλγαρία.
Φυσικά ή συνθήκη έκείνη, με τήν επέμβαση τών άλλων δυνάμεων, τροποποιήθηκε ριζικά.

Εμεινε όμως ή μικρή Βουλγαρία με τις μεγάλες φιλοδοξίες.

Τήν ϊδια εποχή, στήν άλλη άκρη τής Χερσονήσου, τό Ελληνικό Κράτος ζουσε τή δική του εθνική περιπέτεια.
Είχε κλείσει τον κύκλο τής πρώτης του δυναστείας με τον Όθωνα και τώρα άρχιζε ή νέα περίοδός του, με τον καινούργιο νεαρό του βασιλέα Γεώργιο.
Ή συνθήκη του ‘Αγίου Στεφάνου ήταν επόμενο να συγκλονίσει ολόκληρο τό Ελληνικό Έθνος, και να τό κάμει να ζητήσει τήν άποκατάσταση μιας ισορροπίας στα Βαλκάνια.

Αρχισε τότε ή κίνηση γιά τήν άπελευθέρωση τής Θεσσαλίας.
’Αλλά κι έδώ ή επέμβαση τών μεγάλων δυνάμεων εγινε αιτία του άτυχήματος τοί 1886 στα ελληνοτουρκικά σύνορα.
’Ακολούθησε μια περίοδος εσωτερικής άνωμαλίας, που κατέληξε στον άτυχο πόλεμο του 1897.

Ή Ελλάδα τώρα βρισκόταν πληγωμένη, ταπεινωμένη και έγκαταλειμμένη από τούς άλλοτε προστάτες της.

Γλύφοντας τίς πληγές της και ζητώντας να βρει τούς ύπεύθυνους εκείνου του πολέμου, είχε παρασυρθεία μια εσωτερική πολιτική περιπέτεια, που πολύ άργότερα, με τό κίνημα στό Γουδί, βρήκε τήν κάθαρσή της.

Στό μεταξύ όμως αύτό, ή Ελλάδα είχε άναστείλει κάθε φιλοδοξία και κάθε προσπάθεια γιά τήν άπελευθέρωση του άλλου υπόδουλου Ελληνισμού.

Ένώ άντίθετα, τό νεαρό βουλγαρικό κράτος, με τήν απεριόριστη βοήθεια τής τσαρικής Ρωσίας, είχεν αναπτύξει μια έκπληκτική δραστηριότητα γιά τόν έκβουλγαρισμό τής Μακεδονίας.

Ό άρχικός της στόχος ήταν οί Πατριαρχικοί. Με διάφορα μέσα, πρό πάντων με άφθονο χρήμα, προσπάθησε να τούς έμπνεύσει τήν πίστη, ότι ήσαν τα κατάλοιπα τών απογόνων τών σλαύων επιδρομέων κατα του Βυζαντίου και να τούς άποσπάσει από τήν έπιρροή του Πατριαρχείου. Κατάφερε σέ πολλά μέρη τής Μακεδονίας να ιδρύσει έξαρχικές εκκλησίες.

Άρχισε, δίπλα στα ελληνικά στοιχεία, τα μόνα που υπήρχαν, να στήνει δικά της βουλγαρικά.

Τό έλληνικό στοιχείο στήν άρχή βρέθηκε σέ κάποια σύγχυση.

’Έβλεπε πως   μια ξένη εχθρική δύναμη ερχόταν ν’ αλλάξει τή μοίρα του τόπου του.
Στήν άμηχανία του στράφηκε πρός τό Νότο, εκεί που είχε τοποθετήσει όλα τα όνειρά του, όλες τίς προσδοκίες του, τό ϊδιο τό πεπρωμένο του.
Είναι δύσκολο ν’ άντιληφθουμε σήμερα τί έσήμαινε γιά τούς Μακεδόνες ή Ελλάδα τήν εποχή εκείνη.
Τό ελεύθερο Έλληνικό Κράτος, ένώ τότε, γιά τόν ιστορικό παρατηρητή, δέν ήταν παρά μια έστία κομματικής φαυλότητας, γιά τόν άγνό Μακεδόνα πατριώτη ήταν ό ιερός τόπος, όπου είχαν καταφύγει όλα τα μεγάλα ιδανικά του άνθρώπου.

Ή Ελλάδα στή συνείδηση τών απλοϊκών κατοίκων τής Μακεδονίας είχε προσλάβει υπερκόσμιες διαστάσεις.
Οταν λοιπόν τό έλληνικό στοιχείο τής Μακεδονίας με άπελπισία διαπίστωσε πως   οί θύρες του Έλληνικου Κράτους ήσαν κλειστές, δέν του εμένε παρά ν’ άναλάβει τόν αγώνα μόνο με τίς δικές του δυνάμεις.
Κι άρχισε ή άντεπίθεση.
Οί πλούσιοι άνοιξαν τα κεμέρια τους.
Οί γέροι έβαλαν τή σοφία τους.
Οί νέοι όπλισαν τήν καρδιά τους.

Ό άγώνας ήταν σκληρός, γιατί ό άντίπαλος είχε όπλα ισχυρά:
τήν προπαγάνδα,
τό χρήμα και
τόν τρόμο.
Κι όταν πιά όλα τα μέσα του άνταγωνισμου έξαντλήθηκαν, άρχισαν οί δολοφονίες, οί σφαγές και οί έμπρησμοί.

Ό Μακεδονικός Αγώνας, στή νεώτερη έλληνική ιστορία, κατέχει μια θέση άληθινής εποποιίας.

Και παρουσιάζει τήν ιδιοτυπία δτι, ενώ ήταν ένας αγώνας γιά τήν άπελευθέρωση τής Μακεδονίας από τούς Τούρκους, γινόταν λιγώτερο εναντίον τών Τούρκων και περισσότερο κατα τών Βουλγάρων.

Ή Γευγελή και ολόκληρη ή περιφέρειά της έχει μια μεγάλη μερίδα στον ’Αγώνα τούτον.

Ειπώθηκε στήν άρχή ότι τή διοίκηση τήν είχαν στα χέρια τους οί Τούρκοι.
«Ομως τόν τόνο στή δημόσια ζωή τον έδιναν οί «Ελληνες κατα πρώτο λόγο, και κατα δεύτερο λόγο οί Βούλγαροι, που άνταγωνίζονταν βήμα πρός βήμα τούς Έλληνες.

Βέβαια ή θέση τής Γευγελής μέσα στήν πλούσια κοιλάδα τού Άξιού και πάνω στο δρόμο, που ένωνε τή Θεσσαλονίκη με τήν Εύρώπη, ήταν ή βασική αιτία τής γρήγορης εξέλιξής της.

«Ομως και ό μεγάλος και συνεχής άνταγωνισμός μεταξύ τού ελληνικού και βουλγαρικού στοιχείου, συνετέλεσε στήν κοινωνική της πρόοδο.

Τό πρώτο και μοναδικό σχολείο ήταν έλληνικό. 

Κι όταν κάποτε, με τή χορηγία του Αναστασίου Τσούφλη, ένός μεγάλου έθνικου ευεργέτη από τήν Ήπειρο, κτίσθηκε τό νέο λαμπρό κτίριο τής Αστικής Σχολής Γευγελής, τό έλληνικό στοιχείο είχε κερδίσει τή μεγάλη μάχη εναντίον τών Βουλγάρων.

Τό σχολείο έκείνο ήταν από τα ώραιότερα τής Μακεδονίας, και πλούσια εφοδιασμένο με όλα τα έποπτικά μέσα διδασκαλίας.
Γιά τήν ιστορία άξίζει ϊσως να ειπωθεί, ότι ό γνωστός στή Θεσσαλονίκη Μέγας Διδάσκαλος τού Τεκτονισμού, ό ’Ιωάννης Κωνσταντινίδης από τή Στρώμνιτσα, ήταν ένας από τούς διευθυντές του.

Πρώτος εκείνος, νεοφερμένος από τή Γερμανία, είχεν εισαγάγει τόν νέο τύπο τών διθέσιων θρανίων, που πολύ άργότερα τόν υιοθέτησαν και τα σχολεία τής Θεσσαλονίκης.

Από τό σχολείο τής Γευγελής πέρασαν έξαίρετοι διδάσκαλοι και παιδαγωγοί, ανάμεσα στούς οποίους αξίζει να μνημονευθεί ή παρουσία τού Δημοσθένη Χαρδαλια, πατέρα τού σημερινού Άντιδημάρχου Θεσσαλονίκης. Ό Δημοσθένης Χαρδαλιας άργότερα ύπήρξε Διευθυντής τού Διδασκαλείου Θεσσαλονίκης.

Μετα τό κτίσιμο τού θαυμάσιου σχολείου τής Γευγελής, οί Βούλγαροι έκαμαν τήν άντεπίθεσή τους. με τό άφθονο χρήμα τής Σόφιας, έκτισαν κι αυτοί ενα έπίσης λαμπρό σχολείο.

Τούς άκολούθησαν σέ λίγο και οί Σέρβοι, που με τήν προπαγάνδα τους είχαν ήδη δημιουργήσει μια μικρή εστία από λίγες οικογένειες πρώην πατριαρχικών.

Τό Σερβικό σχολείο λειτουργούσε μ’ ένα διδάσκαλο και με λίγους μαθητές.
«Ομως λειτουργούσε.
Γιατί αύτό επέβαλλε ή σέρβική προπαγάνδα, που φρόντιζε και να ντύνει άκόμα τούς φτωχούς μαθητές του.

Οί ‘Έλληνες είχαν δυο έκκλησίες: τήν παλιά μεταβυζαντινή τής Άναλήψεως και τή νεώτερη τής ‘Αγίας Τριάδος.
Οί Βούλγαροι δέν είχαν καμιά.
Εκκλησιάζονταν ώς τότε στήν εκκλησία τής Αναλήψεως.
Κι επειδή μετα τό Σχίσμα έπρεπε ν’ αποκτήσουν κι αύτοί δική τους εκκλησία, διεκδίκησαν, με τή βοήθεια των Τούρκων, τήν κατοχή τής ‘Αγίας Τριάδος.
Κατάφεραν να πάρουν και τήν έγκριση του Βαλή Θεσσαλονίκης, όμως δέν μπόρεσαν ουτε κάν να πλησιάσουν στήν Εκκλησία.

Οί ‘Έλληνες τή φρουρούσαν οπλισμένοι, έτοιμοι να πέσουν μπροστα στό νάρθηκά της.

Έπειτα από πολυχρόνιο αγώνα, οί ‘Έλληνες βγήκαν και πάλι νικητές.
Οι Βούλγαροι ισοφάρισαν τήν ήττα τους, κτίζοντας δική τους εκκλησία, άφιερωμένη στή μνήμη του Κυρίλλου και Μεθοδίου.

‘Ωστόσο οί ‘Έλληνες είχαν τα πρωτεία σ’ όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις.
’Οργάνωναν σχολικές γιορτές, γυμναστικές επιδείξεις, μαθητικές παρελάσεις.
Στή σκηνή τής μεγάλης αίθουσας του σχολείου, ερασιτέχνες έδιναν θεατρικές παραστάσεις.

Οί Βούλγαροι προπαθούσαν να τούς μιμηθούν.
Οί «Ελληνες είχαν οργανώσει λαμπρή φιλαρμονική, που κάθε Κυριακή εκαμνε τήν παρέλασή της στό μεγάλο κεντρικό δρόμο τής Γευγελής.
Σέ λίγο καιρό και οί Βούλγαροι κατάφεραν ν’ αποκτήσουν δική τους φιλαρμονική.

Έτσι λοιπόν, στον μικρόν έκείνο τόπο, ο άνταγωνισμός μεταξύ τών δύο στοιχείων πήρε τέτοιαν έκταση, δημιούργησε τέτοιες άντιθέσεις, εσπειρε τόσο μίσος, που ό άγώνας δέν άργησε να μεταβληθεί σέ ένοπλο.

«Οταν πιά οί Βούλγαροι είδαν πως   τό χρήμα και ή προπαγάνδα δέν ϊσχυσαν να κάμψουν τό φρόνημα τών Ελλήνων, άρχισαν τήν τρομοκρατία, με τήν οργάνωση ένοπλων συμμοριών από κομιτατζήδες.

’Ήδη έχει γίνει λόγος γιά τις πρώτες δολοφονίες.
Οί «Ελληνες μόνοι, χωρίς καμια βοήθεια, άνταπέδωσαν τα χτυπήματα.
Κι έτσι κάποτε φθάνουμε στό 1903, τήν εποχή που είχε κορυφωθεί ό Μακεδονικός ’Αγώνας, με τήν παρέμβαση πιά του επίσημου Έλληνικού Κράτους.

Τό Ελληνικό Κράτος ώς τότε, άπορροφημένο από τούς κομματικούς διαπληκτισμούς, δέν είχεν άκόμα συλλάβει, σ’ δλο τό βάθος, τό νόημα του Μακεδονικού ’Αγώνα.

’Αν τό Ελληνικό Κράτος είχε άντιμετωπίσει πολύ νωρίτερα τή σλαυϊκή επιβουλή, δέν υπάρχει καμια άμφιβολία δτι ή ξένη προπαγάνδα δέ θαβρισκε πρόσφορο έδαφος γιά διάβρωση.
Και σήμερα δε θαχε λόγους να μιλάει για «Μακεδονικό Ζήτημα» και για ξένες μειονότητες.

(Και στό σημείο αύτό παρακαλώ να μού έπιτραπεί μια παρένθεση. ’Απευθύνω έκκληση στα «φιλελληνικά αισθήματα» μερικών θερμοκέφαλων φιλάθλων τών άθηναϊκών ποδοσφαιρικών γηπέδων. ‘Όταν προπηλακίζουν, σέ δυσμενείς γι’ αύτούς περιστάσεις, τούς Θεσσαλονικείς ποδοσφαιριστές, παρακαλούνται, αν τούς βολεύει, να χρησιμοποιούν όποιαδήποτε έκφραση από τό σύγχρονο δυσώνυμο λεξιλόγιο, άλλά, γιά τό Θεό, ας μή χρησιμοποιούν άπαράδεκτους χαρακτηρισμούς, που έρχονται να ένισχύσουν τήν ξένη προπαγάνδα, γιά τό άνύπαρκτο «Μακεδονικό Ζήτημα». Υποθέτω πως   όλοι σας καταλαβαίνετε τί θέλω να πώ).

Τό επίσημο λοιπόν Έλληνικό Κράτος, μονάχα τήν έποχή έκείνη, γύρω στό 1903, κάτω από τήν πίεση τής ιστορικής πιά άνάγκης, που είχε ξεσηκώσει τις συνειδήσεις τών πατριωτών όλης τής Ελλάδας, άποφάσισε να έπέμβει γιά τή σωτηρία τής Μακεδονίας.

’Ήδη, άγαπητοί φίλοι, είστε άρκετα πληροφορημένοι γιά τα καθέκαστα τού Μακεδονικού ’Αγώνα, από τις εκθέσεις τών άλλων ομιλητών κι από τις συζητήσεις τού πρόσφατου Συμποσίου.

Γνωρίζετε πως   συγκροτήθηκε τό Έλληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο στήν ’Αθήνα και πως   άρχισαν να οργανώνονται τα πρώτα άνταρτικά σώματα, με άρχηγούς άξιωματικούς τού Έλληνικού Στρατού.

Αύτα τα σώματα τών Ελλήνων άνταρτών είχαν μια πανελλήνια σύνθεση, με νέα παλληκάρια από τό Μόριά, τή Ρούμελη, τήν Κρήτη, τα νησιά τού Αιγαίου και τού Ίονίου, άκόμα κι από τήν Κύπρο και τήν τουρκοκρατούμενη τότε Ήπειρο.

Σ’ αύτα τώρα είχαν ένταχθεί και οί Μακεδόνες άντάρτες, που ώς τότε μόνοι τους προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα, εντελώς άνοργάνωτοι. από τό 1903 και υστέρα, ό Μακεδονικός ’Αγώνας άρχισε να οργανώνεται από έπιτελείς τού έλληνικού στρατού.

Στήν περιοχή τής Γευγελής, ώς τή Στρώμνιτσα και τή Δοϊράνη, έδρασαν ομάδες με άρχηγούς τόν Μαζαράκη, τόν Κάκκαβο, τόν Έξαδάκτυλο, τόν Χρήστο Καραπάνο, τόν καπετάν Αύγέρη.
Δέν θά έπεκταθώ περισσότερο.

«Ολοι γνωρίζετε πως   σ’ ολόκληρο τό βόρειο χώρο, ό Μακεδονικός ’Αγώνας παρουσίαζε μια ομοιομορφία.

Θά περιορισθώ μονάχα ν’ άναφερθώ στα θύματα τής Γευγελής, που ήσαν πάμπολλα.

 Προύχοντες, παπάδες, διδάσκαλοι, άπλοι πατριώτες, που είχαν ταχθεί στήν ύπηρεσία τής έλληνικής ιδέας. 
Σ’ ενα μικρό βιβλίο τού διδασκάλου Ίω. Ξανθού περιλαμβάνεται ενας άτέλειωτος κατάλογος τών μαρτύρων τής περιφέρειας τής Γευγελής.

Από τούς άγωνιστές θ’ άρκεσθώ ν’ άναφέρω λίγα χαρακτηριστικά ονόματα.

Είναι οί πράκτορες Κων. Άβράσογλου, διευθυντής τού σχολείου, Χρ. Δέλλιου, Χαρίτων Χατζηζαφειρίου, Γκαίτε Τζοβαρόπουλος, διδάσκαλος τής γυμναστικής, Άθαν. Αρβανίτης, Βασ. και Διονύσιος Σιωνίδης, Μάρκος ’Αλεξίου, Βασ. Τσιορλίνης, Κρετσόβαλης, Θωμάς Βαφόπουλος, Γουσίδης, τής ίδιας οίκογενείας με τόν διακεκριμένο δημοσιογράφο τής πόλης μας κ. Γουσίδη. Κι άκόμα οί Μένος, Άβραμίδης, Χρ. Πιπέρης, Τσίτσος, Ματζιάρης κι ενας άλλος μεγάλος άριθμός άγωνιστών, γιά τούς όποιους παραπέμπω στό βιβλίο του Ίω. Ξανθού «Ιστορία τής Γευγελής».

Τό βιβλίο τουτο, ϊσως να μή διακρίνεται γιά τήν επιστημονική ιστορική μέθοδο, αλλά άποτελεί μια πλούσια πηγή τεκμηρίων, γιά τή συγγραφή τής αύθεντικής ιστορίας τής Γευγελής.

Τό τουρκικό σύνταγμα του 1908 εβαλε τέρμα στήν ένοπλη τουλάχιστο δράση του Μακεδονικού ’Αγώνα.
Όμως ό άνταγωνισμός μεταξύ τών Ελλήνων και τών οργάνων τής ξένης προπαγάνδας έξακολούθησε σιωπηρός, ώς τίς παραμονές του βαλκανικού πολέμου του 1912.

Ό πόλεμος εκείνος ήρθε σά μια δικαίωση τών αγώνων γιά τήν άπελευθέρωση τής Μακεδονίας.

Ή Γευγελή είχε τώρα κάθε δικαίωμα να προσδοκά και τή δική της ελευθερία.

Άλλωστε ενας παλιός θρύλος τό ελεγε καθαρά: Ή Ελλάδα θά εφθανε ώς έκεί που φυτρώνει ή ροδιά. Κι ή περιφέρεια τής Γευγελής είχε πολλές ροδιές στούς κήπους της.

Αλλά  ή διπλωματία τών κρατών παίζει τα δικά της παιχνίδια, ύπηρετώντας διάφορες σκοπιμότητες.

Μ΄ όλο που ή πατρίδα μου δοκιμάσθηκε πολύ κατα τό δεύτερο βαλκανικό πόλεμο του 1913, μ’ όλο που ή κοιλάδα του Άξιου ποτίσθηκε με τό αϊμα του τακτικού έλληνικου στρατού αυτή τή φορά, ώστόσο ή συνθήκη του Βουκουρεστίου ήταν αμείλικτη γιά τήν τύχη τής Γευγελής.

 Τήν παραχώρησε στούς τότε συμμάχους μας Σέρβους. 

Κι ήταν φυσικό οί συμπατριώτες μου να ξερριζωθουν από τα πατρικά χώματα και να ζητήσουν καταφύγιο σ’ άλλα χώματα τής ελεύθερης πατρίδας.

Κι είναι καιρός νομίζω να σταματήσω τήν ομιλία μου, γιατί όπου τελειώνουν τα γεγονότα, αρχίζουν να μιλούν τα αισθήματα.

Έπί τέλους τα ελεύθερα κράτη έχουν τή δική τους εξωτερική πολιτική κι οί ελεύθεροι πολίτες πρέπει να μή άντιδρουν πρός αυτή. από τήν εποχή του Μακεδονικού Αγώνα πέρασαν ογδόντα και τόσα χρόνια.

Στό διάστημα αυτό εγιναν πολλές κοινωνικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις.
Παλιοί εχθροί έδωσαν τα χέρια, καταρρίπτοντας τούς φραγμούς που τούς έχώριζαν άλλοτε.
’Ήδη ζουμε σ’ ενα καινούργιο κλίμα κοινωνικών επαφών και ανθρωπίνων σχέσεων.

Ή άνθρωπότητα ολόκληρη, παρά τίς δύσκολες συγκυρίες του καιρου μας, εχει ένστερνισθεί τα ιδανικά τής παγκόσμιας συμφιλίωσης και τής παγκόσμιας ειρήνης.

Ώστόσο δέν παύει να λειτουργεί και ή ιστορική μνήμη, που μας βοηθεί να κρίνουμε και να αξιολογούμε τίς μεγάλες επιτεύξεις τής ανθρωπότητας, αλλά  και τα τραγικά της λάθη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s