Ο εφημέριος ως ποιμένας στη σύγχρονη ενορία


Ο εφημέριος ως ποιμένας στη σύγχρονη ενορία

Του Πρωτοπρ. Δημητρίου Βακάρου

 
Το ακόλουθο κείμενο αποτελεί μέρος εισήγησης στο Ιερατικό Συνέδριο της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας στις 22 Μαΐου 1988. Αναδημοσιεύουμε απόσπασμά του από το περιοδικό «Γρηγόριος ο Παλαμάς» τ.726/1989, προσβλέποντας στη συνειδητοποίηση του δύσκολου ρόλου που καλείται να έχει σήμερα ο εφημέριος.

Η Εκκλησία, η οποία είναι «σώμα Χριστού», πραγματοποιεί ιστορικά την ύπαρξή της στη Θ. Ευχαριστία και στη λατρεία. Η ενορία, που είναι το κύτταρο της εκκλησιαστικής ζωής, στη Θεία Ευχαριστία και στη λατρεία, αποτελεί μικρογραφία της «μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Την ενορία αναθέτει και εμπιστεύεται ο επίσκοπος στα χέρια του εφημερίου- πρεσβυτέρου. Έτσι ο εφημέριος αναλαμβάνει να είναι ο τελετουργός της Θ. Ευχαριστίας και γενικά της λατρείας της Εκκλησίας.[…]

Ο αγιασμός των πιστών της ενορίας παρέχεται από τον πρεσβύτερο- εφημέριο, συντελείται όμως κατά την ιερουργίαν των μυστηρίων και του λόγου της αληθείας που κηρύττει και τελεί ο ίδιος. Το κάθε τι στη ζωή της Εκκλησίας αγιάζεται «δια λόγου Θεού και εντεύξεως». Το κήρυγμα κατά την λατρείαν της Εκκλησίας δεν είναι απλώς ένα φυσιολογικό είδος ή μια επίδειξη ρητορικής ικανότητος. Το κήρυγμα είναι ο λόγος του Θεού που έχει μυστηριακή δύναμη και αγιάζει τον πιστό. Η έννοια, λοιπόν, της λατρείας περικλείει και την ιερουργία του λόγου της αληθείας, το «κηρύσσειν το ευαγγέλιον της βασιλείας» του Θεού.

Όταν η λατρεία της Εκκλησίας δεν γίνεται καθημερινά, ατονεί και στη συνείδηση των πιστών η έννοια του μυστηρίου της «συνάξεως». Οι πιστοί μας σήμερα έρχονται στην εκκλησία για να ικανοποιήσουν ατομικές τους θρησκευτικές ανάγκες. Λίγοι απ’ αυτούς γνωρίζουν ότι ερχόμενοι στο ναό και μετέχοντας στη λατρεία της Εκκλησίας γίνονται μαζί με τον ιερέα «εκκλησία= σώμα Χριστού». Αυτή την ιστορική πραγματικότητα της παρουσίας του Χριστού με τη σύναξη των πιστών στη λατρεία της Εκκλησίας δεν την έχουμε κατανοήσει και εμείς οι κληρικοί τόσο καλά. Διότι, εάν την είχαμε κατανοήσει, όλο μας το διοικητικό έργο στην ενορία, όλο μας το ποιμαντικό έργο και όλα μας τα προγράμματα πνευματικής δραστηριότητας μέσα στην ενορία θα ξεκινούσαν από την λατρεία της Εκκλησίας και θα ήταν η συνέχεια, η επέκταση της λατρείας της Εκκλησίας στη ζωή της ενορίας. Πολλές φορές όμως συμβαίνει το αντίθετο: η πραγματοποίηση των διαφόρων προγραμμάτων πνευματικής δραστηριότητος να γίνεται εις βάρος της λατρείας της Εκκλησίας με αποτέλεσμα, αντί να αυξάνει και να οικοδομείται η ενορία ως εκκλησία- σώμα Χριστού, να μαραζώνει και να συρρικνώνεται. Η Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινος οργανισμός που μπορεί να τρέχει αγκομαχώντας για να φτάσει τις ραγδαίες μεταβολές του κόσμου τούτου ο οποίος «παράγει», ούτε να αλλάζει συνεχώς στόχους και προγράμματα, όπως κάνει ο κόσμος και οι οργανωμένες κοινωνικές ομάδες. Η Εκκλησία είναι ο ανά τους αιώνας «παρατεινόμενος Χριστός», ο οποίος είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», και έχει δική της λειτουργική ζωή και παράδοση που διαμορφώνουν το ήθος των μελών της. Αυτή η τοποθέτησή μας είναι λανθασμένη. Η Εκκλησία παρέλαβε και συνεχώς μάς παραδίδει τη λατρευτική της ζωή και παράδοση, η οποία συνεχώς εν Αγίω Πνεύματι ανανεώνεται και ζωογονεί τα μέλη της οδηγώντας τα εις σωτηρίαν «την εν Χριστώ Ιησού». Πρέπει, λοιπόν, να φθάσουμε δια της λατρείας όχι απλώς στην κατανόηση αλλά και στην πραγματικότητα του ύμνου που λέει: «εν τω ναώ εστώτες της δόξης σου, εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν».[…]

Για να πραγματοποιηθούν όμως τα παραπάνω πρέπει να υπογραμμίσουμε την έννοια του εφημερίου της ενορίας ως ποιμένος του λαού του Θεού, τον οποίο καλείται να διακονήσει. Ο ιερέας εκλέγεται και χειροτονείται για μια συγκεκριμένη ενορία- κοινότητα της οποίας τα μέλη αυτόματα γίνονται τα πνευματικά του τέκνα. Με τον διορισμό του υπό του μητροπολίτου της περιοχής του εγκαθίσταται και ζει στην ενορία- κοινότητα και δια της λατρείας, του κηρύγματος, της κατηχήσεως και της παραδειγματικής βιοτής του φέρνει τα πνευματικά του τέκνα στη «σύναξη της Εκκλησίας» για να τα καταστήσει ζωντανά και ενεργά μέλη του σώματος του Χριστού. Τα λόγια του Χριστού στο 10ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου αποτελούν την βάση πάνω στην οποία πρέπει να εργαστεί ο ιερεύς- ποιμήν, προκειμένου να οδηγήσει τα πνευματικά του τέκνα στην «εν Χριστώ σωτηρίαν». Εάν ο ιερεύς- ποιμήν της ενορίας είναι πραγματικά ποιμένας και όχι εφημέριος, τότε το ποίμνιό του –τα λογικά πρόβατα, τα οποία καλεί με το όνομά τους, ακούνε τη φωνή του, και όταν «έμποσθεν αυτώ πορεύεται, και τα πρόβατα αυτώ ακολουθεί, ότι οίδασι (=γνωρίζουν) την φωνήν αυτού. Έναν ξένο όμως ποιμένα δεν θα τον ακολουθήσουν, αλλά θα τον αποφύγουν, διότι δεν αναγνωρίζουν την φωνή των ξένων. Όταν όμως εκείνος που εκλέχτηκε και χειροτονήθηκε να είναι ο ποιμένας της ενορίας- κοινότητας γίνεται ο εφημέριος, ο οποίος εμφανίζεται στην κοινότητα- ενορία του τις Κυριακές και μεγάλες γιορτές, τότε ούτε το ποίμνιό του γνωρίζει ούτε από το ποίμνιό του αναγνωρίζεται. Άρα δεν είναι καλός ποιμένας, αλλά μισθωτός. Διότι «ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». Ενώ ο μισθωτός, ο οποίος δεν είναι ουσιαστικά ποιμένας και επομένως δεν θεωρεί ότι τα λογικά πρόβατα είναι δικά του, βλέπει τον λύκο να έρχεται, αφήνει τα πρόβατα, εγκαταλείπει το ποίμνιο και όλη την εβδομάδα ζει στην πλησιέστερη πόλη ή κωμόπολη χωρίς λειτουργική ζωή και χωρίς ποιμαντική μέριμνα για την σωτηρία του ποιμνίου του. […]

Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο στις ενορίες των πόλεων. Η αστυφιλία και η ραγδαία, πολεοδομικά άτακτη ανάπτυξη των πόλεων αύξησαν τον πληθυσμό των υπαρχουσών ενοριών με αποτέλεσμα να προστεθούν στους υπάρχοντες ποιμένες- εφημερίους και δεύτεροι και τρίτοι και τέταρτοι ποιμένες- εφημέριοι. Στην πραγματικότητα ο δεύτερος, τρίτος, τέταρτος κλπ ποιμένας- εφημέριος εκλέχτηκαν και χειροτονήθηκαν για μια συγκεκριμένη κοινότητα- ενορία, η οποία συγχωνεύτηκε καθ’ ύψος και κατ’ έκταση στην υπάρχουσα αρχική ενορία της πόλεως, με αποτέλεσμα την δημιουργία μεγάλων ενοριών και τον οικοδομικό οργασμό για επέκταση των μικρών σε μεγάλους ναούς ή και την ανέγερση μεγάλων ναών.[…]

Πέραν, λοιπόν, από τις μεγάλες δυσκολίες στις ενορίες των μεγάλων αστικών κέντρων, όπου ο εφημέριος δεν γνωρίζει το ποίμνιό του «κατ’ όνομα» λόγω πολλών χιλιάδων χριστιανών, έχουμε και την δυσκολία ότι δεν προβλέφθηκαν χώροι για ανέγερση νέων μικρών ναών έτσι ώστε ο κάθε ιερεύς να είναι ποιμένας ενός συγκεκριμένου ποιμνίου. Όπου ακόμη υπάρχει αυτή η δυνατότητα πρέπει με κάθε θυσία να γίνουν μικρές ενορίες για να δημιουργηθεί η συνειδητοποίηση του μυστηρίου της συνάξεως με την τριπλή ενότητα: Σύναξη- Ευχαριστία- Εκκλησία. Μόνον τότε ο ιερεύς θα γίνει ποιμήν και θα πάψει να έχει την αντίληψη ότι τοποθετήθηκε στην ενορία για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών του λαού. Τότε μόνον θα πιστέψει ο ιερεύς ότι είναι ο προϊστάμενος των αδελφών, ο επικεφαλής της συνάξεως, του οποίου πρώτο λειτούργημα είναι η τέλεση της Ευχαριστίας και η διακονία των αδελφών. Τότε μόνον ο πρεσβύτερος της ευχαριστιακής συνάξεως θα υπερβεί τις δυσκολίες της τυχόν επαγγελματικής ιερωσύνης και θα νοιώσει τον χαρακτηριστικό χαρακτήρα της ιερατικής του διακονίας. Τότε θα αισθανθεί την ενορία του, την εκκλησία του σπίτι του και τα μέλη της συνάξεως παιδιά του. αυτά υπογραμμίζει και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος όταν γράφει: «Και γαρ οικία κοινή πάντων εστίν η Εκκλησία, και προλαβόντων υμών είσιμεν ημείς …Δια τούτο και κοινή πάσι την ειρήνην επιλέγομεν εισιόντες ευθέως», για να υπενθυμίσουμε άλλη μια φορά ότι η σύναξη είναι η πρώτη λειτουργική πράξη της Ευχαριστίας, η βάση και η αρχή της.

Πηγή: enoriaka.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s