ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΔΥΣΗ.


ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΔΥΣΗ.

Ιστορική παρουσίαση

www.Apodimos.com

Η πιο κάτω παρουσίαση – ενημέρωση για όλους τους Έλληνες , Κυπρίους και Απόδημους αδελφούς μας σκοπεύει να γνωρίσουμε την Καππαδοκία που έτσι κάποτε ονομαζόταν η περιοχή της Κεντρικής Ανατολίας (Τουρκία) με κέντρο την Καισάρεια (σήμερα Kayseri). Σήμερα, το όνομα Καππαδοκία (το οποίο δεν χρησιμοποιείται σε κανένα επίσημο χάρτη), αναφέρεται σε μια μικρή περιοχή γύρω από την κοιλάδα του Goereme (Κόραμα) με το εξωγήινο τοπίο των ηφαιστιογενών βράχων και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Τουρκίας. Ένα οδοιπορικό στις πόλεις της Ιωνίας και της Λυκίας, σε χώρους που σχετίζονται άμεσα με τους Έλληνες και τον ελληνικό πολιτισμό. Οι σπουδαίοι αρχαιολογικοί χώροι, οι ναοί, και οι κρυμμένες πολιτείες συνθέτουν μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας για το ένδοξο παρελθόν που άφησε ατράνταχτες αποδείξεις για τους νεότερους. Η Καππαδοκία με τα αξεπέραστα ιστορικά μνημεία και τη φυσική της ομορφιά της Μικράς Ασίας είναι ένα από τα συγκλονιστικότερα ταξίδια στη Μεσόγειο.  Αυτό το πνευματικό ταξίδι θα σας το προσφέρει η ομιλία της Παυλίνας Μακρίδου – Βαρναλίδου πού έγινε στην Αίθουσα του Πνευματικό Κέντρου των Κωνσταντινουπολιτών στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και αφιερώνεται στην ιερά μνήμη των παππούδων της Γεωργίου και Παύλου και της γιαγιάς της Αναστασίας , γνήσια τέκνα της Καππαδοκικής γης. Η Διάλεξη είχε τίτλο Καππαδοκία, Το Πέρασμα από την Ανατολή στη Δύση.

Εμείς σαν Apodimos.com το μόνο που γνωρίζουμε είναι το γεγονός ότι η Καππαδοκία, είναι η χώρα των ηρώων μαρτύρων και Αγίων της Ορθοδοξίας και να παρουσιάσουμε όλους τους Έλληνες , Κυπρίους και Απόδημους αδελφούς μας ορισμένες φωτογραφίες  για να σαν βάλουν στο κλίμα της περιοχής και όσον θα μελετάτε την διάλεξη της Παυλίνας Μακρίδου – Βαρναλίδου που θα σας παρουσιάσουμε .

Διάλεξη της Παυλίνας Μακρίδου – Βαρναλίδου

Καππαδοκία , Το Πέρασμα από την Ανατολή στη Δύση

13 Μαρτίου 2009

Αφιερώνεται στην ιερά μνήμη των παππούδων μου Γεωργίου και Παύλου και της γιαγιάς μου Αναστασίας , γνήσια τέκνα της Καππαδοκικής γης.

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ. ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

Με ρώτησε κάποτε η γιαγιά μου Αναστασία, όταν μικρὸ κοριτσάκι καθόμουν πλάϊ της για να ακούω με ενδιαφέρον τα όσα μου διηγόταν : «Παιδάκι μου πες μου ποιό είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο ; ». «Το φως γιαγιά», της απάντησα. «Όχι παιδί μου» είπε εκείνη. «Τότε θα είναι ο ήχος ή η αστραπή» είπα. «Τίποτε απὸ όλα αυτά» μου απάντησε. «Ε, τότε ποιό είναι» τη ρώτησα με περιέργεια ! «Είναι η σκέψη κοριτσάκι μου. Η σκέψη που τόσο γρήγορα με πηγαίνει στην πατρίδα που γεννήθηκα και μεγάλωσα, εκεί που άφησα τους νεκρούς γονείς, και συγγενείς, και γνωστούς μου». «Ποιά πατρίδα γιαγιά » την ρώτησα πάλι. Και όταν δεν πήρα απάντηση σήκωσα το κεφάλι μου και είδα να κυλούν δάκρυα επάνω στα ρυτιδωμένα από τα χρόνια μάγουλα της Καππαδόκισας γιαγιάς και το βλέμμα της να πλανάται μακριά.«Γιατί κλαίς γιαγιάκα μου;» της είπα. «Θα καταλάβεις καλύτερα όταν μεγαλώσεις παιδί μου» ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή απὸ συγκίνηση ! Δεν ήθελε να λέγει πολλά για εκείνα τα χρόνια που πέρασε στην πατρίδα και την ανάγκασαν βίαια να την εγκαταλείψει, γιατί η θύμησή τους την πλήγωναν. Κάποτε κάποτε, όμως, την ρωτούσα επίμονα και εκείνη υποχωρούσε και τότε μου διηγόταν κάποιες ιστορίες από τη ζωή πού είχε περάσει εκεί.

Πέρασαν χρόνια απὸ τότε, και να τώρα γιαγιά Αναστασία, παππού Παύλε, παππού Γιώργο βρίσκομαι εδώ μαζί με άλλους Καππαδόκες, Κωνσταντινουπολίτες, αλλά και φίλους και φίλες για να επαναφέρουμε όλοι μαζί στη μνήμη μας κάποιες στιγμές της ιστορίας, της ζωής και των περιπετειών εκείνων των τόπων σας. Ενδεχομένως και κάποιοι απὸ τους εδώ παρευρισκομένους να είδαν το φως του ηλίου σε εκείνες τις πατρίδες, άλλοι να άκουσαν από τους παππούδες, τις γιαγάδες, ή τους γονείς και συγγενείς τους τα διαδραματισθέντα εκεί εκείνα τα χρόνια, και άλλοι να τα διάβασαν. Ας μεταφερθούμε, λοιπόν, νοερά πάλι στους τόπους εκεί-νους,τους οποίους οι πρόγονοι μας Καππαδόκες εξαναγκασμένοι εγκατέλειπαν πριν 85 περίπου χρόνια, γιατί κάποιοι έτσι αποφάσισαν γιαυτούς χωρίς αυτούς, ξεριζώνοντάς τους από τα πάτρια εδάφη τους, στα οποία επί αιώνες είχαν ριζώσει και στεριώσει . Ας περιδιαβούμε τα σοκάκια με τις πολλές εκκλησιές και εξωκκλήσια, και παρεκκλήσια και τα αρχοντικά και τα άλλα σπίτια, πολλά κτισμένα τον 19ο αιώνα, που αν και σήμερα τα περισσότερα απ’αυτά κατεστραμμένα, ή ερείπια, ή εγκαταλελειμμένα, ή ακόμη και κατοικημένα από τους νέους, αλλά ξένους προς αυτά ενοίκους, διατηρούν ακόμη και «τραυματισμένα» την αρχοντιά και την ανάμνηση της πολιτισμένης ζωής που υπήρχε κάποτε εκεί. Να, οι λαξευτές χαρακτηριστικές είσοδοι των σπιτιών και των αυλών τους, κατασκευασμένες από πέτρες που υπάρχουν στην περιοχή και διακοσμημένες από επιδέξιους λαϊκούς κτίστες με διάφορα σχέδια, όπως πουλιά, αχιβάδες και ροζέτες. Να, και μερικά ἀπό τα μονογράμματα και οι ημερομηνίες, που σώζονται και δείχνουν σε ποιόν ανήκε και πότε κτίσθηκε η τάδε οικία. Σώζονται, και κάποιες επιγραφές, όσες το πέρασμα του χρόνου, αλλά και τα βέβηλα χέρια κάποιων δεν κατέστρεψαν ! Διαβάζουμε μία που βρίσκεται σε μετόπη σπιτιού της Καρβάλης : «ΚΥΡΙΕ ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ ΤΟΥΤΟΝ. ΚΕΛΒΕΡΙ 8 ΜΑΪΟΥ 1911». Πάντως είναι βαθειά χαραγμένη η παρουσία της Ορθόδοξης Ρωμιοσύνης σε χριστιανικά μνημεία, σε δημόσια οικοδομή-ματα και σε άλλα οικήματα των μερών εκείνων της Μικράς Ασίας . Οι πρόγονοί μας σε όλα αυτά τα οικοδομήματα, που με κόπους και θυσίες δημιούργησαν, άφησαν έντονη τη σφραγίδα τους. Δεν μπορείς, βεβαίως, να μη σταθείς και έξω από τις ερειπωμένες εκκλησίες,-εκτός από ελάχιστες που τα τελευταία χρόνια κάπως επιδιορθώθηκαν-, αλλά και να μη μπεις μέσα σε κάποιες από αυτές, έστω και για λίγα λεπτά, εάν σου το επιτρέπουν οι συνθήκες και εκείνοι που τις επιτηρούν τώρα, για να προσευχηθείς και να ψάλλεις σιγανά ή και κάποτε υψώνοντας κάπως τη φωνή το τροπάριο του αγίου της εκκλησίας, ακόμη και το «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…»! Να προσευχηθείς και για τις ψυχές των προγόνων μας, πού άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί και που ασφαλώς θα αγαλλιάζονται με την θύμηση και τις προσευχές μας, ένδειξη ότι δεν τους ξεχνάμε. Δεν μπορείς να συγκρατήσεις όμως και το δάκρυ σου, όταν βλέπεις πως κατάντησαν τα όσια και ιερά των προγόνων σου, όταν βλέπεις εκκλησίες ερειπωμένες και κατεστραμμένες, και άλλες να έχουν μετατραπεί σε σταύλους, σε αποθήκες, σε κινηματογράφους, ή ακόμη και για άλλες χρήσεις…! Μόνον όταν αναλογισθεί κανείς όλα αυτά τότε καταλαβαίνει τη μεγάλη σημασία πού έχουν οι προσκυνηματικές επισκέψεις πού πραγματοποιεί με κάθε ευκαιρία ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ.Βαρθολομαίος, ο Πατριάρχης του Γένους, στις προγονικές εστίες της Ρωμιοσύνης στη Μικρά Ασία, λειτουργώντας σε διάφορες ημικατεστραμμένες ή κάπως διατηρημένες εκκλησίες, τελώντας τρισάγια και ευλογώντας τη γη εκείνη, κάτω από την οποία αναπαύονται τα οστά των αμέτρητων ειρηνικώς και μαρτυρικώς τελειωθέντων κεκοιμημένων προγόνων μας. Είναι ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης που μετά την Μικρασιατική καταστροφή, την μεγάλη αυτή δοκιμασία που υπέστη το Γένος μας, και την ανταλλαγή των πληθυσμών, επισκέπτεται αυτά τα πάτρια εδάφη, αποτίοντας φόρο τιμής και μνήμης στους Ορθοδόξους Έλληνες που έζησαν και μεγαλούργησαν στα ευλογημένα εκείνα χώματα της Μικρασιατικής γης. Αλλά και πολλοί από τους Έλληνες του Ελλαδικού χώρου, καθώς και της Δια-σποράς επισκέπτονται τα τελευταία χρόνια με συγκίνηση τις προγονικές αυτές εστίες. Οι επισκέψεις αυτές βοηθούν στο να διατηρούνται ζωντανές οι μνήμες και να μεταλαμπαδεύονται και στις επόμενες γενεές!

Εκατοντάδες εκκλησίες και παρεκκλήσια κτίσθηκαν ή λαξεύθηκαν σε διάφορες ιστορικές χρονικές περιόδους σε βράχους, σε κοιλάδες, σε φαράγγια, αλλά και σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Καππαδοκίας από μέρους απλών πιστών χριστιανών μέχρι και βυζαντινών αυτοκρατόρων. Πολλές από αυτές δεν υπάρχουν πιά, σώζονται όμως κάποιες επιγραφές που έφεραν στην πρόσοψη ή στον νάρθηκά τους. Αναφέρω ενδεικτικά δυό από αυτές. Η μία είναι του Τιμίου Σταυρού της Καρβάλης του 4ου αιώνα μ.Χ. : «Ούτος ο πάνσεπτος ναός του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού εκτίσθη εκ θεμελίων δι’εξόδων του βυζαντινού Αυτοκράτορος Θεοδοσίου, παρ’ού και εδωρήθη τεμάχιον του Τιμίου ξύλου, επιστασία δε Γρηγορίου του Ναζιανζηνού» (1). Η δεύτερη είναι του έτους 1006 (ή 1021), προερχόμενη από την Καππαδοκία : «εκαλιεργίθι ο ναός ούτος της αγίας Βαρβάρας επή βασηλήας Κωνσταντήνου και Βασηλείου…δηά συνδρομής Βασηλείου διομεστίκου…» (2).

Όταν συλλογίζεται κανείς την ιστορία αυτού του τόπου συγκλονίζεται. Πατρίδες των μεγάλων ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι αυτά τα μέρη : Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Ναζιανζηνού (του Θεολόγου) και Γρηγορίου Νύσσης, πού με τα έργα και την ζωή τους ενδυνάμωσαν την πίστη μας και φώτισαν την Οικουμένη ! Πάνω στο έργο των τριών αυτών Καππαδοκών Πατέρων του 4ου αιώνα κτίσθηκε το οικοδόμημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού μας. Σε περιοχή της Καππαδοκίας ἐξωρίσθηκε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφήνοντας ανάμνηση της αγιότητάς του. Είναι πατρίδα και πολλών άλλων παλαιοτέρων και νεοτέρων αγίων, όπως του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Ιωάννου του Καππαδόκη (5ος αιώνας) και του Αγίου Ιωάννου του Νηστευτή (6ος αιώνας) (3), του Μητροπολίτου Ικονίου Αμφιλοχίου, του Αγίου Αχίλλειου Αρχιεπισκόπου Λαρίσης, του Αγίου Μάμαντος, του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη κ.ἄ.. Θέλω να αναφέρω εδώ και τον εκ των γνωστοτέρων μοναχών και πνευματικών ανδρών του 20ου αιώνα τον π.Παΐσιο που γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας (1924-1994). Αλλά είναι πατρίδα και πολλών σοφών και άλλων επιστημόνων, που έρχονται από τά βάθυ της ελληνιστικής εποχής και φθάνουν μέχρι τις πρώτες δεακαετίες του εικοστού αιώνα, ὀπως «ο πολομαθέστατος εκλεκτικός φιλόσοφος και ένθερμος υποστηρικτής του ιπποκρατικού πνεύματος Αρεταίος ο Καππαδόκης, ιατρός και συγγραφέας» μεταξύ του 1ου και 2ου αιώνα μ.Χ., εξ’ού και η ονομασία του εδώ Αρεταίειου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου (4). Επίσης έχουμε τον πολυμαθή ιατρό και φαρμακοποιό Ηρα τον Καππαδόκη (1ος αιώνας μ.Χ.), τον γνωστό φιλόσοφο νεοπυθαγόρειο Απολλώνιο τον Τυανέα(1ος αιώνας μ.Χ.), τον νέο-πλατωνικό φιλόσοφο Ευστάθιο τον Καππαδόκη, και τον σοφιστή και ιστοριογράφο Ευστόχιο (τον 4ο μ.Χ. αἰώνα), τον Στράβωνα και τον γεωγράφο Παυσανία, και τόσους άλλους ακόμη. Είναι πατρίδα όμως και των ακριτών, που με υπερηφάνεια αναφέρονται στα τραγούδια. Εδώ έζησαν κάποτε οι θρυλικοί και υπεράνθρωποι ακρίτες. Ο πιο ξακουστός απ’όλους Βασίλειος ο Διγενής, που έδωσε σκληρή μάχη εναντίον των εχθρών στη Μαλακοπή το 863 μετά Χριστόν. Πιστεύω ὄτι ἀξίζει να αναφερθούμε εδώ και στον Καππαδόκη την καταγωγή Θεόφιλο Ουλφίλα,(που έζησε περί-που μεταξύ το 311-382 μ.Χ.), «ο οποίος είναι ο μεγάλος ιεραπόστολος, εκχριστιανιστής και εκπολιτιστής των γερμανικών φύλων, και ο οποίος υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος των Γότθων και δημιουργός του γοτθικού, δηλαδή του γερμανικού, αλφαβήτου» (5). Μπορούμε να πούμε ότι είναι κάτι ανάλογο με το μεγάλο έργο των εκπολιτιστών και εκχριστιανιστών των Σλάβων, των Θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Αλλά η Καππαδοκία έδωσε και Αυτοκράτορες στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την αποκαλουμένη από τον 16ο αιώνα και εξής από Δυτικούς ιστοριογράφους και Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπως ο Μαυρίκιος (583-602),ο Ηράκλειος (575-641),ο Νικηφόρος Φωκάς (912-969),ο Ιωάννης Τσιμισκής (925-976),ο Ρωμανός ο Διογένης (1025-1072),που συνέδεσε το όνομά του με την μάχη του Μάντζικερτ το 1071,κατά την οποία άλλαξε ο ρους της πολιτικής ιστορίας του Βυζαντίου. Επίσης και η οικογένεια των Λασκαριδών είχε καταγωγή από την Καππαδοκία. Από την Οθωμανική περίοδο ενδεικτικά θα ήθελα να αναφέρω τον μέγα αρχιτέκτονα, τον γνωστό «Μιμάρ Σινάν», ο οποίος στόλισε την Οθωμανική Επικράτεια με τα μεγαλύτερα και ωραιότερα τεμένη. Δεν ημπορεί σήμερα κανείς πλέον να αμφισβητήσει ότι ήταν υιός ελλήνων γονέων που ζούσαν στην Καππαδοκική γη. Ας έλθουμε όμως και στη σύγχρονη εποχή. Και εδώ ενδεικτικά θα αναφέρω τον μεγάλο ιστορικό Παύλο Καρολίδη που γεννήθηκε στο Ανδρονίκιο της Καππαδοκίας το 1849 και πέθανε το 1930 στην Αθήνα. Είχε διαδεχθεί τον άλλο μεγάλο ιστορικό, τον Κωνσταντινουπολίτη Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο στην έδρα της Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Επίσης τον Αβροτέλη Ελευθερόπουλο, που ήταν «ο πρώτος καθηγητής Κοινωνιολογίας στην Ελλάδα και διασημώτερος διεθνώς Έλληνας κοινωνιολόγος». Τον Χαράλαμπο Θεοδωρίδη, που υπήρξε ο πρώτος καθηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (6) και πολλούς ἀλλους . Ασφαλώς, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και τον εκ πατρός Καππαδόκη Κωνσταντίνο Καβάφη ,καθώς και τον νομπελίστα ποιητή Γεώργιο Σεφέρη (1900-1971),τον καθηγητή και ακαδημαϊκό Γιάγκο Πεσματζόγλου, τον διά-σημο διεθνώς Έλληνα σκηνοθέτη Ηλία Καζάν (7), και τους Καππαδόκες την καταγωγή Μποδοσάκη και Αριστοτέλη Ωνάση (από γονείς Καππαδόκες),που με τα δύο Ιδρύματα που άφησαν και χρηματοδότησαν σπουδάζουν εκατοντάδες νέοι επιστήμονες. Ετσι βλέπουμε ότι το χώμα της Καππαδοκικής γης ανέθρεψε πλειάδα ελλήνων το γένος, οι οποίοι με τα έργα και τη ζωή τους διαχρονικά την ετίμησαν με την σειρά τους και την κατέστησαν από τα κυριότερα κέντρα του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού .

Αλλά πού και ποιά ήταν αυτή η πατρίδα μας που ονομαζόταν Καππαδοκία και ποιά η ιστορία της; Ας σταθούμε για λίγο και στα σημεία αυτά.

Συγκλονιστικό το θέαμα που θα αντικρίσουμε, όταν διατρέξουμε 800 περίπου χιλιόμετρα από την Πόλη προς τα βάθη της Ανατολίας και φθάσουμε στην καρδιά περίπου της Μικράς Ασίας. Εκεί που ευρίσκεται ή περιοχή της Καππαδοκίας, μας αναμένει ένα απέραντο οροπέδιο με υψόμετρο γύρω στα 1000 ως 1400 μέτρα, αλλά και στο βάθος ο πανύψηλος Αργαίος (το σημερινό Ερτζιγάς),με υψόμετρο 3.830μ.,ένα σβησμένο από καιρό ηφαίστειο, με την ιστορική Καισάρεια να κοίτεται μπροστά του. Το άλλο υψηλό όρος είναι το Χασάν-Μελεντίζ πάνω από την Νίγδη. Η περιοχή της Καππαδοκίας, λόγω της κεντρικής γεωγραφικής της θέσης διατήρησε ανά χιλιετίες μια εξέχουσα από στρατιωτική και εμπορική άποψη σημασία, αλλά γνώρισε και ποικίλα πολιτισμικά ρεύματα. Από πολιτισμική άποψη η Καππαδοκία βρίσκεται στο σταυροδρόμι πολλών, μεγάλων και πανάρχαιων πολιτισμών, όπως του χιττιτικού, του ασσυρό-βαβυλωνιακού, του περσικού, του ελληνικού ,του εβραϊκού, του αραβικού και άλλων. Αναμφιβόλως, από τα πλέον πολιτισμικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Καππαδοκίας, είναι εκείνα του ελληνισμού και του Χριστιανισμού, που διατηρήθηκαν ζωντανά επί δύο περίπου χιλιετίες, αφήνοντας μέχρι σήμερα την ανεξίτηλη σφραγίδα τους, αλλά και προκαλώντας τον παγκόσμιο θαυμασμό, παρά τις ιστορικές και πολιτισμικές αλλαγές και αλλοιώσεις! Έτσι, προχωρώντας προς την μεγάλη καμπή του Άλυ ποταμού (Κιζιλ Ιρμάκ), στην περιοχή του Προκοπίου (το σημερινό Ούργκιουπ) (8) και του Κοράματος (Γκιόρεμε) θα συναντήσουμε κάτι το ανεπανάληπτο, κάτι το φαντασμαγορικό. Στην περιοχή αυτή, που είναι ευρύτερα γνωστή με το όνομα Καππαδοκία, 20.000 περίπου ηφαιστειογε-νείς μικροί και μεγαλύτεροι βραχώδεις και πορώδεις κώνοι , φιλοξένησαν μέσα τους χιλιάδες λαξευτές εκκλησίες ( λένε ότι είναι περί τις 3.500 ) και μοναστήρια των πρώτων χριστιανικών αιώνων, αλλά και των μετέπειτα χρόνων. Ιστορημένες οι περισσότερες με υπέροχες τοιχογραφίες,κυρίως από τοπικούς αγιογράφους, συγκινούν και κάνουν τον επισκέπτη να εκστασιάζεται ακόμη και σήμερα. Ρήγος σε διαπερνά όταν εισέρχεσαι μέσα σ’αυτές και, αν και έχουν χαρακτηρισθεί μουσεία σήμερα, όπως θέλουν να τις ονομάζουν και να τις εκθέτουν οι κρατούντες , αυθόρμητα νιώθεις μέσα σου μια φωνή να σου λέγει: «Προσοχή, ο τόπος αυτός που πατάς είναι καθαγιασμένος», και αμέσως αισθάνεσαι την ανάγκη να κά-νεις τον σταυρό σου μπροστά από το αυστηρό βλέμμα του φύλακα, αλλά και κάτω από την γαλήνια μορφή του Παντοκράτορα που σε ευλογεί και σε καθησυχάζει πάνω από τον τρούλλο. Ναι, όπως και να τους χαρακτηρίσουν, ότι και να γίνει, οι τοποι αυτοί δεν παύουν να είναι άγιοι, και η γή αυτή δεν παύει να είναι αγία και χριστιανική ! Τα μέρη αυτά σαγηνεύουν τον κάθε επισκέπτη και προσκυνητή,όπως σαγήνευσαν και τον Γιώργο Σεφέρη,που περιγράφει με θαυμάσιο τρόπο την παραμονή και την περι-ήγησή του στην περιοχή αυτή στο πόνημα του με τον τίτλο : «Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας». Βέβαια, οι άσπροι αυτοί ηφαιστειογενείς βράχοι κατά καιρούς λαξεύτηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εκτός από χώρους λατρείας και μοναστικής ζωής και ως κατοικίες των χριστιανών.

Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι στην Καππαδοκία υπήρχαν και απομεμακρυσμένα από τα αστικά κέντρα χωριά, λόγω και της μορφολογίας του εδαφους και των δυσπρόσιτων κοιλάδων, στα οποία οι κάτοικοί τους διατηρούσαν και ομιλούσαν την ελληνική γλώσσα, χάρη και στις πάρα πολλές υπόγειες λαξευτές δαιδαλώδεις σήραγγες,δηλαδή υπό-γειες πόλεις, όπου κρύβονταν και ζούσαν για ένα χρονικό διάστημα οι κυνηγημένοι χριστιανοί κάτοικοι σε περιόδους επιδρομών και διώξεων. Οι «πόλεις» αυτές που φθάνουν υπογείως στους επτά-οκτώ ορόφους, περιείχαν μέσα όλους τους απαραίτητους χώρους για να μπορούν να επιβιώσουν εκεί επί ένα χρονικό διάστημα οι καταφεύγοντες σ’αυτές: υπνοδωμάτια, καθιστικά, μαγειρία, σταύλοι, πατητήρια, παρεκκλήσια, αλλά και φωταγωγοί και αεραγωγοί, για τον εξαερισμό των χώρων και την είσοδο φωτός. Τις εισόδους τις έκλειναν σε καιρούς επιδρομών με μεγάλες στρογγυλές πέτρες,που χρησίμευαν και ως μυλόπετρες. Από τις γνωστές δαι-δαλώδεις υπόγειες πόλεις είναι αυτή που ευρίσκεται στην περιοχή της Μαλακοπής (σήμερα γνωστή ως Ντερίν Κουγιού),καθώς και στο Καϊμακλί (Ενεγόπη) . Μένουν έκπληκτοι αυτοί που επισκέπτονται τις πόλεις αυτές . Ο Ξενοφών κάνει λόγο γι’αυτές τις υπόγειες πόλεις, αλλά και ο Βυζαντινός χρονικογράφος Λέων ο Διάκονος , αναφερόμενος σ’αυτούς τους χώρους καταφυγής σημειώνει και μια άλλη χρήση αυτών,ότι δηλαδή εκεί κατέφευγαν οι κάτοικοι των περιχώρων και κατά τον χειμώνα, όταν έκανε πολύ κρύο και είχε χιόνια : « Οι δ’ενοικούντες εκεί την γην ανορύττοντες και καταγωγάς και σκηνώσεις ούτω κατεργαζόμενοι και τα χρειώδη αποτιθέμενοι, υπόγειοι διαζώσι και ενδιαιτώνται απρόϊτοι εως αν ο χειμών παρέλθει και τακή η χιών» (9).

Εάν ανατρέξουμε στην ιστορία θα δούμε ότι οι αρχαίοι Ελληνες συγγραφείς καθώς και οι Λατίνοι (Ρωμαίοι) έκαναν λόγο για δύο Καππαδοκίες, την Μεγάλη Καππαδοκία προς τον Ταύρο, στα νότια, με πρωτεύουσα την Καισάρεια, που πήρε το όνομα αυτό κατά την περίοδο του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Τιβερίου, και την Ποντιακή Καππαδοκία προς τον βορρά με πρωτεύουσα την Αμισό. Λέγεται ότι η περιοχή αυτή ονομάστηκε Καππαδοκία (χώρα των ωραίων ίππων) από τους Ασσυρίους,οι οποίοι έφθασαν εκεί το 1600 περίπου πρό Χριστού. Ο Στράβων αναφέρει ότι η περιοχή της Καππαδοκίας στην αρχαιοτέρα εποχή κατελάμβανε μεγαλύτερο χώρο, το εν τρίτο της Μ.Ασίας, ήταν πολυπληθέστερη και περισσότερο εξελιγμένη. Κατά τον Στράβωνα «Η Καππαδοκία έστι πολυμερής και συχνά δεδεγμένη μεταβολάς». Ενεκα δε των μεταβολών και αλλοιώ-εων που έχει υποστεί το τοπωνυμικό της Καππαδοκίας , δεν είναι δυνατόν να καθορισθούν επακριβώς τα παλαιότερα όρια της. Ηταν, πάντως, μια εκτενής περιοχή με πολλές πόλεις και χωριά, πού εφερναν ελληνικά ονόματα,και που άλλοτε αντηχούσαν εκεί των Καππαδοκών οι φωνές : Καισάρεια,Νεάπολη (Νέβσεχιρ), Αραβισός, Ναζιανζός, Ανακού, Μαλακοπή, Καλβάρη, Προκόπι, Νίγδη, Σινασός, Μιστί, Ἰντζέσου και τόσες άλλες ακόμη (10). Ισως τα περισσότερα από τα ονόματα αυτά να άλλαξαν ή να διαφοροποιήθηκαν από τους κρατούντας σήμερα. Ομως,την ιστοριά που είναι ριζωμένη βαθειά μεσα στους αιώνες δεν ημπορεί κανείς να την αλλάξει ή να την αλλοιώση. Βεβαίως,ο Χριστιανισμός δεν εδραιώθηκε εύκολα στην Καππαδοκία, και απόδειξη είναι οι τόσοι μάρτυρες πού αγίασαν με το αίμα τους αυτή τη γή. Εξάλλου, σε μία περιοχή, όπως η Καππαδοκία, όπου συναντήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων τόσα έθνη και ανατολικές θρησκείες, ήταν εύλογο να υπάρξει τόσον ο θρησκευτικός συγκριτισμός, όσο και ο αγώνας επικράτησης των θρησκειών. Αργότερα δε, από το 30 π.Χ., προσετέθη και η σκληρή ρωμαιοκρατική διοίκηση . Μέσα σ’αυτή τη δαιδαλώδη θρησκευτικο-πολιτική κατάσταση ήταν φυσικό ότι και η διάδοση και επικράτηση του Χριστιανισμού θα αντιμετώπιζε στις αρχές πολλές δυσκολίες.Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ελληνική γλώσσα και η αντίσταση των Καππαδοκών έναντι των κατακτητών και των προκλήσεων, κυρίως όμως η δυναμική της διδασκαλίας του Ευαγγελίου ήταν εκ των κυριωτέρων αιτίων για την επικράτηση του Χριστιανισμού επί των εθνικών και ιουδαϊκών στοιχείων της Καππαδοκίας. Όπως είναι γνωστόν ο Μ.Βασίλειος, «ο της Καισαρέων Εκκλησίας επίσκοπος», που ήδη προαναφέραμε, με τον εξαίρετο βίο και τα συγγράμματά του, άνοιξε νέους ορίζοντας στη σύζευξη τής ελληνικής και της χριστιανικής παιδείας. Η εύστοχη και πειστική επιχειρηματολογία του Μ.Βασιλείου ότι η ελληνική φιλοσοφία δένει με την χριστιανική σκέψη και την βοηθά να εμβαθύνει στα μεταφυσικά προβλήματα στάθηκε πολύ χρήσιμη .Το βλέπουμε και στην εξαίσια μελέτη του με τίτλο : «Προς τους νέους, όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Ηταν άνθρωπος με πολλά χαρίσματα και με πλούσιο ψυχικό κόσμο. Η αγάπη του για τήν χριστινική πίστη και λατρεία και τα εκκλησιαστικά δρώμενα, για την ειρήνη, για τους φίλους και τους συνανθρώπους του,για τη φύση, αλλά και γιά τον ασκητικό βίο τον οδήγησαν στη δημιουργία υπ’αυτού μοναχικού κοινοβιακού συστήματος καθώς και στην ίδρυση της περιώνυμης «Βασιλειάδας», που κολόνες της στηρίζουν ακόμη και σήμερα το τέμενος του Ουλού Τζαμί στο κέντρο της Καισάρειας, που κτίσθηκε ακριβώς στον τόπο όπου υπήρχε το συγκροτήμα που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος ,στο οποίο υπήρχε ορφανοτροφείο ,πτωχοκομείο, γηροκομείο, σχολείο κ.ά. . Γενικώς μπορούμε να πούμε ότι οι Καππαδόκες Πατέρες υπήρξαν οι στυλοβάτες και οι θεμελιωτές της συμπορεύσεως και ταυτίσεως του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας,ἐννοιες που συνιστούν και την ιδιοπροσωπία του Γένους μας. Εν μέσω των ιδεολογικών και θρησκευτικών συγχύσεων της εποχής τους, οι Πατέρες αυτοί της Καππαδοκίας επέτυχαν τον εξελληνισμό του Χριστιανισμού, επιδιώκοντας συγχρόνως να εισρεύσουν τα καλά και πολύτιμα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος στον Χριστιανισμό. Ως εκ τούτου, δικαίως ο 4ος μετά Χριστόν αιώνας των Πατέρων της Εκκλησίας μας θεωρείται ο «Χρυσούς Αιώνας» του Χριστιανισμού. Ετσι, ενώ η εξάπλωση του εξελληνισμένου τύπου αστικού κέντρου συνετέλεσε στον εξελληνισμό των πόλεων της Μικράς Ασίας,η Εκκλησία ολοκλήρωσε τον εξελληνισμό των επαρχιών συμβάλλοντας ταυτοχρόνως στην επικράτηση της ελληνικής γλώσσας έναντι των άλλων γλωσσών της περιοχής που σταδιακά εξέλειπαν.

Η Καππαδοκία μεταξύ του 4ου και 6ου αιώνα έγινε κέντρο θρησκευτικής και εκπαιδευτικής δράσεως. Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου μαζί με τον Πόντο απετέλεσαν ξεχωριστό κράτος με αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο Αννιβαλιανό, αλλά στα χρόνια των διαδόχων του υποβιβάσθηκε αυτή σε ρωμαϊκή (βυζαντινή) επαρχία. Οι Βυζαντινοί ενωρίς κατανόησαν τη στρατηγική σπουδαιότητα της περιοχής της Καππαδοκίας για την άμυνα της αυτοκρατορίας στους αγώνες τους κατά των Περσών, και αργότερα κατἀ των Αράβων και Σελτσούκων Τούρκων, και γιαυτό την κατέστησαν ιδιαίτερο στρατιωτικό κέντρο, όπως ο Ιουστινιανός και ο Ηράκλειος,που την χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο στους πολέμους τους. Ετσι η Καππαδοκία έγινε ο τόπος της ακριτικής εποποιίας. Στις αρχές του 12ου αιώνα, μετά την κυριαρχία των Σελτσούκων, η Καππαδοκία υπήχθη στο Κράτος του Ικονίου ή των Ρουμ (Ρωμανία), μένοντας υπό το καθεστώς αυτό επί δύο περίπου αιώνες (11).

Ο γενικός χαρακτηρισμός των Καππαδοκών ως Καραμανλίδων φαίνεται ότι έλκει την προέλευσή του από την ιστορική περίοδο των δύο αιώνων,δηλαδή του 14ου και 15ου μ.Χ.,όταν μέρος της Καππαδοκίας, μετά την κατάργηση του κράτους των Σελτσούκων, ανήκε στο Σουλτανάτο του Καραμάν,(στους Καραμανογουλαρί), από το οποίο ονομάσθηκε και Καραμανία. Ετσι, το όνομα αυτό παρέμεινε και στους μετέπειτα κατοίκους της περιοχής,οι οποίοι ονομάσθηκαν και Καραμανλίδες. Μετα δε την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως (το 1453) η Καππαδοκία περιήλθε υπό την κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων και έγινε μία από τις Επαρχίες του Οθωμανικού Κράτους. Η περιοχή της Καππαδοκίας σήμερα αποτελείται από τέσσαρες διοικήσεις : την Καισάρεια, τη Νίγδη, την Γιοζγκάτη και την Σεβάστεια.

Κατά τα νεώτερα χρόνια οι Έλληνες της Καππαδοκίας συγκροτούσαν αμιγείς ελληνικές χριστιανικές κοινότητες στις περιοχές της Καισάρειας και της Νίγδης, ενώ στα άλλα μέρη, σε διάφορα χωριά, ζούσαν μαζί και Τούρκοι. Μέχρι το 1922 τον πληθυσμό της Καππαδοκίας τον συγκροτούσαν Μωαμεθανοί, Έλληνες Ορθόδοξοι και Αρμένιοι.

Και τώρα λίγα για την ζωή των ελλήνων κατοίκων της περιοχής αυτής. Η Καππαδοκία δεν συγκαταλέγεται γενικώς μεταξύ των εύφορων μερών της Μ.Ασίας, επειδή είχε πολλούς θάμνους. Είχε όμως και λειβάδια και γι’αυτό η κτηνοτροφία είχε καλή ανάπτυξη. Οι Έλληνες της Καππαδοκίας ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και σ’αυτήν τους βοηθούσαν και οθωμανοί τσομπαναρέοι. Επίσης στην περιοχή της Μουταλάσκης υπήρχαν πολλά βότανα, τα οποία ήταν χρήσιμα στην ιατρική. Σε κάθε χωριό των ελλήνων Καππαδοκών εκτός από τα μονόροφα ή διόροφα σπίτια υπήρχαν η εκκλησία, το σχολείο, οι βρύσες, τα χαϊράτια, τα πλυσταριά με τα πλακόνια (μεγάλες πέτρινες πλάκες, επάνω στις οποίες έπλεναν τα ρούχα),οι φούρνοι, οι αποθήκες, τα μικρά καφενεδάκια και η πλατεία, όπου εξελισσόταν η καθημερινή κοινωνική τους ζωή. Είχαν και τα δικά τους ήθη και έθιμα στις γιορτές, στα βαφτίσια, στους αρραβώνες, στους γάμους και στους θανάτους. Ανάλογα ήταν και τα τραγούδια και τα μοιρολόγια τους. Δεν έλλειπαν βεβαίως και οι δεισιδαιμονίες. Όσον αφορά στις ενδυμασίες, βλέπει κανείς με θαυμασμό σε διάφορα λαογραφικά σήμερα μουσεία τη χάρη και την αρχοντιά που είχαν αυτές, όπως χειμωνιάτικα φορέματα από χονδρό βελούδο με τον γνωστό γούνινο γιακά (το κιούρκ), τις πελερίνες από τσόχα Καισαρείας με γνωστά ανάγλυφα κεντήματα και τον κυκλικό γιακά πού κούμπωνε στο λαιμό, τα ατλαζένια χαριτωμένα νυφικά με κλειστό δαντελένιο γιακά και γύρω γύρω αραχνοΰφαντο σιφόνι,τα μωρουδιακά κεντημένα με ιδιαίτερη φροντίδα και πολλά άλλα. Είναι γνωστά εξάλλου τα κεντήματα των καππαδοκών γυναικών !

Ως προς τα επαγγέλματα,οι ρωμιοί των περιοχών αυτών ήταν συνήθως κτίστες,ή σιδεράδες,ή μαραγκοί κλπ.. Επειδή τα μέρη εκείνα ήταν ως επί το πλείστον άγονα και οι πόροι επιβίωσης δεν επαρκούσαν, πολλοί από τους Έλληνες κατοίκους έπαιρναν τον δρόμο της ξενητειάς , πηγαίνοντας προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως ήταν η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, αλλά και η Αμισός. « Η ιδιομορφία της οικονομικής αλλά και της κοινωνικής ζωής της Σινασού, γράφει ο Κώστας Σταματόπουλος, ήταν το ότι η πόλη ζούσε κατά το ήμισυ από τη γεωργία και κατά το ήμισυ από την ξενιτιά» (12). Στην αρχή έφευγε για αναζήτηση εργασίας ο αρχηγός της οικογενείας, και ακολουθούσαν και τα μεγαλύτερα άρρενα μέλη. Η γυναίκες περίμεναν καρτερικά στον τόπο τους. Επλεκαν, ύφαιναν υφάσματα, σεντόνια, και πετσέτες, έκαναν εργόχειρα, κεντούσαν και ετοίμαζαν τα προικιά καθισμένες μπροστά στον αργαλειό, αλλά και χαλιά. Μερικές φορές όμως, όταν τα οικονομικά του ξενητευθέντος καλλιτέρευαν,τότε έπαιρνε και την οικογένειά του μαζί. Οσοι από αυτούς κέρδιζαν χρήματα και καλλιτέρευε η κοινωνική τους θέση, θεωρούνταν συνήθως «τσορμπατζίδες». Αυτοί κατελάμβαναν θέσεις προέδρου, επιτρόπου ή κοινοτάρχου. Όσοι από τους άντρες έμεναν στο χωριό ασχολούνταν, εκτός από τα άλλα επαγγέλματα, με την κτηνοτροφία και με τα χωράφιά τους. Πότε πότε κατέβαιναν σε μεγαλύτερα κέντρα και πήγαιναν στα παζάρια και στις αγορές με τα μουλάρια φορτωμένα από την πραγμάτειά τους για να την πουλήσουν ή να την ανταλλάξουν, και να αγοράσουν τα απαραίτητα που δεν είχαν στο χωριό. Από τα κυριώτερα που χρειάζονταν ήταν και το βαμβάκι,από το οποίο έφτιαχναν τα νήματα (13). Εκείνοι που έφευγαν από τα μέρη τους και ξενιτεύονταν,όταν αποκτούσαν οικονομική ευχέρεια και ευμάρεια δεν έπαυαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον και για τον τόπο τους. Έτσι, δημιουργούσαν αδελφότητες, ίδρυαν σε πολλά μέρη συλλόγους και άλλα κοινωφελή ιδρύματα, τα οποία συντηρούσαν εκκλησίες και σχολεία, στηρίζοντας την παιδεία και βοηθώντας τους ασθενέστερους οικονομικά συμπατριώτες τους. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι, σύμφωνα με τις πηγές, Καππαδόκες φαίνεται να κατοικούν στην Κωνσταντινούπολη από τα τέλη του 16ου αιώνα και μάλιστα ήταν «περίφημοι έμποροι, χρυσοχόοι, τεχνίτες, κλειδαράδες που είχαν τα καταστήματά τους κοντά στο μεζεστένι» (14). Οι Καππαδόκες ήταν αυστηρώς προσηλωμένοι στις παραδόσεις τους και προσπαθούσαν να μεταδόσουν τα ήθη και έθιμα των Καππαδοκών στους απογόνους τους . Επίσης ήταν δεμένοι με την οικογένειά τους. Κυρίως από τα τέλη του 18ου αιώνα και εξής σημειώνεται μία αναγέννηση του χριστιανικού ελληνισμού της Καππαδοκίας. Μετά δε τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, που θέσπισε το Οθωμανικό Κράτος το 1856, η ελληνική παιδεία αναπτύσσεται αλματωδώς και οι χριστιανοί Καππαδόκες ανταγωνίζονται μεταξύ τους στην ίδρυση σχολείων στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Κατά την περίοδο αυτή βελτιώνεται κατά πολύ και η οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση.Το 1891 ιδρύθηκε και το «Καππαδοκικό Ορφανοτροφείο» με δωρεά των μεγάλων ευεργετών Συμεωνάκη και Σινιόσογλου. Μεταξύ των Αδελφοτήτων γνωστή είναι η «Καππαδοκική Αδελφότητα» που ιδρύθηκε το 1880. Μορφωτικά Κέντρα άρχισαν να αναπτύσσονται και σε άλλες πόλεις, όπως στη Σινασό, στη Νεάπολη, στη Νίγδη κ.ά.. (15). Το 1840 η Σινασός αποκτά ένα από τα λαμπρότερα διδακτήρια της Καππαδοκίας, το δε 1872 και Παρθεναγωγείο,στο οποίο θα διδάξουν και κοπέλλες από την Σινασό που σπούδασαν στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινουπόλεως. Η εκπαίδευση κυρίως στα αστικά κέντρα ήταν υποχρεωτική , ιδίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής.Επίσης την ίδια περίοδο και πολλοί νέοι από την Καππαδοκία , υποστηριζόμενοι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο φοιτούσαν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή ή την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, και ορισμένοι από αυτούς εστέλλοντο για πανεπιστημιακές και μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστήμια της Ευρώπης. Από αυτούς ορισμένοι εχειροτονούντο κληρικοί και άλλοι είτε προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως δάσκαλοι στον τόπο της καταγωγής τους,αλλά και σε άλλες περιοχές , είτε υπηρετούσαν το Γένος από άλλες θέσεις.Στην Καισάρεια το 1882 ιδρύθηκε η γνωστή «Ροδοκανάκειος Ιερατική Σχολή», υψηλού επιπέδου, και υπολογίζεται ότι σ’αυτήν μαθήτευσαν περί τα 4.000 χιλιάδες ελληνόπουλα. Η Σχολή αυτή βοήθησε και για την διατήρηση της εθνικής συνείδησης του Γένους . Τα μαθήματα στα χωριά, αλλά και στα μεγαλύτερα κέντρα τα έκαναν ιεροδιδάσκαλοι και γραμματοδιδάσκαλοι. Ολοι αυτοί βοήθησαν στην πνευματική και εκπαιδευτική αναγέννηση των Καππαδοκών νέων. Πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε ότι η Ορθόδοξη πίστη ήταν το κυρίαρχο στοιχείο που καθοδηγούσε τις καρδιές και τις συνειδήσεις των Ρωμιών της περιοχής αυτής, όπως, βεβαίως, και όλων των Ελλήνων Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η προσήλωση και αφοσίωση αυτών στην Εκκλησία,στις παραδόσεις, στα ήθη και έθιμα συνέβαλε ενοποιητικά, περισσότερο τουλάχιστον από την γλώσσα στην περιοχή αυτή , δηλαδή υπήρχε μια βιωματική σχέση των Καππαδοκών με το θείο και τις παραδόσεις τους,που αποτελούσαν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους. Από το σπίτι κανενός δεν έλλειπε το εικονοστάσι με τις εικόνες του Χριστού,της Παναγίας και Αγίων. Ολα αυτά συνέβαλαν στην ενότητα και στη διατήρηση της κοινής πολιτισμικής κληρονομίας της Ορθοδοξίας και του Γένους.

Η Εκκλησία της Καισαρείας ήταν πολύ δυναμική με άξιους, φωτισμένους και εγγράμματους Ιεράρχες. Ηταν το εκκλησιαστικό κέντρο της Μικρασιατικής Ανατολής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Μητρόπολη της Καισαρείας , ήταν και είναι στο Συνταγμάτιο η πρώτη Μητρόπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου , μάλιστα η πρώτη Γεροντική Μητρόπολη. Η Καππαδοκία έδωσε στην Εκκλησία εκατοντάδες κληρικούς σε όλες τις βαθμίδες, οι οποίοι πρόσφεραν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στην Εκκλησία και στο Γένος.

Οι Καππαδόκες, των οποίων η θρησκευτικότητα, όπως αναφέραμε, ήταν υποδειγματική, πέραν από την τιμή προς τους Αγίους και τα ιερά Λείψανα, που φύλαγαν ως κόρην οφθαλμού στις εκκλησίες τους, θεωρούσαν πολύ σημαντικό και το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Γιαυτό κάθε χρόνο, συνήθως τον Νοέμβριο, εκατοντάδες πιστοί από τα μέρη της Καππαδοκίας ἐπαιρναν τον δρόμο προς τα Ιεροσόλυμα και επέστρεφαν λίγο μετά το Πάσχα. Ετσι, γίνονταν «χατζήδες» και έχαιραν ιδιαιτέρας εκτιμήσεως, αλλά και σεβασμού από τους οικείους και συγχωριανούς τους. Υπάρχουν πολλές περιγραφές σε μονογραφίες περιηγητών που αναφέρονται στο περίφημο «Χατζηλίκι». Εξάλλου, υπάρχουν μέχρι σήμερα Μικρασιάτες που το πρώτο συνθετικό του επωνύμου τους είναι το «Χατζή», το οποίο είχαν πάρει προφανώς οι ίδιοι, ή οι γονείς, ή συγγενείς τους που είχαν επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους.

Ως προς την διοίκηση, τα χωριά και τα άλλα αστικά κέντρα χωρίζονταν σε κοινότητες, που διοικούνταν από δημογεροντίες. Ο δε ιερέας είχε πρωτεύοντα ρόλο στα κοινοτικά και κοινωνικά δρώμενα.

Η γλώσσα των Καππαδοκών στο πέρασμα των αιώνων υπέστη πολλές μεταβολές. Προτού κατακτηθεί από τον Μ. Αλέξανδρο η Νότια Καππαδοκία, το 333 πρό Χριστού, επικρατούσε η Καππαδοκική του κλάδου των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Στη συνέχεια αρχίζει η διάδοση της ελληνικής, η οποία στα χρόνια του Χριστιανισμού και του Βυζαντίου γίνεται το βασικό όργανο διάδοσις και στερέωσης της Χριστιανικής πίστης στη Μ.Ασία. Μετά δε την κυριαρχία των Σελτσούκων–Τούρκων,το 1071 μ.Χ.,στην περιοχή, συν τῳ χρόνῳ και υπό συνθήκες δύσκολες για τους έλληνες κατοίκους, αρχίζει να επικρατεί σε πολλές περιοχές της Καππαδοκίας η «καραμανλίδικη» λεγομένη γλώσσα,που ως γνωστόν η γραφή της ήταν με ελληνικό αλφάβητο, αλλά η γλώσσα ήταν η ομιλούμενη τουρκική της περιοχής εκείνης. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες γι’αυτό το παράδοξο φαινόμενο,αλλά δεν θα σταθώ εδώ στο θέμα αυτό (16). Μόνον θα αναφέρω ότι ἡ πρώτη μνεία γιά τους τουρκόφωνους Έλληνες της Καππαδοκίας περιέχεται σε λατινική έκθεση που κατατέθηκε στην Σύνοδο της Βασιλείας το 1437 (17), και ότι τα καραμανλίδικα λεγόμενα βιβλία αρχίζουν να τυπώνονται στις αρχές του 18ου αιώνα . Εκτός από τα θρησκευτικού περιεχομένου βιβλία, τυπώθηκαν στα καραμανλίδικα και άλλα, όπως βιβλία μαθηματικών, γεωγραφίας, φυσικής, αλλά και ιστορικά και μυθιστορήματα (18). Οι λεγόμενοι καραμανλίδες, εξέδιδαν και εφημερίδα στην Κωνσταντινούπολη. Επίσης και μετά τον ξεριζωμό τους από τα πάτρια εδάφη και την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, από το 1924 και εξής, εξακολουθούσαν να εκδίδουν έργα στη γλώσσα τους αυτή και να την ομιλούν, κυρίως στη Θεσσαλονίκη, στη Δράμα και στα πέριξ. Αλλά και στους τάφους τους οι επιγραφές ήταν στα Καραμανλίδικα. Ο προσκυνητής που πηγαίνει με ευλάβεια να ανάψει ένα κεράκι και να πιεί από το θαυματουργό αγίασμα της Παναγίας της Μπαλουκλιώτισσας στην Κωνσταντινουπολη, που επί 16 και πλέον αιώνες ρέει ασταμάτητα εκεί, θα δεί στον αυλόγυρο της εκκλησίας απλωμένες στο δάπεδο δεκάδες επιτύμβιες πλάκες με καραμανλίδικες επιγραφές,στις οποίες μπορεί να διακρύνει και τα επαγγέλματα εκείνων των κεκοιμημένων,απὀ τα χαραγμένα επάνω σ’αυτές διάφορα σχέδια εργαλίων και άλλων αντικειμένων, όπως των μπακάλιδων, των υποδηματοποιών, των ραπτών, των εμπόρων κ.ά.. Οι επιτύμβιες αυτές πλάκες μεταφέρθηκαν εκεί γύρω στα 1930, όταν το «Νεκροταφείο των Ἁνατολιτών», όπου εθάπτοντο οι καραμανλίδες της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίον ευρίσκετο όχι μακρυά από την Μονή του Βαλουκλί, αναγκαστικά εγκαταλείφθηκε και απαλλοτριώθηκε(19).Επίσης, και πολλές επιτύμβιες πλάκες ευρίσκονται διεσπαρμένες σε αίθουσες μουσείων ή και σε κήπους της Ανατολίας.

Μεταξύ των περιοχών, όπου οι ρωμιοί κάτοικοι εξακολουθούσαν να μιλούν την ελληνική ήταν και η Νίγδη, όπου είχε και την έδρα του ο Μητροπολίτης Ικονίου. Οι ιδικοί γράφουν ότι κατά την ανταλλαγή 20 από τα 86 χριστιανικά χωριά της Καππαδοκίας μιλούσαν την ελληνική, βέβαια με μια ιδιόρρυθμη διάλεκτο.Στην δε Τελμησό, σύμφωνα με τον καθηγητή του Καίμπριτς R. DAWKINS μιλούσαν την πιὀ γνήσια «μητρική» (20).

Η κατάσταση για τους Χριστιανούς της Καππαδοκίας αλλάζει, δυστυχώς προς το χειρότερο, μετά την επικράτηση των νεοτούρκων, όπου σημειώνεται και η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού,και συνεχίζει κατά τη διάρκεια και μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.Η κατάσταση αυτή χειροτερεύει συν τῳ χρόνῳ εξαναγκάζοντας τελικά τους Καππαδόκες, αλλά και όλους τους άλλους Ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, να εγκαταλείψουν τις επί αιώνες εστίες τους. Ο εξαναγκασμός για την αποχώρηση από τη γή των προγόνων τους των πληθυσμών αυτών ήλθε, όπως είναι γνωστόν, μετά την Μικρασιατική δυστυχώς καταστροφή που είχε ως επακόλουθο τη Συνθήκη της Λωζάννης που υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1923 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Οι ιθύνοντες τότε, ίσως να μην είχαν σταθμίσει σωστά κατά την γνώμη μου, και βεβαίως και την γνώμην πολλών άλλων ιδικών,που μελέτησαν και γνωρίζουν καλύτερα τα πράγματα, τα διαδραματισθέντα την εποχή εκείνη πολιτικά και επώδυνα για τον ελληνισμό γεγονότα, θεωρήσαντες καλόν ότι η ενδεδειγμενη κατ’αυτούς λύση θα ήταν να ξεριζωθούν από τα πάτρια εδάφη τους οι επί αιώνες ριζωμένοι εκεί χιλιάδες γηγενείς έλληνες κάτοικοί τους,και να ανταλλαγούν με μουσλουμάνους,που ζούσαν στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου και που δεν είχαν βεβαίως και το ίδιο υπόβαθρο. Πίστευαν,ίσως ότι με τον τρόπον αυτόν, θα είχαν λυθεί τα προβλήματα μεταξύ των δύο λαών.Το αυτό, δυστυχώς, πιστεύουν και σήμερα ορισμένοι από τον ελλαδικό χώρο , ό,τι δηλ. φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη οι όσοι Ρωμιοί πλέον απέμειναν εκεί, και δεν είναι η στιγμή να καταλογισθούν ευθύνες γιαυτό το γεγονός εδώ, θα λυθούν ως διά μαγείας τα προβλήματα μεταξύ των δύο κρατών. Είναι αυτοί που σχεδιάζουν συνήθως μόνον στα χαρτιά την όποια θεωρία, χωρίς να έχουν ζήσει και τουλάχιστον παραδειγματιστεί από το ιστορικό παρελθόν, και χωρίς να βλέπουν το μακρύτερο μέλλον! Αλλά, ας μην επεκταθώ περισσότερον για το θέμα αυτό, που η μνήμη και η αναφορά τους δημιουργεί στενοχώριες, και που χρειάζεται περισσότερη εμβάθυνση και συζήτηση! Ετσι οι ρωμιοί Καππαδόκες αποφασίστηκε να ανταλλαγούν  με τους Μουσλουμάνους της Μακεδονίας. Πρέπει εδώ νά πούμε ότι γενικά η κατάσταση στην Καππαδοκία πρίν από το 1922 ήταν σχετικά ήρεμη, και τα δύο σύνοικα στοιχεία είχαν μάθει εκ των πραγμάτων να ζουν ειρηνικά και ανεκτικά το ένα προς το άλλο. Και τούτο, γιατί οι εθνικισμοί δεν ήταν ακόμη έντονοι στα μικρασιατικά χωριά, τουλάχιστον στην έκταση και την ἐνταση που υπήρχαν στα μεγαλύτερα κέντρα. Βεβαίως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και προβλήματα που δημιουργούνταν από τους φανατικούς τοπικούς κυβερνήτες ή και ορισμένους μη χριστιανούς κατοίκους, που οι πρώτοι τους φανάτιζαν και τους εμπότιζαν με το μίσος έναντι των Χριστιανών. Γιαυτό δεν έλλειπαν και οι ακρότητες σε βάρος των Ελλήνων,όπως η επίταξη σχολείων,η στρατολόγηση ελλήνων,η απαγόρευση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και άλλα. Κατά την διαρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας η Καππαδοκία ήταν σχετικώς μακρυά από τά πεδία των μαχών και δεν υπήρχε άμεση και γρήγορη πληροφόρηση για τα διαδραματιζόμενα . Η Μικρασιατική όμως καταστροφή είχε ως επακόλουθο την «ανταλλαγή των πληθυσμών», αυτήν που τόσο εύκολα την αναφέρουν κάποιοι, δηλαδή την υποχρεωτική εκδίωξη των πληθυσμών αυτών απὸ την μητέρα πατρίδα τους την Ανατολή, την Μ.Ασία, το λίκνο της ελληνικής φυλής , όπως την ονομάζει ο γνωστός ιστορικός Χρήστος Σολδάτος, και η πορεία των Μικρασιατών προς τη Δύση,προς την άλλη Ελλάδα. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός στα σπίτια των Καππαδοκών. Ποτέ στην ιστορία δεν είχαν ακούσει να είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. Ποτέ πληθυσμοί δεν είχαν μετακινηθεί ομαδικά σε βαθμό που να μη μείνει «θεωρητικά» ούτε ένας στον τόπο του . Και ασφαλώς θα διερωτώντο : Ποιός ποιόν από πού και γιά ποιό λόγο τον ανάγκαζε να φύγει ; Αιώνες ριζωμένοι εκεί οι Έλληνες εξαναγκάζοταν να εγκαταλείψουν τα εδάφη τους. Να φύγουν από τα χώματα εκείνα, που τα συστατικά των στρωμάτων που τα αποτελούσαν ήταν ζυμωμένα εδώ και αιώνες με το γνήσιο αίμα και τα σώματα των ελλήνων προγόνων τους, αλλά και των γονέων και συγγενών τους. Δυστυχώς,μεταξύ Ιουνίου και Οκτωβρίου του 1924, άρχισε το μακρύ ταξείδι του ξεριζωμού, με τους Ρωμιούς Καππαδόκες, και όχι μόνο, να εγκαταλείπουν κατά εκατοντάδες τις πόλεις και τα χωριά τους. Αφού έκαναν και την τελευταία λειτουργία στις εκκλησιές που βαπτίσθηκαν, που επί χρόνια εκκλησιάσθηκαν και που παντρεύτηκαν, και αφού προσευχήθηκαν να τους φυλάγει ο Θεός, ο Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι, ετοίμαζαν, με τα δάκρυα ποτάμι να τρέχουν από τα μάτια τους, τα κάρα που θα τους μετέφεραν, αφήνοντας πίσω τους «το βιός» τους και όλα σχεδόν τα υπάρχοντά τους, και παίρνοντας μαζί τους τα αμέσως απαραίτητα. Μεταξύ αυτών υπήρχαν αρκετοί,οι οποίοι διαισθάνονταν την σοβαρότητα της κατάστασης και μη έχοντες πολλές ελπίδες για μια πιθανή επιστροφή τους στην πάτρια γή τους προσπαθούσαν να κρύψουν, ράβοντάς τα μέσα στα ρούχα και τα εσώρουχα που φορούσαν, όσα χρυσά κοσμήματα και χρυσές λίρες είχαν. Αλλά υπήρχαν και πολλοί άλλοι, οι οποίοι πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν στο άμεσο μέλλον να ξαναγυρίσουν στη γη των προγόνων τους και τη δική τους, έκρυβαν ό,τι πολύτιμο είχαν, που δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν, σε διάφορα σημεία του κήπου, μέσα σε πηγάδια, ή μέσα σε διάφορες κρύπτες του σπιτιού τους, ή έσκαβαν και το έθαβαν, αφού το τύλιγαν προσεκτικά ,σε γνωστά σε εκείνους μέρη,που τα σημάδευαν καλά στη μνήμη τους ή τα σημείωναν σε κάποιο πρόχειρο χαρτί, με την ελπίδα ότι θα ξαναβρούν ό,τι άφησαν, όταν με το καλό θα επέστρεφαν. Εκείνα όμως που δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν ήταν τα όσια και ιερά τους και γιαυτό ο καθένας έπαιρνε μαζί του κάθε τι πολύτιμο και ιερό που υπήρχε στην εκκλησία του και το τοποθετούσε με σεβασμό επάνω στο κάρο του, πολλές φορές τυλιγμένο σε αμεταχείριστα σεντόνια ή πετσέτες,ή μέσα στα λιγοστά ρούχα που μετέφερε μαζί του, για να το προστατεύσει. Εσταυρωμένοι, εικόνες, ιερά σκεύη και βιβλία, αλλά και τα ιερά λείψανα των αγίων,όπου υπήρχαν, ήταν το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου του κάρου τους. Εάν είχαν την δυνατότητα δεν θα άφηναν τίποτα από τα όσια και ιερά τους. Δεν ήθελαν να βεβηλωθούν από τα χέρια αλλοθρήσκων. Ξεκινούσαν, λοιπόν, με πόνο ψυχής από τα χωριά τους και έφθαναν, όχι χωρίς αγωνία και κινδύνους, αφού οι τσέτες καιροφυλακτούσαν, κυρίως στη Νίγδη και το Ικόνιο, και από εκεί οι περισσότεροι σιδηροδρομικώς έφευγαν για την Μερσίνη,όπου συνωστίζονταν στην παραλία και περίμεναν υπομονετικά για να έλθουν τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην ελεύθερη Ελλάδα. Από εκεί, όπως μου διηγήθηκε ένας ααυτόπτης μάρτυρας πριν λίγα χρόνια πού μπάρκαρε στο καράβι για την καινούργιά του πατρίδα, μεταφέρθηκε και το ιερό σκήνωμα του Αγίου Γρηγορίου, το οποίο επαναπαύεται τώρα στον ομώνυμο ναό της Νέας Καρβάλης, όπου υπάρχουν και άλλα ιερά σκεύη που οι πρόσφυγες μετέφεραν από εκκλησίες της Καππαδοκικής εκείνης γης (21). Οπως μου διηγήθηκε ο αυτόπτης εκείνος μάρτυρας, πού συνταξίδευσε με το ίδιο πλοίο που μετέφερε το ιερό σκήνωμα του αγίου, στη θάλασσα υπήρχε φουρτούνα προτού μπούνε στο πλοίο και όταν έβαλαν τον άγιο μέσα και το πλοίο ανοίχθηκε στο πέλαγος η θάλασσα κόπασε και είχαν ένα ήρεμο σχετικά ταξίδι

Η βαθειά θρησκευτική συνείδηση που είχαν οι Καππαδόκες για τα ιερά και όσια τους συνεχίσθηκε και στη νέα τους πατρίδα στην οποία εγκαταστάθηκαν, παραμένοντας μέχρι σήμερα πιστοί στην παράδοση των πατέρων και προγόνων τους, παρά τα σημεία των καιρών που δυστυχώς ισοπεδώνουν πολλές από τις πανανθρώπινες πνευματικές και ηθικές αξίες ! Ετσι η Νέα Καρβάλη στην Καβάλα με το ιερό σκήνωμα του αγίου Γρηγορίου, και το Νέο Προκόπιο στην Εύβοια, όπου φυλάσσεται το σκήνωμα του Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου, «του εν Προκοπίῳ της Καππαδοκίας ασκήσαντος», που μετακομίσθηκε ἀκέραιο εκεί από τους πρόσφυγες, αποτελούν σήμερα τα δύο ορθόδοξα λατρευτικά κέντρα των Καππαδοκών. «Η πίστη των κατοίκων του χωριού μας προς τα θεία και ιερά και οι άγιοι μας μας προστάτευαν », έλεγε η γιαγιά Αναστασία.

Πολλοί δεν πρόφθασαν να φύγουν κατά το διάστημα της ανταλλαγής, δεν άντεξαν, και άφησαν την τελευταία τους πνοή, αλλά και το σώμα τους εκεί. Πιστεύω ότι αυτοί θα ήταν ευτυχείς που δεν εγκατέλειψαν ούτε την τελευταία στιγμή τα χώματά τους. Οι άλλοι, εκείνοι που αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τη γη των προγόνων τους και τη δική τους πέρασαν από την Ανατολή στη Δύση, από την Ελλάδα της Μ.Ασίας στην Ελλάδα της Ευρώπης, μεταφέροντας και παραδίνοντας τη δάδα της ελπίδας στις επόμενες γενεές, για να συνεχίσουν και αυτές την πορεία ανοίγοντας νέους ορίζοντας και κάνοντας νέα υπέρβαση , χωρίς βεβαίως να λησμονούν τις ρίζες τους, τις εστίες των προγόνων τους, τις περιπέτειες και τα παθήματά τους ! Ἡ Λένα Τζεδάκη–Αποστολάκη, σε ἀρθρο της για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης, γράφει μεταξύ ἄλλων και τα εξής : «Οι προσωπικές θυσίες των προσφύγων υπήρξαν τεράστιες. Εκτός όμως από τη διάλυση οικογενειών, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, την καταστροφή σπιτιών, τη διαρπαγή περιουσιών και σε ένα άλλο επίπεδο ο ξεριζωμός είχε τρομακτικές συνέπειες : Για τους μικρασιάτες χάθηκε η συγκροτημένη κοινωνική ομάδα που συνιστούσε έναν ευρύτερο χώρο δράσης, σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό τοπίο, oρίζοντας την ταυτότητά τους: στο χωριό, στο κεφαλοχώρι, στην πόλη ήταν οι χριστιανοί ανάμεσα στους μουσουλμάνους. Εκεί είχαν την ευγένεια μιάς ιστορικής καταγωγής και το πλεονέκτημα μιάς πολύχρονης, δυναμικής παρουσίας στον ίδιο χώρο…. Αυτή η αναντικατάστατη ανθρωπογεωγραφία, η δικιά τους ανθρωπογεωγραφία, προσδιόριζε την ταυτότητά τους, καθόριζε τις συμπεριφορές και τις μεταξύ τους σχέσεις, οριοθετούσε τη συλλογική μνήμη, διαμόρφωνε νοοτροπίες και συγκροτούσε ιδεολογία. Στο δρόμο της προσφυγιάς όλα αυτά χάθηκαν, μαζί με την απώλεια 2.150 ελληνικών οικισμών της Μ.Ασίας » (23). Θα ήθελα να αναφέρω επίσης εδώ και τα όσα ενδιαφέροντα με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο αφηγείται ο Ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης στο μικρό πόνημά του με τίτλο «Μικρασία, χαίρε». Υπενθυμίζοντας με πικρία το γεγονός της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Ανταλλαγής των πληθυσμών γράφει : « Καθόμουν ταραγμένος και κοίταζα μες στο άπλετο, παγερό ηλεκτρικό φως του υπογείου της Βιβλιοθήκης της Κοινωνίας των Εθνών. Το δράμα, η σφαγή, η πείνα, το ξερρίζωμα των Ελλήνων της Μικρασίας, η προσφυγιά μας και το πένθος μας όλα πιά ήταν φάκελοι. Τίποτα άλλο. Τους κοίταζα ταξινομημένους στις θήκες τους. Σα να ήταν ένα οστεοφυλάκιο στη κρύπτη της Κοινωνίας των Εθνών» (24).

Όλα αυτά πιστεύω ότι θα πρέπει να τα έχουμε πάντοτε ζωντανά στη μνήμη μας , για να μην ενθαρρύνουμε εκείνους , οι οποίοι επωφελούμενοι από το άλλοθι της λησμοσύνης που ενδεχομένως θα τους παρέχουμε, θα μπορούσαν να επαναλάβουν παρόμοια γεγονότα εις βάρος της φυλής μας ! Ας μην ξεχνάμε ότι η λήθη της ιστορίας μπορεί να φέρει την επανάληψη με απρόβλεπτες συνέπειες !

Θα ήθελα να τελειώσω με ένα ποίημα από την «Ποιητική Συλλογή» του δισέγγονό σου γιαγιά Αναστασία, του Λέανδρου, με τίτλο :

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ :

1)      Βλ.Ἰωάννου Α.Ἀκακιάδου,Ἡ Καρβάλη Ναζιανζοῦ καὶ ὁ Βίος Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου….,Ἐν Ἀθήναις 1926,σελ.33.

2)      Η ορθογραφία διατηρείται όπως είναι στην επιγραφή. Βλ.Μαγδαληνή Παρχαρίδου-Αναγνώστου,Σχόλια στην αφιερωματική επιγραφή επί του Βυζαντινού Μουσείου της Βέροιας, στον τόμο «Γνωριμία με τη Γη του Αλεξάνδρου.Η περίπτωση του Νομού Ημαθίας. Ιστορία Αρχαιολογία. Πρακτικά 7-8 Ιουνίου 2003»,Δήμος Θεσσαλονίκης 2004, σ.170,ὀπου και άλλες επιγραφές εκκλησιών βυζαντινής εποχής από την Καππαδοκία.

3)      Στους δύο αυτούς Πατριάρχες, όταν ποίμεναν την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, απονεμήθηκε για πρώτη φορά ο τίτλος του Οικουμενικού Πατριάρχου.

4)      Βλ.Νικολάου Γ.Ιντζεσίλογλου, «Προσωπικότητες της Καππαδοκίας», στο περιοδικό Φίλιππος, τεύχ.54 (2007), σελ.13.

5)      Βλ.Νικολάου Γ.Ιντζεσίλογλου,Προσωπικότητες,ό.π,σελ.11 .

6)      Βλ.Νικολάου Γ. Ιντζεσίλογλου, «Αναφορά στους Καππαδόκες των νεωτέρων χρόνων», στο περιοδικό «Φίλιππος»,τεύχ.58 (2008),σ.16.

7)      Που τυχαίνει να είναι συγγενής μου εκ μητρός.

8)      Σχετικά με την περιφέρεια αυτή βλ.και την μελέτη των Ματούλα Κουρουπού-Ευαγγελία Μπαλτά, Ελληνορθόδοξες Κοινότητες της Καππαδοκίας. Ι. Περιφέρεια Προκοπίου,…,Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 2001.

9)      Πρβλ.Σοφία Αναστασιάδη-Μανουσάκη, Μνήμες Καππαδοκίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 2002,σ.49-50.Ο ιερεύς Κωνσταντίνος Χαλβατζάκης, που ασχολήθηκε με το θέμα αυτό, γράφει ότι έως τώρα εντοπίσθηκαν 450 περίπου υπόγειες πολιτείες. Βλ. Οι υπόγειες πολιτείες της Καππαδοκίας και άλλα ιστορήματα, Θεσσαλονίκη 2006,σελ.31.

10)  Σχετικές σύντομες πληροφορίες για τις πόλεις και τα χωριά αυτά με αναφορά και στις εκκλησίες που υπήρχαν εκεί βλ.Αθ.Καραθανάση, Καππαδοκία, Θεσσαλονίκη, (Εκδ.Μαίνανδρος) ,2001,σελ.110-142.].

11)  Για τη Βυζαντινή περίοδο βλ.τα σχετικά στη μελέτη του Αθανασίου Ε.Καραθανάση,Καππαδοκία,.ό.π., σελ.55-100.

12)  Βλ. Η Σινασός της Καππαδοκίας,Ἐκδ.ΑΓΡΑ,Αθήνα 1986,σ.53.Γιά τη Σινασό βλ και παλαιότερη μελέτη του Ρίζου Ελευθεριάδη, Συνασσός, ήτοι μελέτη επί των ηθών και εθίμων αυτής. Κωνσταντινούπολις 1879].

13)  Σχετικά με τις επαγγελματικές ασχολίες των Καππαδοκών βλ.και την μελέτη της Μαρίας Β.Ασβέστη, Επαγγελματικές ασχολίες των Ελλήνων της Καππαδοκίας, Αθήνα 1980,όπου αναφέρονται τα επαγγέλματα κατά περιοχές.

14)  Βλ. Αθ.Καραθανάση, Καππαδοκία,.ό.π.,σελ.104.

15)  Για τους Συλλόγους και τα Σωματεία της Καππαδοκίας βλ. Κυριακή Μαμώνη, Λήδα Ιστικοπούλου, Σωματειακή οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία (1861-1922) , Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2006,σσ.177-200.

16)  ) Βλ.περί αυτού τα όσα γράφει ο Αναστάσιος Ιορδάνογλου στο άρθρο του «Καραμανλίδικες επιγραφές της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή Κωνσταντινουπόλεως», στα «Βαλκανικά Σύμμεικτα», Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου,Θεσσαλονίκη,1981,σελ.63-65.Βλ.επίσης και την προσφάτως εκδοθείσα μελέτη για το θέμα αυτό του Ιωάννη Πρ. Δω-ρουκίδη, Οι Τουρκόγλωσσοι Έλληνες της Μικρασίας και το Καραμανλίδικο Ιδίωμα. (Μεικτή Ελληνοτουρκική γλώσσα με γράμματα ελληνικά), Θεσσαλονίκη 2007.

17)  Βλ.Αθ.Καραθανάση,Καππαδοκία,ό.π.,σ.68.

18)  Βλ.γενικώτερα για την βιβλιογραφία των Καραμανλίδικων Salaville –Eug.Dalleggio , Karamanlidika,Bibliographie analytique d’ouvrages en langue turque imprimés en caractères grecs . Collection de l ‘ Institut Français d’Athènes,τόμ.Α 1584-1850,Αθήναι 1958,τόμ.Β 1851-1865,Αθήναι 1966,τόμ.Γ, 1866-1900,Εκδ.Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσσός, Αθήναι 1974.Βλ και για τα έντυπα αυτά μεταξύ άλλων και την μελέτη της Ευαγγελίας Μπαλτά, «Το καραμανλίδικο έντυπο»,στο περιοδικό «Τα Ιστορικά»,5/9(1988),σελ. 213-228. Ἡ Ευαγγελία Μπαλτά ασχολήθηκε και σε άλλες μελέτες της με τα Καραμανλίδικα .

19)  Για περισσότερες πληροφορίες ως προς το θέμα αυτό βλ.τη μελέτη του Αναστασίου Ιορδάνογλου, Καραμανλήδικες επιγραφές,ό.π.,σελ.63-92, όπου δημοσιεύει με σχόλια και μετάφραση το περιεχόμενο των επιτυμβίων αυτών επιγραφών, καθώς και φωτογραφίες των επιτυμβίων πλακών.

20)  Σχετικά με το θέμα των τουρκόφωνων (καραμανλίδικων),των ελλη-νόφωνων και των μικτών περιοχών της Καππαδοκίας μας παρέχει σύντομες πληροφορίες ο Αθανάσιος Ε.Καραθανάσης στη μελέτη του Καππαδοκία, ό.π.,σελ.22 και 29-33.

21)  Στη Νέα Καρβάλη, ως φαίνεται, μεταφέρθηκε και ευρίσκεται το Ιερό σκήνωμα του πατρός του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου,αφού αναφέ-ρεται ότι το 912 επί αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου είχε γίνει η ανακομιδή του ιερού λειψάνου του αγίου Γρηγορίου του Θεο-λόγου του Ναζιανζηνού από την Καππαδοκική γη στην Κωνσταντινούπολη (βλ.Ι.Α.Ακακιάδου,Η Καρβάλη Ναζιανζού και ο Βίος Γρηγορίου του Θεολόγου, Εν Αθήναις 1928,σελ.34,και υποσημ.1). Από την Κωνσταντινούπολη το ιερό σκήνωμα του αγίου είχε μεταφερθεί μαζί με πολλά άλλα ιερά λείψανα αγίων από τους Σταυροφόρους της Τετάρτης Σταυροφορίας κατ’αρχήν στη Βενετία και από εκεί στη Ρώμη. Στις 26 Νοεμβρίου 2004 το Βατικανό παρέδωσε στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.Βαρθολομαίο το ιερό λείψανο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου καθώς και εκείνο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ο Πατριάρχης εκόμισε την επομένη από τη Ρώμη στο Πατριαρχείο τα δύο αυτά πολύτιμα Ιερά Λείψανα, τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε δύο μαρμάρινες λάρνακες και ευρίσκονται στο αριστερό κλίτος του Πανσέπτου Πατριαρχικού Ναού του Αγ.Γεωργίου .

22)  Ποίημα της Αγγελικής Στεργίου, Εγκώμια και θρήνοι για τις αλη-σμόνητες πατρίδες,εκδ.Ιανός,Θεσσαλονίκη,1997,σ.109,με κάποιες μικρές παραλλαγές και προσθήκες που έγιναν, όπως η αλλαγή του ονόματος από Αγγελίνα σε Αναστασία και αυτό του Πανόρμου σε Καππαδοκία.

23)  Βλ. Λένα Τζεδάκη-Αποστολάκη, «Μικρασιάτες στο Ηράκλειο, ο ξεριζωμός και η νέα πατρίδα»,στο περιοδικό Παλίμψηστον,(ετήσια έκδοση της «Βικελίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης»),περίοδ.Β΄,τεύχ.18,Ηράκλειο 2003,σ.336. Και στη σελ.337 σημειώνει ότι από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1923 από τους 12.813 πρόσφυγες πού έφθασαν στο Δήμο Ηρακλείου το 2,65 % ήλθε από την κεντρική Καππαδοκία.

24)  Βλ.Ηλία Βενέζη, Μικρασία, Χαίρε (Διήγησις συμβάντων),δεύτερη έκ-δοση,Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,1979,σελ.113.

Πηγή : mikrasiatis.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s