Στη Μητρόπολη της Ιωνίας


Στη Μητρόπολη της Ιωνίας

 

H επίσκεψη  στη Σμύρνη  είναι ένα ταξίδι αλλοιώτικο από αυτά που κάνουμε συνήθως. Είναι  κάτι σαν φόρος τιμής για όσους χάθηκαν και σαν έπαινος λαμπρός, έμπρακτος για όσους Σμυρνιούς πρόκοψαν. 

 Ογδόντα χρόνια πέρασαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή,  όμως η μνήμη διατηρείται για τα όσα υπήρξαν και έλαμψαν για να χαθούν μέσα στις φλόγες μιας ανήκουστης τραγωδίας.

  Από το αρχαίο κάστρο του Καντιφέ Καλέ, του «βελούδινου λόφου», αρχίζει η τουριστική περιήγηση, αφού οι ξεναγοί θεωρούν δεδομένο ότι τίποτα δεν έχει απομείνει από την ελληνική πόλη του πόνου και του θρύλου. Είναι αλήθεια πως όσα άφησε το 1922 η φωτιά και το μαχαίρι, οι Τούρκοι βιάστηκαν να το σκεπάσουν με κολοσσιαία κτίρια πολυκατοικιών, εργατικών κατοικιών κάθε είδους και γούστου. Εκατομμύρια τόννοι μπετόν, λές και θέλουν να σκεπάσουν την ενοχή και να εξαφανίσουν τη μνήμη. Υπάρχουν μερικά καφενεία εκεί πάνω στο κάστρο με ανοιχτές βεράντες. Το βραδάκι προσφέρουν το υπερθέαμα του ηλιοβασιλέματος.

                        Τα παλιά ελληνικά σπίτια είναι ελάχιστα (φωτογραφία). Τα καταλαβαίνει όμως κανείς με την πρώτη ματιά. Επιβλητικά αρχοντικά με τονισμένα τα κλασικά στοιχεία. Υπάρχουν ακόμα σπίτια που κάτι στην πόρτα τους, κάτι στη διακόσμησή τους μιλάει για εκείνους τους νοικοκύρηδες που ήθελαν με κάθε τρόπο να υπογραμμίσουν την ελληνική καταγωγή τους. Λιγοστά καλλιμάρμαρα μέγαρα, χρονολογημένες σιδεριές μπαλκονιών, μαίανδροι και ακροκέραμα που σώθηκαν από τη φωτιά αντιστέκονται στο χρόνο και την εγκατάλειψη.

Η προκυμαία είναι το καμάρι της Σμύρνης. Η κατασκευή της είχε αρχίσει το 1867. Ψυχή και καρδιά της σμυρναϊκής οικονομίας και κοινωνίας. Η Σμύρνη στην περίοδο 1880-1920 συγκέντρωνε όλο το εμπόριο της δυτικής και νότιας Μικράς Ασίας. Πλοία εμπορικά φορτωμένα με πολύτιμο εμπόρευμα, δεμένα στο λιμάνι περιμένουν τους αγοραστές. Σταφίδα, ξερά σύκα, βαμβάκι, καπνός, αλάτι, σιτάρια, χαλιά, αλλά και όπιο σε απίστευτες ποσότητες, έτοιμα μα φορτωθούν και να οδηγηθούν στη Δύση. Ακόμα και βιομηχανικά, τυποποιημένα αγαθά, όπως γυαλικά, σιδερικά, έπιπλα και υφαντουργικά προϊόντα, που προδίδουν αστικό τρόπο ζωής.

Αλλά και ατμόπλοια επιβατηγά, της γαλλικής Messageries, της τουρκικής Χαμιδιέ, του Κουρτζή, του Πανταλέοντος, μεταφέρουν ταξιδιώτες που έχουν την περιέργεια να γνωρίσουν την Ανατολή.  Επιπλέον τα μικρά ατμόπλοια πραγματοποιούν τη συγκοινωνία  από το λιμάνι στα προάστια. Για το Κορδελιό, τα Πετρωτά, το Γκιοζ- Τεπέ, το Καρατάσι.

Στην πλακόστρωτη προκυμαία συγκεντρώνονταν το πολύβουο πλήθος, στις ώρες της κοινωνικής συναναστροφής. Μεγαλέμποροι και εργάτες, μεσαίοι επαγγελματίες και άνθρωποι του μόχθου. Οι πολύχρωμες ενδυμασίες τους πρόδιδαν φυλετικές και εθνολογικές προελεύσεις. Η θέα της θάλασσας από εδώ ήταν μοναδική. Ακόμη κι  οι ταράτσες των κτιρίων έχουν μετατραπεί σε μπιραρίες, καφωδεία, στέκια για όλα τα γούστα.  Εδώ στα καλά εστιατόρια το μενού περιλαμβάνει φρέσκο ψάρι από τη γνωστή στο είδος της Παπα-Σκάλα, η μαγειρευτό κρέας με επιδόρπιο πορτοκάλια Χίου η σταφύλια, ανάλογα την εποχή. Το κρασί από την Κύπρο συμπληρώνει την εικόνα της τέρψης.        Στις λέσχες, τα κέντρα και τα καφενεία ορχήστρες έπαιζαν μουσικές από βιεννέζικα βαλς ως λαϊκά, ρεμπέτικα, με το μπουζούκι να κελαηδά. Χαρές και λύπες, πάθη, πόθοι και έρωτες, τόποι, χώροι, περιστατικά με αμεσότητα και έμμετρο στίχο αποκαλύπτουν εκείνη την αξέχαστη εποχή.  Το «Θοδωράκι» ήταν ο μεγαλύτερος τραγουδιστής, ο Θεόδωρος Μαυρογένης και ο Παναγιώτης Τούντας ο μεγαλοφυής συνθέτης της Σμύρνης.

«Αυτή είν΄ η Σμύρνη η ξακουστή,

του Ραψωδού η πατρίδα,

που στο γινάτι των καιρών,

παρέμειν’(ε) Ελληνίδα».


Κανείς δεν μπορούσε να φθάσει στη Σμύρνη και να μη επισκεφθεί το περίφημο παζάρι της. Ήταν μεγαλύτερο από της Κωνσταντινούπολης, αλλά και πιο δυτικότροπο. Κυριαρχούν τα προϊόντα της αγγλικής βιομηχανίας, γυαλικά, ελβετικά ρολόγια, χαλιά της Περσίας και γλυκά ταψιού.  Όπως αναφέρει με έκπληξη ο Γάλλος περιηγητής Paul Eudel, to 1870, από το παζάρι δεν λείπουν τα αρχαία κομμάτια από τα ερείπια της Εφέσου.

Στα χρόνια του 1912 ο πληθυσμός της πόλης υπολογιζόταν σε 240.000 κατοίκους. Οι Έλληνες ήταν 100.000, οι Τούρκοι 60.000, Εβραίοι 20.000, Αρμένιοι 15.000 και 15-20.000 διαφόρων εθνοτήτων. Οι ‘Ελληνες κατοικούν κοντά στο λιμάνι και στο εμπορικό κέντρο, τον Φραγκομαχαλά, εδώ που από τον 16ο αιώνα διαμένουν οι Ευρωπαίοι, κυρίως Άγγλοι, Γάλλοι, Ολλανδοί, Βενετοί, Γενουάτες.

Από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια η Σμύρνη αναγράφεται ως αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Γάλλος περιηγητής Vital Cuinet ανέφερε ότι υπήρχαν 13 ορθόδοξες εκκλησίες, 10 καθολικές, 3 αρμενικές, 3 εκκλησίες διαμαρτυρομένων και 15 συναγωγές. Ο ναός της Αγίας Φωτεινής,  άγνωστο πότε θεμελιώθηκε, υπήρξε από τους παλαιότερους της Σμύρνης. Στα 1892 τοποθετήθηκε στο κωδωνοστάσιο μεγάλο ρολόι βαυαρικού εργοστασίου. Ήταν το πλέον υψηλό και επιβλητικό μνημείο της εποχής.  Με την ανταλλαγή των πληθυσμών η Σμύρνη έχασε τους δεσμούς της με το ορθόδοξο παρελθόν. Σήμερα υπάρχει η μικρή ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Φωτεινής, που οι Ολλανδοί προτεστάντες παραχώρησαν για εκατό χρόνια στην ορθόδοξη κοινότητα της πόλης, το 1952. Στις μεγάλες γιορτές λειτουργεί κληρικός από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι περισσότεροι πιστοί είναι υπάλληλοι του ελληνικού προξενείου, Έλληνες αξιωματικοί του ΝΑΤΟ. Και οι τριάντα, περίπου, εναπομείναντες Έλληνες της Σμύρνης, χωρίς ελληνικό διαβατήριο, χωρίς παπά, χωρίς όμως να χάσουν τα όνειρα και την ελπίδα.

Στον τομέα της παιδείας η Σμύρνη υπήρξε πρωτοπόρος και η συμβολή της στην ανάπλαση του φρονήματος του ελληνικού στοιχείου, αλλά και όλου του μικρασιατικού ελληνισμού υπήρξε τεράστια. Η περίφημη Ευαγγελική Σχολή, υπήρξε το καύχημα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από το 1733. Στον τομέα της υγείας επιβεβαιώνεται η ηγετική θέση της ελληνικής κοινότητας με στοιχεία: Το Γραικικό νοσοκομείο είναι το μεγαλύτερο και άρτια εξοπλισμένο νοσοκομείο της Σμύρνης.  103 από τους 125 γιατρούς της πόλης ήταν Έλληνες και τα 35 από τα 50 φαρμακεία ελληνικά.

Στις 2 Μαϊου 1919 – 15 Μαϊου με το νέο ημερολόγιο- στις 7:50 το πρωϊ, το κύριο σώμα του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη με απόφαση των Συμμάχων και εντολή του Ανωτάτου συμβουλίου της Διασκέψεως των Παρισίων. Ο ελληνικός στρατός έγινε δεκτός με φρενήρη ενθουσιασμό από τον ελληνικό πληθυσμό και χαιρετίστηκε ως η απαρχή της «Μεγάλης Ιδέας». Για δύο χρόνια, η «Γκιαούρ Ισμίρ», δηλαδή,  η ελληνική Σμύρνη, όπως την ονόμαζαν οι ίδιοι οι Τούρκοι, λόγω της κυριαρχίας του ελληνικού στοιχείου σε κάθε τομέα θα ζήσει πραγματικά ελληνική, υπό την Ύπατη Αρμοστεία.  Το τέλος θα έρθει με τη Μικρασιατική καταστροφή, τη μεγαλύτερη εθνική συμφορά στην ιστορία του νεώτερου ελληνισμού. Τη συμφορά αυτή συνθέτουν:

  • Η κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου, τον Αύγουστο του 1922 και η ήττα και διάλυση, σχεδόν, της αξιόμαχης Στρατιάς Μικράς Ασίας.
  • Η πυρπόληση της Σμύρνης, στις 31 Αυγούστου (13 Σεπτεμβρίου 1922).
  • Η εξόντωση χιλιάδων Ελλήνων στις περιοχές που ανακαταλάμβανε ο τουρκικός στρατός.
  • Το ξερίζωμα των υπολοίπων- 1,5 εκατομμύριο ψυχές- από τη μικρασιατική πατρίδα.

Δεν είναι εύκολο βρει κανείς λόγια να περιγράψει τις φρικτές σκηνές εκείνων των ημερών. Μόνο η αμεσότητα της περιγραφής των αυτοπτών μαρτύρων μπορεί να δώσει, ίσως το μέτρο της ανθρώπινης τραγωδίας:

«Ημασταν στην Πούντα. Στέκαμε γραμμή για να μπαρκάρουμε. Ο,τι είχαμε, μπόγους, βαλίτσες, τα πατούσαν για να περάσουν. Πέρασε η μητέρα μου, η αδερφή μου έπεσε κάτω, ο κόσμος την πατούσε, δεν μπορούσε να σηκωθεί. Ένας στρατιώτης, καθώς βάσταγε το μωρό της, το τρύπησε με την ξιμφολόγχη. Το πέρασε από τη μια άκρια της φασκιάς έως την άλλη. Τι να κάνει; Το ‘βαλε σε μιαν ακρούλα. «ζήσε κόρη μου για τα άλλα σου παιδιά», της είπε η μάνα μας. Εγώ ακόμη δεν είχα περάσει τη ζώνη και με τραβά ένας Τουρκαλάς από το χέρι και μου λέει: «Ντουρ μωρή». Βάζω κάτι φωνές, κάτι κλάματα, φωνές και η μάνα μου. Πέρασαν πεντέξι, εμένα που να μ αφήσει να περάσω. «Αχ παιδάκι μου», λέει η μάνα μου. Πέφτει κάτω και λιποθυμά. Στο μεταξύ ο Τούρκος μου δίνει ένα σκαμπίλι, που άστραψε το φως μου. «τσικάρ παρά», λέει. Θυμήθηκα το πεντόλιρο, τουτόδωσα. Μ αυτό γλίτωσα. Μου δίνει μια σπρωξιά. Πέφτω κάτω. Κι έσπασα τα γόνατά μου. Έχασα και το ένα μου παπούτσι. Εκεί πια οι Ιταλοί μας ανέβασαν αγκαλιά στο καράβι.

Οι Γάλλοι δείξαν βρωμερή στάση. Όσοι κατάφερναν να σκαρφαλώσουν στα καράβια τους, τους ρίχναν πίσω στη θάλασσα. Και παλικάρια, πιο πολύ τα παλικάρια ξανάριχναν στο νερό. Σαν τους βλέπαν να ζυγώνουν, τους πετούσαν ζεματιστό νερό, για να μη μπορέσουν ν’ ανέβουν. Οι Εγγλέζοι κάναν ό,τι κάναν, μα σα πήγαινε κανείς στα πλοία τους να σωθεί, τον δέχονταν καλά. Δεν τον διώχναν…»

(Άννα Καραμπέτσου, Νυμφαίο)

Η καταστροφή του 1922 κατέστρεψε άπαξ δια παντός την οικονομική ζωή της πόλης και σταμάτησε τη γοργή πρόοδο του ελληνικού στοιχείου σε μια χρονική στιγμή, που ο μικρασιατικός Ελληνισμός βρισκόταν στο απόγειο της ακμής και η Σμύρνη στην καλύτερη της ώρα.  Ένας λαμπρός κόσμος με οράματα, δράση και προοπτική, χάθηκε άδοξα και τραγικά.

Τα τουρκάκια παραμονεύουν τον τουρίστα με ταβάδες γεμάτους κουλούρια, φωνάζοντας ελληνικά.

Μισή ώρα κρατάει η περιήγηση της πόλης με το πούλμαν και …πέντε ώρες μένουν ελεύθεροι οι επισκέπτες για ψώνια. Είναι ωραία η παραλιακή λεωφόρος της Σμύρνης, κάτι ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και το Παλιό Φάληρο. Συχνά όμως η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, καθώς το λιμάνι μυρίζει άσχημα ανάλογα με τον καιρό.  Σήμερα κρύβει τον άγριο βιασμό της και περιμένει το σούρουπο. Όταν ο ορίζοντας βάφεται κόκκινος κι ο αέρας φέρνει τις φωνές από απέναντι.

Στα πεζοδρόμια κάτω από δροσερές τέντες, με περικοκλάδες που σκαρφαλώνουν στους κορμούς των φοινικόδεντρων, τα εστιατόρια και οι μπυραρίες. Η ανάσα της Ελλάδας καυτή. Ξυλόγλυπτες μανταλωμένες πόρτες και ασφαλισμένα παράθυρα είναι ό,τι απέμεινε μετά τον μεγάλο χαλασμό. Σπίτια ερειπωμένα στεγάζουν τη φτώχεια και τη μιζέρια χιλιάδων εποίκων από την Ανατολή. Βουβοί μάρτυρες ενός απαράμιλλου πολιτισμού, που ενταφιάσθηκε ζωντανός εδώ στα ματωμένα χώματα της Ιωνίας.

Αποκαμωμένος βρίσκομαι στον 31ο όροφο του «Χίλτον», απ όπου χαζολογάς μια ολόκληρη «Ελλάδα» να τρέχει στα πόδια σου σαν τρελή.  Η μπύρα είναι παγωμένη. «Εφές Πίλσενερ».  Δίπλα οι πλούσιοι της Σμύρνης πνίγουν τη μοναξιά τους πληρώνοντας μισό μηνιάτικο μέσου Τούρκου εργαζόμενου για ένα ποτήρι ουϊσκι. Οσο κι αν δεν το πιστεύετε το «Χίλτον» ανήκει στο Δήμο της Σμύρνης. Όπως και μια αλυσίδα από 80 έως 100 σούπερ μάρκετ που επίσης είναι δημοτικά!  Ξεχνώ τους καταυλισμούς της «Στρατιάς του Αιγαίου» που είδα προηγουμένως και το άγαλμα του Κεμάλ με προτεταμένο το δάχτυλο προς τα νησιά μας. Κι από το θέαμα της γαλήνης προσπαθώ να σβήσω τους γκρίζους όγκους των πολεμικών σκαφών για να χαρώ τα βαποράκια που πάνε κι έρχονται αδιάκοπα εκτελώντας τη συγκοινωνία με τα απέναντι προάστια.

Λίγες εικόνες μόνο δώσαμε, μικρές πινελιές στον πίνακα της μνήμης που διατηρεί ολοζώντανα τα χρώματα, αλλά και τους ήχους από τα τραγούδια  Ήταν ένα ταξίδι χρήσιμο για μια σύγκριση του τι έμεινε, τι χάθηκε, τι αιωρείται στον αέρα της Σμύρνης, που κάποτε αντηχούσε από ελληνικές λαλιές και παιδικά γέλια…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s