Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης.


http://armyaviation.files.wordpress.com/2009/07/elias.jpg

Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης.

Ἐπέσχεν ὄμβρον, πῦρ τρίτον φέρων κάτω,

Σχίζει δὲ ῥεῖθρον Ἠλίας τρέχων ἄνω.

Δίφρῳ ἀνηρπάγης περὶ εἰκάδα, Ἠλία ἱππεῦ.

Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.

Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν προφητῶν ἡ κρηπίς,
ὁ δεύτερος πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ,
Ἠλίας ὁ ἔνδοξος,
ἄνωθεν καταπέμψας  Ἐλισαίῳ τήν χάριν,
νόσους ἀποδιώκει, καί λεπρούς καθαρίζει·
διό καί τοῖς τιμῶσιν αὐτῶν βρύει ἰάματα.

«Λέγω δή Ἠλίαν, τόν προφήτην ἐκεῖνον, τόν ἐπίγειον ἄγγελον καί ἐπουράνιον ἄνθρωπον, τόν χαμαί βαδίζοντα καί τά οὐράνια ἡνιοχοῦντα…, τόν τῶν ὑδάτων ταμίαν…»
( ἱερός Χρυσόστομος)

Οἱ χαρακτηρισμοί αὐτοί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀπό τό λόγο του «εἰς τόν Πέτρον τόν ἀπόστολον καί   Ἠλίαν τόν προφήτην» (Migne, P.G. 50, § B΄, στ. 728), σκιαγραφοῦν ἐπιγραμματικά τή μεγάλη μορφή καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου, ἐνδόξου καί «ἐν προφήταις μεγίστου» Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τή μνήμη τοῦ ὁποίου τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας τήν 20ή Ἰουλίου. Καί φυσικά ἐξηγοῦν γιατί ἡ θέση τοῦ προφήτη Ἠλία μέσα στή χορεία τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ξεχωριστή, ἐνῶ καί στήν Καινή ἀναφέρεται ἀρκετές φορές ἀπό τόν Κύριο ἤ ἄλλα ἱερά πρόσωπα, ὅπως γιά παράδειγμα ἀπό τόν ἄγγελο Κυρίου πού στό Ζαχαρία, τόν πατέρα τοῦ Βαπτιστοῦ, εἶπε ὅτι ὁ Πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ θά προπορευτεῖ στό ἔργο τοῦ Κυρίου μέ τό πνεῦμα καί τή δύναμη τοῦ προφήτη Ἠλία (Λουκ. 1,17). Ἦταν μάλιστα τόσο μεγάλη ἡ περιωπή τοῦ Ἠλία καί ὁ σεβασμός τοῦ λαοῦ πρός αὐτόν, ὥστε ὅταν ὁ Κύριος ρώτησε τούς μαθητές του· ποιός λένε οἱ ἄνθρωποι πώς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου, τοῦ ἀπάντησαν: Ἄλλοι λένε πώς εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ἄλλοι ὁ  Ἠλίας, ἄλλοι ὁ Ἰερεμίας ἤ ἕνας ἀπό τούς προφῆτες (Ματθ. 16,14).

Οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης

Πρίν ἀναφερθοῦμε στό βίο καί τήν πολιτεία τοῦ ἐνδόξου ἁγίου προφήτου  Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, θεωροῦμε χρήσιμη μία σύντομη ἐπεξήγηση τοῦ ὅρου προφήτης. Τόσο στήν ἀρχαία Ἑλλάδα ὅσο καί στούς   Ἑβραίους, προφήτης λεγόταν «ὁ λαλῶν ἀντί θεοῦ τινος καί ἑρμηνεύων τήν θέλησιν αὐτοῦ εἰς τούς ἀνθρώπους». Γενικότερα σήμαινε τόν κήρυκα καί ἑρμηνευτή ἤ ἀντιπρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Εἰδικά στούς   Ἑβραίους σήμαινε ἐκεῖνον πού ἐκινεῖτο ἀπό τόν Θεό γιά νά μιλάει καί νά ἐξηγεῖ τίς ἐντολές του ἤ νά ἀποκαλύπτει τό θέλημά του καί τά μέλλοντα νά συμβοῦν.

Ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται καί στήν Καινή Διαθήκη. Προφήτης εἶναι αὐτός πού κατέχει τό χάρισμα τῆς προφητείας, ὁ θεόπνευστος κήρυκας καί διδάσκαλος, τό ὄργανο τῶν ἰδιαίτερων ἀποκαλύψεων τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α΄ Κορ. 12,10. 14, 2425. Πράξ. 2,30. 3,18. 21).

Τό φαινόμενο τῆς προφητείας πρωτοεμφανίσθηκε στούς Ἑβραίους μέ τούς λεγόμενους «ἐκστατικούς» προφῆτες. Αὐτοί γύριζαν στίς πόλεις καί τά χωριά, περιέρχονταν σέ κατάσταση ἔκστασης μέ τή βοήθεια μουσικῆς καί χοροῦ, δέχονταν θεῖα μηνύματα καί τά γνωστοποιοῦσαν στό λαό. Γιά παράδειγμα στό βιβλίο Α΄ Βασιλειῶν ἀναφέρεται πώς ὅταν ὁ Σαμουήλ ἔχρισε τόν Σαούλ βασιλιά, τοῦ εἶπε μεταξύ ἄλλων: …Θά ἔρθεις στό λόφο τοῦ Θεοῦ… Μόλις μπεῖς στήν πόλη, θά συναντήσεις μία ὁμάδα προφητῶν, πού θά κατεβαίνουν ἀπό τόν ἱερό τόπο, παίζοντας ἄρπα, τύμπανο, φλογέρα καί κιθάρα, καί θά προφητεύουν. Τότε θά ἔρθει τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου πάνω σου καί θά προφητεύεις κι ἐσύ μαζί τους καί θά γίνεις ἄλλος ἄνθρωπος. Κι ὅταν αὐτά τά σημεῖα σοῦ συμβοῦν, τότε μπορεῖς νά δράσεις, γιατί ὁ Θεός θά εἶναι μαζί σου (10, 57).

Σύν τῷ χρόνῳ οἱ «ἐκστατικοί» ὀργανώθηκαν σέ ὁμάδες μέ ἐπίκεντρο κάποιον ἱερό τόπο, ἐνῶ τήν περίοδο τῶν βασιλέων ἐμφανίστηκαν φωτισμένοι ἀπό τόν Θεό ἄντρες, ὅπως ὁ Νάθαν, ὁ Ἠλίας, ὁ Μιχαίας κ.ἄ., πού διακρίθηκαν κυρίως γιά τόν ἀνυποχώρητο ἀγώνα τους πρός διαφύλαξη τῆς καθαρότητας τῆς ἰσραηλιτικῆς θρησκείας καί τήν καταπολέμηση ξένων, εἰδωλολατρικῶν, ἐπιρροῶν.

Ἔτσι φτάνουμε στόν 8ο π.Χ. αἰώνα, ὁπότε ἐμφανίστηκαν νέοι προφῆτες τῶν ὁποίων ἡ ζωή, ἡ δράση καί τό προφητικό κήρυγμα διασώθηκε καταγραμμένο στά λεγόμενα «προφητικά» βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτοί καλοῦνται ἀπό τόν Θεό καί ἀποστέλλονται στό λαό καί τούς ἄρχοντες ν’ ἀποκαλύψουν τό θεῖο θέλημα. Ἐλέγχουν τούς πάντες γιά τήν περιφρόνηση καί ἀθέτηση τῆς «διαθήκης» τοῦ Θεοῦ, πού γίνεται μέ τήν παράβαση τοῦ νόμου ἤ τή διαστρέβλωσή του, τήν ἀδικία τῶν φτωχῶν, τήν πρόσληψη καί υἱοθέτηση εἰδωλολατρικῶν στοιχείων λατρείας καί γενικά τήν ἠθική καί πνευματική κατάπτωση. Κηρύττουν τή μετάνοια, προειδοποιώντας γιά δυσάρεστες καί ὀδυνηρές συνέπειες σέ περίπτωση ἐμμονῆς στήν ἠθική κατάπτωση. Φυσικά δέν παραλείπουν νά διακηρύττουν ὅτι ὁ Θεός θά στείλει τό Μεσσία πού θά ἐγκαταστήσει στή γῆ μία νέα, πνευματική, βασιλεία γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὥστε νά ζοῦν μεταξύ τους ἀδελφωμένοι.

Στήν Παλαιά Διαθήκη (μετάφραση τῶν  Ἑβδομήκοντα  Ο΄) περιέχονται 19 προφητικά βιβλία, πού εἶναι:   Ἠσαΐας, Ἰερεμίας, Θρῆνοι τοῦ Ἰερεμίου, Ἐπιστολή τοῦ   Ἰερεμίου, Βαρούχ, Ἰεζεκιήλ, Δανιήλ, Ὠσηέ, Ἀμώς, Μιχαίας, Ἰωήλ, Ὀβδιού, Ἰωνάς, Ναούμ, Ἀββακούμ, Σοφονίας, Ἀγγαῖος, Ζαχαρίας καί Μαλαχίας.  Ὅλα τους εἶναι γραμμένα τήν περίοδο ἀπό τόν 8ο μέχρι τό 2ο π.Χ. αἰώνα.

http://vatopaidi.files.wordpress.com/2009/07/ilias1.jpg?w=717&h=993

Καταγωγή τοῦ προφήτη  Ἠλία

Αν καί ὁ προφήτης Ἠλίας συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν σπουδαιότερων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδή ἔζησε κατά τόν 9ο αἰώνα δέν ἄφησε γραπτά κείμενα. Ὅμως τά σχετικά μέ τήν καταγωγή καί τή δράση του μᾶς εἶναι γνωστά, ἔχουν δέ ὡς ἑξῆς:

Πατέρας του ἦταν ὁ Σωβάκ ἀπό τήν κωμόπολη Θέσβη (σημερινή El  Istib) τῆς Γαλαάδ στήν  Ὑπεριορδανία. Ὅταν γεννήθηκε, ὁ πατέρας του εἶδε σέ ὀπτασία ἄντρες λευκοφορεμένους νά δίνουν στό βρέφος τό ὄνομα Ἠλιού (πού σημαίνει θεός ἤ θεῖος καί παράγεται ἀπό τό  Ἠλί, τό ὁποῖο στά ἑβραϊκά ἔχει τή σημασία τοῦ Θεοῦ), νά τό σπαργανώνουν μέ φωτιά καί νά τοῦ δίνουν νά φάει ἐπίσης φωτιά. Ἡ ὀπτασία, ὅπως τοῦ ἐξήγησαν οἱ ἱερεῖς, σήμαινε ὅτι «ἡ κατοίκησις τοῦ τέκνου θά εἶναι φῶς, ὁ λόγος του ἀπόφασις, ἡ ζωή του κατά Κύριον καί ὁ ζῆλος του θά φανῇ εὐάρεστος εἰς τόν Θεόν καί θέλει κρίνῃ τόν Ἰσραήλ διά πυρός καί μαχαίρας». Ἀπό τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἔλαβε –κατά τή μετάφραση τῶν Ο΄– καί τήν προσωνυμία Θεσβίτης.

Οἱ ἁγιογραφικές πληροφορίες γιά τόν προφήτη Ἠλία ἀναφέρουν ὅτι φοροῦσε ροῦχο ἀπό προβιά καί στή μέση του εἶχε δερμάτινη ζώνη (Δ΄ Βασ. 1,8). Ζοῦσε αὐστηρή καί ἀσκητική ζωή, καί ἦταν ἀνυποχώρητος σέ θέματα γνήσιας λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέν συμβιβαζόταν μέ τή τάση τῆς υἱοθέτησης ἀπό τούς Ἑβραίους εἰδωλολατρικῶν στοιχείων, πού ἦταν πολύ ἔντονη, ὅπως θά ἀναφερθεῖ στίς ἑπόμενες σελίδες.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, σκιαγραφώντας τήν προσωπικότητα τοῦ προφήτη Ἠλία, ἐπισημαίνει ὅτι στόν ἅγιο συνυπῆρχαν ἀντίθετες ἰδιότητες: Ἦταν φτωχός ἀλλά ταυτόχρονα καί πλούσιος ἀπαίδευτος καί σοφός· ἐνῶ ἦταν ἀκτήμων, μποροῦσε νά φέρει βροχή ἤ ἀνομβρία, ἀφοῦ ὁ Θεός εἰσήκουε τήν προσευχή του.

Βίος καί δράση του

Η προφητική ἀποστολή τοῦ  Ἠλία ἀναπτύχθηκε στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ (873854 π.Χ.) καί τοῦ διαδόχου του  Ὀχοζία. Πρόκειται γιά μία περίοδο πολύ ταραχώδη γιά τό μονοθεϊσμό στό  Ἰσραήλ, ὅταν εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζονταν κατά καιρούς στήν πίστη τους ἀπό τούς εἰδωλολατρικούς γειτονικούς λαούς, ἐξαιτίας τῶν ἐπιδράσεων στή θρησκεία τους.

Ὁ Ἀχαάβ ἔλαβε ὡς γυναίκα του τήν   Ἰεζάβελ, κόρη τοῦ Εὐβάαλ, βασιλιᾶ τῆς Τύρου (Φοινίκης).   Ἐκείνη, ἐπηρεάζοντας τό σύζυγό της, καθιέρωσε ἐπίσημα τή λατρεία τοῦ θεοῦ ΒάαλMelgart, προσπαθοῦσε μάλιστα νά τήν ἐπιβάλει καί ὡς κρατική. Γιά νά πετύχει στό στόχο της δέν δίστασε νά διατάξει τό φόνο προφητῶν καί τή δίωξη ὅσων πίστευαν στόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό. Ἐπέβαλε τήν καταστροφή τῶν βωμῶν, ἐνῶ διέθετε τά ἀπαιτούμενα γιά νά διαδοθεῖ ἡ λατρεία τῶν εἰδωλολατρικῶν φοινικικῶν θεοτήτων. Στό βιβλίο Βασιλειῶν Γ΄ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περιγράφεται μέ ζωηρά χρώματα τό μέγεθος τῆς ἀσέβειας τοῦ Ἀχαάβ καί τῆς  Ἰεζάβελ: Ὁ Ἀχαάβ ἔπραξε ὅ,τι δυσαρεστεῖ τόν Κύριο, ξεπερνώντας ὅλους τούς προκατόχους του… Πῆρε γιά γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ.. καί πῆγε καί λάτρεψε τόν Βάαλ καί τόν προσκύνησε.  Ἔχτισε θυσιαστήριο στόν Βάαλ, στό ναό τοῦ Βάαλ, πού εἶχε ἀνεγείρει στή Σαμάρεια. Ὁ Ἀχαάβ κατασκεύασε ἐπίσης ξύλινη λατρευτική στήλη καί ἔκανε περισσότερες ἁμαρτίες ἀπ’ ὅλους τούς προκατόχους του βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐξοργίζοντας ἔτσι τόν Κύριο, τόν Θεό του (Γ΄ Βασ. 16, 3133).

Εἶχε φτάσει πλέον ἡ στιγμή νά δράσει ὁ προφήτης  Ἠλίας.  Ἐμφανίζεται στό βασιλιά Ἀχαάβ καί τοῦ λέει: Ὁρκίζομαι στόν Κύριο πού ὑπηρετῶ, τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι τά ἑπόμενα χρόνια δέν θά πέσει στή γῆ δροσιά οὔτε βροχή, παρά μόνο μέ προσταγή δική μου (Γ΄ Βασ. 17,1). Ἡ κατηγορηματική αὐτή προαγγελία τοῦ προφήτη, τόν ὁποῖο σεβόταν ὁ λαός καί ἑπομένως ὑπολόγιζε ὁ βασιλιάς, ἦταν ἑπόμενο νά ἐξαγριώσει τή βασιλική αὐλή καί ἰδιαίτερα τήν  Ἰεζάβελ. Γιά νά μή κινδυνέψει λοιπόν ὁ Ἠλίας, ὁ Θεός ἔλαβε πρόνοια γι’ αὐτόν.

Ἡ τριετής ἀνομβρία. Ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἠλία: Φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε πρός τά ἀνατολικά, νά κρυφτεῖς κοντά στό χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ἀνατολικά τοῦ  Ἰορδάνη. Θά πίνεις νερό ἀπό τό χείμαρρο κι ἐγώ θά δώσω προσταγή στούς κόρακες νά φροντίζουν γιά τήν τροφή σου ἐκεῖ (Γ΄ Βασ. 17, 24). Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Ἡ τριετής ξηρασία (τήν ὁποία μνημονεύει καί ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος στήν «Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία» VII, 13,2) ἄρχισε. Ὁ προφήτης κρυβόταν στό μέρος πού τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖ, οἱ κόρακες τοῦ ἔφερναν ψωμί καί κρέας πρωί καί βράδυ, κι ἔπινε νερό ἀπό τό χείμαρρο. Μετά ὅμως ἀπό μερικές μέρες ξεράθηκε ὁ χείμαρρος, γιατί ὑπῆρχε ἀνομβρία στή χώρα (Γ΄ Βασ. 17, 67).

Φιλοξενούμενος στή Σαρεπτά. Τότε παίρνει καί πάλι νέα ἐντολή ἀπό τόν Κύριο πού τοῦ εἶπε: Σήκω, πήγαινε στή Σαρεπτά, στήν περιοχή τῆς Σιδώνας καί μεῖνε ἐκεῖ. Ἐγώ διέταξα μία χήρα νά φροντίζει γιά τήν τροφή σου. Ξεκίνησε ὁ Ἠλίας καί ὅταν ἔφτασε στήν πύλη τῆς πόλης εἶδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. Τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: Φέρε μου, σέ παρακαλῶ, λίγο νερό σ’ ἕνα κύπελο γιά νά πιῶ… καί φέρε μου ἐπίσης ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἡ ἀπάντηση τῆς γυναίκας, πού ἦταν χήρα, εἶναι συγκλονιστική: Μά τόν ἀληθινό Θεό, τόν Θεό σου, δέν ἔχω καθόλου ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. Ἦρθα ἐδῶ γιά νά μαζέψω λίγα ξύλα, νά πάω νά ἑτοιμάσω γιά μένα καί τό γιό μου ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει, νά τό φᾶμε καί μετά νά πεθάνουμε.

Ὁ προφήτης  Ἠλίας ἐπέμεινε. Τῆς εἶπε λοιπόν νά μήν ἀνησυχεῖ. Νά πάει σπίτι της καί νά κάνει αὐτό πού εἶχε στό μυαλό της. Τῆς ζήτησε ὅμως νά φτιάξει πρῶτα μία μικρή λαγάνα γιά κεῖνον ἀπό τό λίγο ἀλεύρι της καί νά τοῦ τή φέρει, ἔπειτα νά φτιάξει γιά τήν ἴδια καί τό γιό της. Γιατί ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ  Ἰσραήλ, λέει: τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ’ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, ὥς τή μέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή. Ἡ γυναίκα ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε ὁ προφήτης, μέ ἀποτέλεσμα οὔτε τό ἀλεύρι οὔτε τό λάδι νά τελειώνουν γιά πολλές ἡμέρες (Γ΄ Βασ. 17, 816).

Σχολιάζοντας ὁ ἅγιος  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τήν ἀνομβρία καί τή φιλοξενία τῆς χήρας τῆς Σαρεπτά λέει τά ἑπόμενα (στόν Λόγο του «εἰς τόν Πέτρον τόν ἀπόστολον καί  Ἠλίαν τόν προφήτην», Migne, P.G. 50, § B΄Δ΄, 728735):

«Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν τόσο αὐστηρός μέ τούς ἁμαρτάνοντες, ὥστε προσευχήθηκε κάποτε νά μή πέσει βροχή… Κι αὐτό τό ἔκανε κινούμενος ἀπό πολύ μεγάλο ζῆλο. Διότι ἔβλεπε νά γίνονται πολλά ἄτοπα… καί ἡ παρεκτροπή ἦταν γενική… Μόνο ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς ἀρετῆς… Τά πάντα ἐρημώνονταν καί ἐξαφανίζονταν…, ὅλοι πέθαιναν ἐξαιτίας τῆς ἀβροχίας…, ἀλλά γιά τίποτα δέν τόν ἔνοιαζε τόν Ἠλία, που ἦταν μεθυσμένος ἀπό τόν ἱερό ζῆλο… Τί κάνεις, Ἠλία;   Ἔστω, οἱ νέοι ἁμάρτησαν· γιατί τιμωροῦνται τά παιδιά;  Ἔστω, ἁμάρτησαν οἱ ἄνθρωποι· γιατί μαζί τους πεθαίνουν καί τά ζῶα; Τόσο μεγάλη ἀσπλαχνία ἔχεις; Καθόλου δέν σέ μέλει γιά τούς ἀνθρώπους; Γυναίκα καί παιδί δέν ἔχεις· ἀδιαφορεῖς γι’ αὐτούς πού χάνονται.

»Τί τοῦ λέει λοιπόν ὁ Θεός; Πήγαινε στό χείμαρρο Χοράθ καί θά διατάξω κόρακα νά σοῦ φέρνει τροφή… Πῶς τρεφόταν ἀπό κόρακα; Ἀφοῦ ὁ κόρακας κατά τό (μωσαϊκό) νόμο εἶναι ἀκάθαρτος… Κι ὅμως ὁ Ἠλίας τρεφόταν ἀπό κόρακα, πιστεύοντας ὅτι τίποτα δέν εἶναι ἀκάθαρτο ἀφοῦ δημιουργήθηκε ἀπό τόν Κύριο… Ἔπειτα, ἐπειδή ὁ χείμαρρος ξεράθηκε…, πήγαινε, τοῦ εἶπε, στή Σαρεπτά καί θά διατάξω γυναίκα χήρα νά σέ διατρέφει ἐκεῖ. Αὐτό τό ἔκανε ὁ Θεός κατ’ οἰκονομίαν.  Ἐπειδή δηλαδή ὁ Ἠλίας δέν ἤξερε τά ὅσα εἶχαν συμβεῖ… καί τή γενική συμφορά…, τόν στέλνει ὁ Θεός…, ὥστε ἀφοῦ δεῖ καί ὁ Ἠλίας τί εἶχε συμβεῖ, νά ζητήσει ἐπίμονα ἀπό τόν Κύριο νά δώσει βροχή.

»… Ὁ Ἠλίας δέν εἶπε στόν Θεό· σέ ποιόν μέ στέλνεις;… μήπως δέν ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι πλουσιότεροι πού μποροῦν νά παρηγορήσουν τήν πείνα μου;

»Δέν ξέρω πῶς νά ἐπαινέσω τή χήρα· πῶς περιφρόνησε τό γιό της καί ἄνοιξε τό σπίτι της νά φιλοξενήσει… Ἔσπειρε φιλοξενία ἡ χήρα καί ἀμέσως θέρισε τό καρπερό στάχυ τῆς φιλοξενίας. Διότι, τί τῆς εἶπε ὁ Ἠλίας; Ζεῖ ὁ Κύριος, τό πιθάρι μέ τ’ ἀλεύρι δέν θά ἀδειάσει καί τό δοχεῖο μέ τό λάδι δέν θά μειωθεῖ».

Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας. Ὕστερα ἀπό τά γεγογονότα αὐτά ἀρρώστησε βαριά καί πέθανε ὁ γιός τῆς χήρας πού φιλοξενοῦσε τόν προφήτη. Τότε ἡ γυναίκα, καθώς μᾶς πληροφορεῖ τό βιβλίο «Βασιλειῶν Γ΄» (κεφ. 17, 1824), εἶπε στόν προφήτη  Ἠλία: Τί σοῦ χρωστοῦσα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ;  Ἦρθες στό σπίτι μου γιά νά μοῦ ὑπενθυμίσεις τήν ἁμαρτία μου καί νά κάνεις νά πεθάνει ὁ γιός μου; Ἐκεῖνος ὅμως τό πῆρε ἀπό τήν ἀγκαλιά της, τό ἀνέβασε στό ἀνώγι ὅπου ἔμενε ὁ ἴδιος καί προσευχήθηκε στόν Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί ἔκανες κακό στή χήρα πού μέ φιλοξενεῖ, ἀφήνοντας νά πεθάνει ὁ γιός της; Καί συνέχισε, παρακαλώντας νά ἐπιστρέψει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ μέσα του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἀνέστησε τό παιδί. Τό πῆρε ὁ προφήτης Ἠλίας καί τό κατέβασε ἀπό τό ἀνώγι. Τό παρέδωσε στή μητέρα του λέγοντας: Νά ὁ γιός σου, εἶναι ζωντανός. Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: Τώρα κατάλαβα ὅτι ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι προφητεύει τό στόμα σου εἶναι πραγματικά λόγος Κυρίου.

Ἡ παρρησία τοῦ Ἠλία ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ. Ἦταν ἤδη ὁ τρίτος χρόνος τῆς φοβερῆς ξηρασίας, ὅταν ὁ Θεός μίλησε στόν προφήτη καί τοῦ εἶπε: Πήγαινε νά παρουσιαστεῖς στόν Ἀχαάβ, κι ἐγώ θά στείλω βροχή στή γῆ (Γ΄ Βασ. 18,1). Στό μεταξύ ἡ πείνα εἶχε ἐπιδεινωθεῖ στή Σαμάρεια. Ὅταν ἔγινε ἡ συνάντηση τοῦ Ἠλία μέ τό βασιλιά Ἀχαάβ ἐκεῖνος εἶπε στόν προφήτη: Ἐσύ εἶσαι πού ἀναστατώνεις τόν Ἰσραήλ; γιά νά πάρει τή γεμάτη παρρησία ἀπάντηση: Δέν ἀναστατώνω ἐγώ τόν Ἰσραήλ, ἀλλά ἐσύ καί ἡ οἰκογένειά σου, ἐπειδή ἀρνηθήκατε νά ὑπακούσετε στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί λατρέψατε τίς θεότητες τοῦ Βάαλ (Γ΄ Βασ. 18, 1718). Τόν προκάλεσε μάλιστα νά δώσει ἐντολή νά συγκεντρωθοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες στό ὄρος Κάρμηλος, μαζί μέ τούς 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ καί τούς 400 «προφῆτες» τῆς Ἀστάρτης, πού ἦταν προστατευόμενοι τῆς βασίλισσας  Ἰεζάβελ.

Ὅταν ἔγινε αὐτή ἡ συγκέντρωση λαοῦ καί «προφητῶν», ὁ Ἠλίας ἀπευθύνθηκε στούς  Ἰσραηλίτες καί μέ πύρινο λόγο τούς ἔλεγξε γιά τήν πίστη τους:  Ὥς πότε θά ἀμφιταλαντεύεστε; Ἄν ὁ Κύριος εἶναι Θεός, ἀκολουθῆστε τον· κι ἄν εἶναι ὁ Βάαλ, ἀκολουθῆστε ἐκεῖνον… (Γ΄ Βασ. 18,21).

Φωτιά ἀπό τόν οὐρανό στό βωμό τοῦ Ἠλία. Κι ἐνῶ ὁ λαός ἔμενε σιωπηλός, ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ συνέχισε: Ἐγώ ἀπέμεινα μόνος προφήτης τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ εἶναι 450. Ἄς μᾶς φέρουν δύο μοσχάρια κι ἄς διαλέξουν τό ἕνα γιά τόν ἑαυτό τους· ἄς τό κομματιάσουν κι ἄς τό βάλουν πάνω στά ξύλα· φωτιά ὅμως νά μή βάλουν. Ἐγώ θά πάρω τό ἄλλο μοσχάρι καί θά τό βάλω πάνω στά ξύλα καί δέν θά βάλω φωτιά. Ἄς ἐπικαλεστοῦν αὐτοί τό ὄνομα τοῦ θεοῦ τους καί θά ἐπικαλεστῶ κι ἐγώ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος θεός ἀπαντήσει μέ φωτιά, αὐτός θά εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ὁ λαός ἀπάντησε: Σωστά μίλησες (Γ΄ Βασ. 18, 2224)*.

Ἡ συνέχεια εἶναι λίγο πολύ σέ ὅλους τούς χριστιανούς γνωστή: Οἱ 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ προσεύχονταν στό θεό τους ἀπό τό πρωί ὥς τό μεσημέρι: «Βάαλ, ἄκουσέ μας», φώναζαν καί χοροπηδοῦσαν γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ἀλλά καμία φωνή καί καμία ἀπάντηση δέν ἔπαιρναν ἀπό τό θεό τους. Πρός τό μεσημέρι ὁ Ἠλίας ἄρχισε νά τούς περιπαίζει, λέγοντάς τους: Φωνάξτε πιό δυνατά, θεός εἶν’ αὐτός καί μπορεῖ νά ’ναι βυθισμένος σέ σκέψεις· μπορεῖ νά εἶναι κάπου ἀπασχολημένος ἤ νά ταξιδεύει.  Ἴσως κοιμᾶται καί πρέπει νά ξυπνήσει (Γ΄ Βασ. 18,27). Εἰς μάτην ὅμως! Καμία φωνή, κανένα σημάδι ὅτι ὁ θεός τους εἶχε ἀκούσει τίς ἱκεσίες τους.

Νωρίς τό ἀπόγευμα ὁ προφήτης κάλεσε κοντά του τό λαό, πού πλησίασε στό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου τό ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τήν Ἰεζάβελ καί ξαναστήσει ὁ  Ἠλίας μέ 12 πέτρες, ὅσοι καί οἱ γιοί τοῦ  Ἰακώβ καί οἱ 12 φυλές τοῦ  Ἰσραήλ. Ἔβαλε πάνω στό θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε τό μοσχάρι καί τό τοποθέτησε πάνω τους.  Ἔπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους νερό κι ἔδωσε ἐντολή νά τό χύσουν πάνω στό ὁλοκαύτωμα καί τά ξύλα. Τό ἴδιο εἶπε καί ἔκαναν δεύτερη καί τρίτη φορά. Στή συνέχεια πλησίασε τό θυσιαστήριο καί προσευχήθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων: Κύριε, Θεέ τοῦ  Ἀβραάμ, τοῦ  Ἰσαάκ καί τοῦ  Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός στόν  Ἰσραήλ κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα ὅλα αὐτά τά πράγματα σύμφωνα μέ τό λόγο σου. Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός, κι ὅτι ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους κοντά σου (Γ΄ Βασ. 18, 3637).

Τότε λοιπόν ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε ἐντελῶς τά κομμάτια τοῦ μοσχαριοῦ, τά ξύλα, ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα. Ἔκπληκτοι ὅλοι ἔσκυψαν τό κεφάλι καί εἶπαν:

Ὁ Κύριος! Αὐτός εἶναι ὁ Θεός! Καί ὁ Ἠλίας: Πιάστε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ, νά μή σᾶς ξεφύγει κανείς. Τούς συνέλαβαν, τούς κατέβασαν στό χείμαρρο Κισών κι ἐκεῖ τούς ἐξολόθρευσε (Γ΄ Βασ. 18, 3840).

Τό τέλος τῆς τριετοῦς ξηρασίας. Μετά τό γεγονός αὐτό τά σύννεφα σκοτείνιασαν τόν οὐρανό καί ξέσπασε θύελλα καί δυνατή βροχή (Γ΄ Βασ. 18, 45). Ὁ βασιλιάς ἐπιστρέφοντας στό παλάτι διηγήθηκε στή γυναίκα του Ἰεζάβελ ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ προφήτης Ἠλίας καί πώς ἐξολόθρευσε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ*.  Ἡ  Ἰεζάβελ ὀργισμένη ἔστειλε μέ ἀγγελιοφόρο μήνυμα στόν  Ἠλία: Νά μέ τιμωρήσουν οἱ θεοί, ἄν αὔριο τέτοια ὥρα δέν σοῦ κάνω ὅ,τι ἔκανες ἐσύ στούς προφῆτες (Γ΄ Βασ. 19,2).

Ὁ Ἠλίας κρύβεται στό ὄρος Χωρήβ. Ὅταν ὁ προφήτης πῆρε τό μήνυμα φοβήθηκε καί σηκώθηκε κι ἔφυγε γιά νά σώσει τή ζωή του. Στό Γ΄ Βασιλειῶν (19, 310) περιγράφεται μέ ἐνάργεια τό περιστατικό: Φεύγοντας πῆγε στή ΒέερΣεβά, πού ἀνῆκε στό βασίλειο τοῦ  Ἰούδα.  Ἄφησε ἐκεῖ τόν ὑπηρέτη του κι ὁ ἴδιος προχώρησε μιᾶς ἡμέρας δρόμο μέσα στήν ἔρημο. Ἦρθε καί κάθισε στή σκιά ἑνός σπαρτόδενδρου. Παρακαλοῦσε νά πεθάνει: Ἀρκετά ὥς ἐδῶ, Κύριε, ἔλεγε. Πάρε τή ζωή μου, γιατί ἐγώ δέν εἶμαι καλύτερος ἀπό τούς προγόνους μου.   Ὕστερα ξάπλωσε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως τόν ἄγγιξε καί τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε. Γυρίζοντας ὁ  Ἠλίας τό κεφάλι του εἶδε μία λαγάνα ψητή σέ καυτές πέτρες καί μία κανάτα νερό. Ἀφοῦ ἔφαγε καί ἤπιε, ξάπλωσε καί πάλι. Ἀλλά ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε, γιατί ἔχεις ἀκόμα πολύ δρόμο μπροστά σου.

Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Καί μέ τή δύναμη ἐκείνης τῆς τροφῆς βάδισε 40 μερόνυχτα ὥς τό Χωρήβ, τό βουνό τοῦ Θεοῦ. Μπῆκε σέ μία σπηλιά, ὅπου πέρασε τή νύχτα. Τότε ὁ Κύριος τόν ρώτησε: Τί ζητᾶς ἐδῶ, Ἠλία; Καί ὁ προφήτης ἀπάντησε: «Ἐγώ ἀγωνίστηκα μέ μεγάλο ζῆλο γιά σένα, Κύριε, Θεέ τοῦ σύμπαντος. Ἀλλά οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν τή διαθήκη σου, γκρέμισαν τά θυσιαστήριά σου καί κατέσφαξαν τούς προφῆτες σου· μόνον ἐγώ ἀπέμεινα καί ζητοῦν κι ἐμένα νά θανατώσουν».

Ὁ Κύριος στή συνέχεια ἐμφανίστηκε στόν Ἠλία ὄχι ὡς μεγάλος καί δυνατός ἄνεμος πού ἔσχιζε τά βουνά καί σύντριβε τούς βράχους στό πέρασμά του· οὔτε σάν σεισμός ἤ φωτιά, ἀλλά ὡς ἕνας ἦχος ἀπό ἐλαφρό ἀεράκι (Γ΄ Βασ. 19, 1112). Καί ἔδωσε ἐντολή στόν προφήτη του νά πάει στή Δαμασκό γιά νά χρίσει τό νέο βασιλιά τῶν Συρίων, ὕστερα τό νέο βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ καί στή συνέχεια νά χρίσει διάδοχό του προφήτη τόν Ἐλισαῖο. Πράγμα πού ἔκανε ὁ Ἠλίας.

https://i2.wp.com/www.freeinquiry.gr/upload/files/07.09/pyr-300-2.jpg

Ἡ ἁρπαγή τοῦ προφήτη  Ἠλία στόν οὐρανό

Αφοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε καί ἔδρασε κατά τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔφτασε ὁ καιρός νά τόν πάρει ὁ Θεός στούς οὐρανούς μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο (Δ΄Βασ. 2,1). Τό θαυμαστό γεγονός περιγράφεται πολύ παραστατικά στό 2ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Βασιλειῶν Δ΄» ὡς ἑξῆς:

Μία φορά πού ὁ Ἠλίας καί ὁ (μαθητής του) Ἐλισαῖος ἐπέστρεφαν μαζί ἀπό τά Γάλγαλα, εἶπε κάποια στιγμή ὁ πρῶτος στό δεύτερο: Μεῖνε ἐδῶ, γιατί ὁ Κύριος μέ στέλνει στή Βαιθήλ. Ὁ  Ἐλισαῖος ἀπάντησε:  Ὁρκίζομαι στόν ἀληθινό Θεό καί σ’ ἐσένα, ὅτι δέν θά σ’ ἀφήσω.  Ἔτσι πῆγαν μαζί στή Βαιθήλ, πού εἶναι ἱερός τόπος βόρεια τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρισκόταν μία ὁμάδα προφητῶν πού εἶπαν στόν Ἐλισαῖο: Τό ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ Θεός θά πάρει ἀπό κοντά σου τόν κύριό σου; Αὐτός ἀπάντησε πώς τό ξέρει, ἀλλά τούς παρεκάλεσε νά μή μιλᾶνε γι’ αὐτό.

Ὕστερα ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐλισαῖος πῆγαν στήν Ἰεριχώ. Τήν ἴδια ἐρώτηση ἔκαναν στόν Ἐλισαῖο καί οἱ ἐκεῖ προφῆτες, πῆραν ὅμως τήν αὐτή ἀπάντηση. Κατόπιν οἱ δυό τους, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, βάδισαν πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐνῶ τούς ἀκολουθοῦσαν 50 προφῆτες πού στάθηκαν σέ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς. Τότε ὁ Ἠλίας πῆρε τό μανδύα του [τή μηλωτή], τόν δίπλωσε καί χτύπησε μ’ αὐτόν τά νερά. Ἐκεῖνα ἄνοιξαν στά δύο καί πέρασαν ἀνάμεσα οἱ δυό ἄντρες πατώντας σέ ξηρά (Δ΄ Βασ. 2,8). Ὁ Ἠλίας εἶπε στό μαθητή του: Ζήτησέ μου τί θέλεις νά κάνω γιά σένα, πρίν μέ πάρει ὁ Κύριος ἀπό κοντά σου. Κι ὁ  Ἐλισαῖος ζήτησε νά τοῦ δώσει διπλάσιο τό προφητικό του πνεῦμα. Ὁ Ἠλίας τοῦ εἶπε: Δύσκολο πράγμα ζήτησες.  Ὡστόσο ἄν μέ δεῖς τή στιγμή πού θά φεύγω ἀπό κοντά σου, τότε θά γίνει αὐτό πού ζήτησες· ἄν ὅμως δέν μέ δεῖς, δέν θά γίνει (Δ΄Βασ. 2,10).

Ξαφνικά, καθώς προχωροῦσαν συζητώντας, φάνηκε ἕνα ἅρμα ἀπό φωτιά, κι ἄλογα πύρινα τούς χώρισαν τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλον. Κι ἀνέβαινε ὁ Ἠλίας μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο στόν οὐρανό (στίχ. 11), ἐνῶ ἄφησε νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) πού τόν μάζεψε ὁ  Ἐλισαῖος. Οἱ προφῆτες πού παρακολουθοῦσαν τά γινόμενα ἀπό μακριά, εἶπαν: Τό πνεῦμα τοῦ Ἠλία ἔμεινε στόν  Ἐλισαῖο (στίχ. 15).

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔδειξε ἔνθερμο ζῆλο γιά τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό (Α΄Μακκ. 2,58).

Ἡ Ἁγία Γραφή γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο του

Ο προφήτης Ἠλίας, ἐξαιτίας τῆς βαθιᾶς του πίστης, τῆς ἀφοσίωσης στόν Θεό καί τοῦ ἔνθερμου ζήλου, ἀναφέρεται πολύ συχνά στά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ δέ ἐπίδραση πού ἄσκησε ἡ ζωή καί τό ἔργο του διά μέσου τῶν αἰώνων εἶναι πολύ σημαντική. Ἀπό τά ἱερά καί ἅγια πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἴσως τό πλέον ἀγαπητό καί ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπό τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο.

Παρόλο πού, ὅπως σημειώσαμε, δέν ἄφησε γραπτά κείμενα, μνημονεύεται πάντοτε μέ ἐγκωμιαστικά λόγια, προβάλλεται ὡς παράδειγμα πρός μίμηση, λαμβάνει μέρος σέ σημαντικά γεγονότα.  Ἤδη στό πρῶτο βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἐνώχ …ἔζησε θεάρεστα καί ἐξαφανίστηκε, γιατί τόν παρέλαβε ὁ Θεός (Γεν. 5,24), ὅπως ἀκριβῶς καί τόν  Ἠλία (Δ΄Βασ. 2,11). Ἐνώχ καί  Ἠλίας εἶναι τά δύο πρόσωπα τῆς Π. Διαθήκης πού δέν γνώρισαν φυσικό θάνατο, ἀφοῦ παρελήφθησαν ζῶντα στόν οὐρανό, πράγμα πού ὑπαινίσσεται καί ὁ ψαλμωδός Δαβίδ ὅταν γράφει: ὁ Θεός λυτρώσεται τήν ψυχήν μου ἐκ χειρός ᾅδου, ὅταν λαμβάνῃ με (Ψαλμ. 48,16: ὁ Θεός θά σώσει τή ζωή μου· ἀπό τά νύχια τοῦ ἅδη θά μέ πάρει).

Ὁ προφήτης Μαλαχίας γράφει ὅτι ὁ Κύριος ὁ παντοκράτωρ λέγει: Ἰδού ἐγώ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τόν Θεσβίτην, πρίν ἤ ἐλθεῖν τήν ἡμέραν τήν μεγάλην καί ἐπιφανῆ (Μαλ. 4,4), ἐνῶ καί σέ ἄλλο σημεῖο τονίζει:  Ἰδού ἐγώ ἐξαποστέλλω τόν ἄγγελόν μου, καί ἐπιβλέψεται ὁδόν πρό προσώπου μου (3,1). Οἱ προφητεῖες αὐτές ἐκπληρώθηκαν στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, πού προφητεύθηκε καί ἐνσάρκωσε τόν «ἰσχυρό χαρακτήρα» τοῦ  Ἠλία, ὁ ὁποῖος ἁπλά ἦταν ἡ προτύπωσή του.

Ἕνας πραγματικός ὕμνος γιά τό μεγάλο προφήτη περιέχεται στή Σοφία Σειράχ, ἡ ὁποία συνθέτει τά σχετικά βιβλικά δεδομένα.  Ἔχει δέ σέ μετάφραση ὡς ἑξῆς: Μετά [τόν Ἰεροβοάμ] ἐμφανίστηκε ὁ Ἠλίας ὁ προφήτης· ἦταν σάν τή φωτιά κι ὁ λόγος του ἔκαιγε σάν τή λαμπάδα. Αὐτός ἔφερε πάνω στούς Ἰσραηλίτες πείνα καί μέ τό ζῆλο του τούς ἀποδεκάτισε. Μέ τοῦ Κυρίου τήν προσταγή τόν οὐρανό τόν ἔκλεισε καί τρεῖς φορές ἔκανε νά κατεβεῖ φωτιά στή γῆ. Πόσο δοξάστηκες Ἠλία μέ τά ἔργα σου τά θαυμαστά! Καί ποιός μπορεῖ νά καυχηθεῖ πώς εἶναι ὅμοιος μέ σένα; Ἀνέστησες νεκρό ἀπό τό θάνατο κι ἀπό τόν ἅδη μέ τήν προσταγή τοῦ Ὑψίστου.  Ἔριξες βασιλιάδες στήν καταστροφή καί φημισμένους ἔστειλες ἀνθρώπους ἀπό τήν κλίνη τῆς ἀρρώστιας τους στό θάνατο. Τόν ἔλεγχο τοῦ Κυρίου ἄκουγες στό Σινᾶ, τίς καταδικαστικές του ἀποφάσεις στό Χωρήβ. Ἔχρισες βασιλιάδες γιά νά ἐφαρμόσουν τήν τιμωρία σου καί προφῆτες γιά νά σέ διαδεχτοῦν. Ἀναλήφθηκες μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο φωτιᾶς, πάνω σέ ἅρμα πού τό σέρναν πύρινα ἄλογα. Ἐσύ, ὅπως ἔχει γραφτεῖ, πρόκειται νά ἔρθεις γιά νά μᾶς ἐλέγξεις σέ καθορισμένο χρόνο, γιά νά καταπραΰνεις τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ προτοῦ ξεσπάσει, νά συμφιλιώσεις τόν πατέρα μέ τό παιδί, καί νά ἐγκαταστήσεις στό χῶρο τους τίς φυλές τοῦ  Ἰακώβ. Εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού σέ εἶδαν κι αὐτοί πού πέθαναν μέ τήν ἐλπίδα νά σέ δοῦν· γιατί κι ἐμεῖς βέβαιο εἶναι πώς θά ζήσουμε. Αὐτός ἦταν ὁ Ἠλίας, πού τόν τύλιξε ὁ ἀνεμοστρόβιλος. Τότε ὁ Ἐλισαῖος γέμισε μέ τό πνεῦμα του (Σοφ. Σειράχ 48, 112).

Ὄχι λιγότερο σημαντική εἶναι ἡ παρουσία τοῦ προφήτη Ἠλία στά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔτσι κατά σειράν ἀναφέρεται στά ἑπόμενα σημεῖα:

Μιλώντας ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά τόν Ἰωάννη τό Βαπτιστή εἶπε: Ἄν θέλετε νά τό παραδεχτεῖτε, αὐτός εἶναι ὁ Ἠλίας, πού ἔμελλε νά ἔρθει (Ματθ. 11,14). Ὅταν ὁ Ἡρώδης ὁ τετράρχης ἄκουσε ὅλα ὅσα γίνονταν ἀπό τόν Ἰησοῦ, ἀποροῦσε, γιατί ἄλλοι ἔλεγαν … ὅτι ἐμφανίστηκε ὁ  Ἠλίας… (Λουκ. 9, 78. Μάρκ. 6,15).

Κατά τή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου στό ὄρος Θαβώρ ἐμφανίστηκαν πλάι στόν Ἰησοῦ ὁ Μωυσής καί ὁ Ἠλίας καί συνομιλοῦσαν μαζί του. Καθώς κατέβαιναν ἀπό τό βουνό οἱ μαθητές τόν ρώτησαν: Γιατί οἱ γραμματεῖς λένε πώς πρέπει νά ἔρθει πρῶτα ὁ Ἠλίας; Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: Πρῶτα θά ἔρθει ὁ Ἠλίας καί θά τά ἀποκαταστήσει ὅλα. Σᾶς βεβαιώνω ὅμως πώς ὁ Ἠλίας ἦρθε κιόλας, μά δέν τόν ἀναγνώρισαν, καί τοῦ ἔκαναν ὅ,τι ἤθελαν… Τότε κατάλαβαν οἱ μαθητές πώς τούς μίλησε γιά τόν Ἰωάννη τό Βαπτιστή (Ματθ. 17, 1013 καί Μάρκ. 9, 1113).

Ὅταν ὁ Κύριος ἐπάνω στό Σταυρό κραύγασε μέ δυνατή φωνή: Ἠλί ἠλί λαμά σαβαχθανί, δηλαδή, Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μέ ἐγκατέλειψες, μερικοί ἀπό τούς παρευρισκόμενους ἐκεῖ σάν τόν ἄκουσαν, ἔλεγαν: Αὐτός φωνάζει τόν Ἠλία… Καί κάποιοι ἔλεγαν: Ἄσε νά δοῦμε ἄν θά ’ρθεῖ ὁ  Ἠλίας νά τόν σώσει (Ματθ. 27, 4649). Ὁ εὐαγγελιστής Λουκάς ἀναφέρει πώς ὁ ἄγγελος προανήγγειλε στό Ζαχαρία, τόν πατέρα Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὅτι ὁ γιός του θά προπορευτεῖ στό ἔργο τοῦ Κυρίου μέ τό πνεῦμα καί τή δύναμη τοῦ προφήτη Ἠλία (Λουκ. 1,17). Μνημονεύει ἐπίσης τά σχετικά μέ τή φιλοξενία τοῦ προφήτη ἀπό τή χήρα στή Σαρεπτά, γράφοντας ὅτι ὁ Κύριος εἶπε: Σᾶς βεβαιώνω πώς κανένας προφήτης δέν εἶναι δεκτός στήν πατρίδα του. Πράγματι, τήν ἐποχή τοῦ προφήτη Ἠλία ὑπῆρχαν πολλές χῆρες στόν Ἰσραήλ. Τότε ὁ οὐρανός δέν εἶχε βρέξει γιά τρία χρόνια καί ἕξι μῆνες καί μεγάλη πείνα εἶχε πέσει σ’ ὅλη τή γῆ. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἔστειλε τόν Ἠλία σέ καμία ἀπ’ αὐτές, παρά μόνο σέ μία χήρα στή Σαρεπτά τῆς Σιδωνίας (Λουκ. 4, 2426).

Ὅταν οἱ Σαμαρεῖτες δέν δέχθηκαν τόν Ἰησοῦ γιατί κατευθυνόταν πρός τήν  Ἰερουσαλήμ, οἱ μαθητές του  Ἰάκωβος καί  Ἰωάννης τοῦ εἶπαν: Κύριε, θέλεις νά ζητήσουμε νά κατεβεῖ φωτιά από τόν οὐρανό καί νά τούς καταστρέψει, ὅπως ἔκανε καί ὁ Ἠλίας; Γιά νά πάρουν τήν ἀπάντηση: Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου δέν ἦρθε γιά νά καταστρέψει ἀνθρώπους ἀλλά γιά νά τούς σώσει (Λουκ. 9, 5356).

Τέλος τόν προφήτη Ἠλία ἀναφέρουν ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης (1,21. 25), ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 11,2) καί ὁ  Ἰάκωβος (5,17). Ἀλλά συχνές ἀναφορές γιά τό ζηλωτή προφήτη συναντοῦμε καί σέ πολλούς ἁγίους Πατέρες καί ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς, πράγμα πού ἀποτελεῖ τρανή ἀπόδειξη τῆς ἰδιαίτερης θέσης τήν ὁποία κατέχει ὁ ἔνδοξος αὐτός προφήτης στή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή ὑπηρέτησε τό θέλημα τοῦ Κυρίου μέ τόσο ζῆλο καί ἀφοσίωση. Καί προβάλλεται μέχρι καί σήμερα ὡς πρότυπο προσευχῆς, νηστείας, ἀγωνιστικότητας καί σταθερότητας στήν πίστη τοῦ ἑνός καί ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Ὁ προφήτης  Ἠλίας στήν εἰκονογράφηση καί τή λαογραφία

Δύο εἶναι οἱ πιό συνηθισμένες ἀπεικονίσεις τοῦ προφήτη Ἠλία στίς τοιχογραφίες ἤ τίς φορητές εἰκόνες. Ἡ μία, βυζαντινῆς τεχνοτροπίας, τόν ἐμφανίζει νά κάθεται μέσα σέ σπηλιά, ἐπάνω στό ὄρος Χωρήβ.  Ἔχει στραμμένη τήν κεφαλή του δεξιά στό ἄνω ἀριστερό μέρος τῆς εἰκόνας, πρός τόν κόρακα ὁ ὁποῖος τοῦ φέρνει τροφή.

Ἡ ἄλλη, νεότερης συνήθως καί λαϊκῆς τεχνοτροπίας, εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπό τή σχετική διήγηση τοῦ Δ΄Βασιλειῶν γιά τήν ἁρπαγή τοῦ Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα στόν οὐρανό. Ἐνῶ τό ἅρμα μέ τόν προφήτη ὑψώνεται πρός τόν οὐρανό, αὐτός ἀφήνει νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) γιά νά τόν πάρει ὁ μαθητής καί διάδοχός του στό προφητικό ἀξίωμα  Ἐλισαῖος.

Μερικές φορές ἀπεικονίζεται ὄρθιος, μαζί μέ ἄλλους προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης, φορώντας μακρύ ἑλληνικό χιτώνα καί ἀπό πάνω τή μηλωτή, εὐλογεῖ μέ τό δεξί χέρι καί κρατᾶ μέ τό ἀριστερό εἰλητάριο.

• • •

 

Πλουσιώτατες εἶναι οἱ λαϊκές παραδόσεις καί τά ἔθιμα, ὄχι μόνο μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἀλλά καί πολλῶν βαλκανικῶν καί κεντροευρωπαϊκῶν λαῶν. Παραθέτουμε μία σύντομη ἐπιλογή, ἔχοντας ὑπόψη μας τά ὅσα ἀναφέρονται ἐκτενέστερα στό σχετικό λῆμμα τῆς «Θρησκευτικῆς καί Ἠθικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας» (τόμος ΣΤ΄, στ. 2426):

•  Σέ πολλές περιοχές, ἰδιαίτερα στή Θράκη καί τή Μακεδονία, τή Σερβία καί τή Γερμανία (πιό πολύ κατά τό Μεσαίωνα) ὁ προφήτης Ἠλίας ἐθεωρεῖτο κύριος τῆς βροχῆς, τῶν βροντῶν καί τῶν κεραυνῶν. Αὐτό ἐξηγεῖται ἀπό τά γεγονότα πού ἐξιστοροῦνται στήν Παλαιά Διαθήκη γιά τήν ξηρασία πού ἐπέβαλε ὁ Ἠλίας καί τό μετά τριετία ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ γιά νά ξαναπέσει βροχή. Οἱ χωρικοί μάλιστα τῆς Βόρειας Θράκης, πού ἦρθαν στήν  Ἑλλάδα τό 1923 καί ἐγκαταστάθηκαν κυρίως στή Μακεδονία, πρόσφεραν στόν ἅγιο «κουρμπάνι». Δηλαδή ἔσφαζαν 1015 κριάρια γιά νά στείλει βροχή. Κι ἐπειδή τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ προφήτη Ἠλία (20 Ἰουλίου) δέν ἦταν ἀπαραίτητη ἡ βροχή, πρόσφεραν τό «κουρμπάνι» μεταξύ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Γεωργίου καί τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου (2 Μαΐου). Σέ πολλά ἐπίσης μέρη γινόταν παλαιότερα καί τό ἔθιμο τῆς «Περπερούνας», σέ περιόδους μεγάλης ξηρασίας. Οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ στόλιζαν ἕνα ὀρφανό κορίτσι μέ πρασινάδες (χόρτα καί κλαδιά), πήγαιναν στό ποτάμι, βρέχονταν καί μ’ ἕνα μπακίρι γεμάτο νερό γύριζαν χορεύοντας καί τραγουδώντας τήν «Περπερούνα» στό χωριό.

•  Ὅταν ἀστράφτει καί βροντάει πιστεύεται ὅτι ὁ προφήτης Ἠλίας κυνηγάει τό δράκο ἤ τό διάβολο μέ τό ἅρμα του στόν οὐρανό, χρησιμοποιώντας ὡς ὅπλο τόν κεραυνό. Στή Σωζόπολη μάλιστα τῆς Θράκης πίστευαν ὅτι ὅλο τό 24ωρο «ὁ ἉιΛιᾶς τριγυρνᾶ τόν κόσμο μέ τό ἅρμα του κι ὅταν βροντᾷ καί ἀστράφτει κυνηγᾶ διαβόλους». Ἐνῶ στήν Ἀδριανούπολη, ὅτι διασχίζει τούς οὐρανούς πάνω στό ἅρμα του πού σέρνουν τέσσερα πύρινα ἄλογα. Ὅταν τά χτυποῦσε μέ τό μαστίγιο ἀκούγονταν οἱ ἀστραπές· ἀπό τό ἅρμα ἀκούγονταν οἱ βροντές καί ὅταν οἱ τροχοί του ἔβρισκαν σέ πέτρες ἀκούγονταν κεραυνοί!

•  Σέ ἄλλα μέρη τῆς Μακεδονίας ἡ δοξασία γιά τήν καταδίωξη τοῦ διαβόλου ἀπό τόν προφήτη συναντᾶται παραλλαγμένη: Ὁ Ἠλίας δέν κυνηγάει τό διάβολο ἀλλά τή «λάμια», ἡ ὁποία καταστρέφει τίς καλλιέργειες τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ χριστιανοί στή Βουλγαρία πίστευαν ὅτι ὁ ἅγιος κυνηγάει τή «λάμια» καθισμένος πάνω σέ χρυσό ἅρμα καί καταδιώκει τό δράκο πού τρώει τά γεννήματά τους στά χωράφια. Μόλις ὁ προφήτης τόν δεῖ, ρίχνει ἐναντίον του τούς κεραυνούς. Οἱ ἀστραπές μάλιστα πού δέν συνοδεύονται ἀπό βροντές δέν εἶναι κεραυνοί, ἀλλά εἶναι οἱ φλόγες πού βγαίνουν ἀπό τά ρουθούνια τῶν ἀλόγων τοῦ ἅρματος καί ἡ λάμψη τῆς χρυσῆς λόγχης του. Σέ μερικά μέρη τῆς Βουλγαρίας πιστεύουν ὅτι ὁ Ἠλίας σκοτώνει τό δράκο πού στερεῖ τήν πόλη ἤ τό χωριό ἀπό νερό καί ἀπαιτεῖ κάθε φορά ὡς ἀντάλλαγμα μία παρθένο.

•  Ἡ δοξασία πού ταυτίζει τόν προφήτη  Ἠλία με μετεωρολογικά φαινόμενα ἐπικρατεῖ στούς σλαβικούς, καί ὄχι μόνο, λαούς. Παραλήφθηκε δέ ἀπό τούς  Ἕλληνες. Ἔτσι στή Σερβία θεωροῦν ὅτι κάθε ἅγιος ἔλαβε ἕνα μερίδιο ἀπό τά στοιχεῖα τῆς φύσεως καί στόν  Ἠλία δόθηκε ἡ ἀστραπή καί ὁ κεραυνός. Στή Ρουμανία διηγοῦνται πώς μέ τήν ἀστραπή καί τή βροντή κυνηγάει τό διάβολο καί κεραυνώνει τίς γάτες καί τά σκυλιά στά ὁποῖα ὁ διάβολος προσπαθεῖ νά κρυφτεῖ.

•  Ὁ προφήτης   Ἠλίας τιμᾶται στήν κορυφή λόφων, ὑψωμάτων καί βουνῶν («στά ψηλώματα»). Ἀκριβῶς γι’ αὐτό πολλές κορυφές φέρουν τό ὄνομά του καί οἱ περισσότερες ἔχουν ἐκκλησάκια ἤ εἰκονοστάσια ἀφιερωμένα σ’ αὐτόν. Ἕνα ἀπό τά γνωστότερα βρίσκεται στήν ψηλότερη κορυφή τοῦ Ταϋγέτου καί λέγεται «Ἁγιολιᾶς». Ἡ ἐξήγηση γιά τήν τιμή αὐτή «στά ψηλώματα», συνδέεται μέ διάφορες κατά περιοχές παραδόσεις τοῦ λαοῦ.  Ἔτσι,

• Στήν Ἀχαΐα διηγοῦνται ὅτι «ὁ Ἁι Λιᾶς ἦταν ναύτης, καί ἐπειδή ἔπαθε πολλά στή θάλασσα καί πολλές φορές κόντεψε νά πνιγεῖ, βαρέθηκε τά ταξίδια καί ἀποφάσισε νά πάει σέ μέρος πού νά μή ξέρουν τί εἶναι θάλασσα καί τί εἶναι καράβια. Βάζει τό λοιπόν στόν ὦμο τό κουπί του καί βγαίνει στή στεριά. Ὅποιον συναντοῦσε τόν ρωτοῦσε τί εἶναι αὐτό πού βαστάει. Ὅσο τοῦ ἔλεγαν “κουπί” τραβοῦσε ψηλότερα, ὥσπου ἔφτασε στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ. Ρωτάει τούς ἀνθρώπους πού βρῆκε ἐκεῖ τί εἶναι, καί τοῦ λένε “ξύλο”. Κατάλαβε λοιπόν πώς αὐτοί δέν εἶχαν δεῖ ποτέ τους κουπί καί ἔμεινε μαζί τους ἐκεῖ στά ψηλά».

• Σύμφωνα μέ παραλλαγή τῆς παράδοσης αὐτῆς στήν Κεφαλονιά, ὁ ἅγιος «εἶναι στίς κορυφές, γιατί δέν πάτησε ποτέ στόν κάμπο, οὔτε σέ χῶμα τόν θάψανε. Γυρίζει μέ τό ἅρμα του στόν οὐρανό καί μονάχα στίς κορυφές στέκει καί ἀνασαίνει. Κι ὅταν ζοῦσε, ἔτσι τοῦ ἄρεσε νά βρίσκεται στά βουνά».

•  Ἄλλες λαϊκές δοξασίες ἀναφέρουν ὅτι: «Ὁ Μωάμεθ κυνηγάει τόν Ἁι Λιᾶ καί στούς κάμπους τόν φτάνει, στά κορφοβούνια ὅμως δέν μπορεῖ νά τόν ἀκολουθήσει κι ὁ ἅγιος βρίσκει ἐκεῖ καταφύγιο. Γι’ αὐτό τοῦ ἔχουν τά ξωκλήσια στίς κορυφές τῶν βουνῶν» (Ἀργολίδα). «Γιά ν’ ἀποδείξει τήν πίστη του στό Θεό χτύπησε μέ τό ραβδί του τρεῖς φορές κι ἐβγῆκε νερό. Ἀπό τότε χτίζουνε τήν ἐκκλησία του στό ψηλότερο βουνό» (Κέα). «Ζεῖ καί κινεῖται ἀνάμεσά μας περιμένοντας τόν Ἀντίχριστο νά παλαίψει μαζί του» (Ναύπλιο). Ἀκόμα, οἱ μωαμεθανοί πιστεύουν ὅτι ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐνώχ (πού δέν πέθαναν ἀλλά ἀναλήφθηκαν στόν οὐρανό) ζοῦν γιά νά ράβουν τά ροῦχα τῶν πιστῶν πού ἔζησαν σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Μωάμεθ καί θά πᾶνε στόν Παράδεισο.

•  Ἀλλοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἐρωτᾶται ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά τό μέλλον καί τήν τύχη τους. Οἱ μαντεῖες αὐτές βασίζονται σέ παρατήρηση τοῦ σχήματος τῆς σταγόνας τοῦ λαδιοῦ ἀπέναντι στόν ἥλιο, τοῦ χρώματος τοῦ καπνοῦ ἀπό καιόμενο θυμάρι, τοῦ περιεχομένου τῶν πρώτων καρυδιῶν πού κόβουν τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του κ.ἄ.

•  Μέ τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του (20  Ἰουλίου) συνδέονται καί ἄλλες δοξασίες καί ἔθιμα. Γίνονται νοσταλγικοί περίπατοι καί ἐκδρομές, λαϊκά προσκυνήματα καί πανηγύρια. Μερικοί ἀπ’ αὐτούς πού ἐπικαλοῦνται τή βοήθεια τοῦ ἁγίου γιά τή θεραπεία ἀσθενειῶν, ζώνουν τό ναό μέ λεπτό κέρινο νῆμα, μέ τό ὁποῖο ὕστερα δένουν κατά τή λειτουργία τό κεφάλι ἤ τό μέλος τοῦ σώματος πού πάσχει, μέ στάχυ, τό ὁποῖο κόβουν μετά τή Μεγάλη Εἴσοδο, «γιά νά κοπεῖ» καί ὁ πόνος. Ἤ δένουν πέτρα στόν κορμό τῆς ἐλιᾶς, γιά νά κρατήσει τόν καρπό της.

•  Ἀρκετές ἐπίσης παροιμίες συνδέονται μέ τόν προφήτη Ἠλία, ὅπως:
Τ’ Ἁι Λιός, γυρίζει ὁ καιρός ἀλλιῶς.
Ἀπού τ’ Ἁι Λιᾶ, μπαίνει τό λάδι στήν ἐλιά.
Τῆς Ἁγια Μαρίνας σύκα, καί τ’ Ἅι Λιός σταφύλι,
καί τ’ Ἅγιου Παντελεήμονα γεμάτο τό μαντήλι.
Ἅγια Μαρίνα δός μου σύκα,
κι Ἁι Λιᾶ ἅπλωσε καί ἔπαρε.
Τ’ Ἁι Πνευμάτου βάλ’ ὀρνό
καί τ’ Ἁι Λιᾶ φάε σύκα.
Τ’ Ἁι Λιᾶ τό καρύδι,
τοῦ Σωτῆρος τό σταφύλι,
καί τῆς Παναγιᾶς τό σύκο.

•••

Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται», τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».

Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες μαζί μέ τόν ὑμνωδό του:

Προφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα νέφη, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Ἡ μετάφραση τῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων πού παρατίθενται στή Σειρά «Ἅγιοι καί ἑορτές» εἶναι ἀπό τήν ἔκδοση «Ἡ Ἁγία Γραφή» τῆς Ἑλληνικῆς Βιβλ. Ἑταιρίας (1997).

* Ἦταν συνήθεια τῆς ἐποχῆς· οἱ προφῆτες ἑνός ψεύτικου θεοῦ θεωροῦνταν ψευδεῖς μάρτυρές του καί ὡς τέτοιοι θανατώνονταν.

 

 


 


Εὐαγγέλου Π. Λέκκου, θεολόγου τ. Διευθυντοῦ τῆς  Ἀποστολικῆς Διακονίας
Εκδόσεις «ΣΑΪΤΗ»

 

Ανάλυση ονόματος

ΗΛΙΑΣ: (εβραϊκή λέξη από το ελίγια) = αυτός που έχει θεία δύναμη, ο θείος

 

Advertisements

Άγιος Νεκτάριος από τα Βρύουλλα ο Νέος οσιομάρτυς


Άγιος Νεκτάριος από τα Βρύουλλα ο Νέος οσιομάρτυς

Νέκταρ τῆς ζωῆς τῆς ἀθανάτου πίνεις
Νεκτάριε ἔνδοξε στεῤῥὼς ἀθλήσας.
Ἐνδεκάτῃ Νεκταρίοιο κέρσαν δειρὴν ἄνδρες δεινοί.


Τὸν Σταυρὸν αἴρων Νεκτάριος Κυρίου,
Πλάνην πατάσσει τῶν ἀπίστων γενναίως.

Βιογραφία
Ο Άγιος Νεκτάριος γεννήθηκε από φτωχούς αλλά ευσεβείς γονείς στα Βρύουλλα ή Βουρλά της Εφέσου και ονομαζόταν Νικόλαος. Έμεινε ορφανός από πατέρα και 17 ετών μπήκε με μισθό στην υπηρεσία κάποιου αγά. Μαζί με άλλους έξι νέους χριστιανούς, εξαπατήθηκε από τους Τούρκους και εξισλαμίστηκε, διότι πίστεψαν ότι οι γονείς τους πέθαναν από κάποια επιδημία.Όταν όμως ο Νικόλαος γύρισε στα Βουρλά, πληροφορήθηκε ότι η μητέρα του ζούσε και έτρεξε με χαρά κοντά της. Η ευσεβής μητέρα, όταν είδε με τούρκικα ρούχα τον γιο της, τον έδιωξε λέγοντας του ότι, εγώ δεν γέννησα Τούρκο αλλά Νικόλαο Χριστιανό. Τότε ο Νικόλαος κατάλαβε το αμάρτημα του και μετά από ένα ταξίδι στη Σμύρνη – Κωνσταντινούπολη – Βλαχία και πάλι στη Σμύρνη, εξομολογήθηκε σ’ έναν Αγιορείτη μοναχό, και με την ευλογία του πήγε στο Άγιο Όρος. Εκεί κατέληξε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, κοντά στον πατριώτη του μοναχό Χατζή Στέφανο, όπου έγινε μοναχός με το όνομα Νεκτάριος.

Ο πόθος όμως του μαρτυρίου έκαιγε μέσα στην καρδιά του. Έτσι με τις ευλογίες του πνευματικού του έφυγε να μαρτυρήσει, με τη συνοδεία του οσιοτάτου χειραγωγού του Στεφάνου.

Όταν έφτασαν στην πατρίδα τους τα Βουρλά, ο Νεκτάριος παρουσιάστηκε στον κριτή και αφού έριξε το φέσι του κατά γης είπε: «Πάρτε τα σημάδια της πίστης σας, εγώ χριστιανός Νικόλαος γεννήθηκα και χριστιανός θέλω να πεθάνω». Παρά τις όλες κολακείες και τα βασανιστήρια, ο Νεκτάριος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Έτσι τον αποκεφάλισαν στις 11 Ιουλίου 1820 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βρυούλλων ἀγλάισμα καὶ ἀντιλήπτωρ θερμός, ἐδείχθης Νεκτάριε, ὡς Ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἐσχάτοις ἐν ἔτεσι, σὺ γὰρ καλῶς ἀσκήσας, ἐν τῷ δρεῖ τοῦ Ἄθω, ἤθλησας θεοφρόνως καὶ καθεῖλες τὸν ὄφιν διὸ σὲ Ὁσιομάρτυς, πόθω γεραίρομεν.Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ θεῖον νέκταρ, τῇ ἐν τῷ Ἄθῳ ἐναρέτῳ ζωῇ σου, ἐν τῇ ψυχῇ δεξάμενος Νεκτάριε, ἔδραμες πρὸς ἄθλησιν, στερροτάτῃ καρδίᾳ καὶ Χριστὸν ἐδόξασας, τοῖς σεπτοῖς σου ἀγῶσι, καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀξίως δοξασθείς, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, πρεσβεύεις ἑκάστοτε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ´. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Μαγικὴς δι’ ἀπάτης, τῶν ἀσεβῶν, ἐξηρνήσω τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ· ὅθεν οὐ διέλιπες, στένων κλαίων Νεκτάριε, καὶ μετανοίας ἔργοις, ἐν Ὄρει τοῦ Ἄθωνος, καὶ νυχθημέροις πόνοις, Θεῷ ἱλεούμενος, οὗπερ τῇ δυνάμει, σεαυτὸν καθωπλίσας, Χριστὸν ὡμολόγησας, καὶ δι’ αἵματος ἔφθασας· διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῳ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ´. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῶν Μαρτύρων ζηλώσας τὴν ἀρετήν, στρατιώτης ἐδείχθης περιφανής, Χριστοῦ τοῦ Παντάνακτος, ἀριστεύσας λαμπρότατα, καὶ ἀληθείας ὅπλοις, ἑλὼν τὸν ἀλάστορα, τὸν πάλαι εἰς βυθόν σε, ἀπάτης ὠθήσαντα· ὅθεν ἀφθαρσίας, δεδεγμένος τὸ γέρας, Ὁσίων ἠρίθμησαι, καὶ Μαρτύρων τοῖς τάγμασι, Νεομάρτυς Νεκτάριε· Πρέσβευε Χριστῷ τῳ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὁ Βρυούλλων θεῖος βλαστός, ὁ νέκταρ πηγάζων, ταῖς καρδίαις τῶν εὐσεβῶν, ἀγάπης τῆς θείας, τῶν πόθῳ σε τιμώντων, σοφὲ Ὁσιομάρτυς, θεῖε Νεκτάριε.

saint.gr

Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός


Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός

Tι κατ’ ολίγον λαιμόν ω σπαθηφόρε,
Tέμνεις Mιχαήλ; Oυ πτοείται την σπάθην

Βιογραφία
Ο Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς (ή Μπακνανάς), γεννήθηκε στην Αθήνα από ενάρετους γονείς περί το 1750 μ.Χ. και έζησε στη συνοικία της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, στο σημερινό χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Λόγω της πενίας των γονέων του, έμεινε αγράμματος και έγινε κηπουρός.

Κάποια ημέρα ενώ επέστρεψε στην Αθήνα από κάποιο χωριό όπου είχε πάει για δουλειά, συνελήφθη από τους Τούρκους φύλακες και συκοφαντήθηκε ότι μετέφερε κρυφά μπαρούτι για τους επαναστάτες Έλληνες. Οδηγήθηκε στον κριτή όπου διαμαρτυρήθηκε για την αδικία εις βάρος του, αλλά καταδικάστηκε εις θάνατον εκτός και εάν εδέχετο να αρνηθεί την πίστη του και να ασπασθεί το Μωαμεθανισμό, οπότε και θα έσωζε τη ζωή του. Όμως ο ευσεβής και έντιμος εκείνος Αθηναίος, απαντούσε σε ύφος αγέρωχο στις συνεχιζόμενες απειλές των Τούρκων με την χαρακτηριστική φράση, «Δεν τουρκεύω».

Καταδικάσθηκε σε θάνατο και οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης χαίρων και ευχαριστών τον Κύριο που τον αξίωσε της τιμής του μαρτυρίου. Στην αρχή ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με αντεστραμμένο ξίφος στο λαιμό για να τον εκφοβίσει, προσδοκώντας την μεταστροφή του. Όμως ο γενναίος μάρτυρας τον παρότρυνε με θάρρος λέγοντας «Χτύπα για την πίστη». Και όταν ο δήμιος έβαλε το μαχαίρι του στον τράχηλο του Αγίου και τον πλήγωσε λίγο άκουσε από το στόμα του Αγίου την ίδια φράση «Χτύπα για την πίστη». Τελικά ο δήμιος απέτεμε τη σεπτή κεφαλή του το 1771 μ.Χ., χαρίζοντάς του το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου και πλουτίζοντας την Εκκλησία των Αθηνών με ένα καλλίνικο μάρτυρα.

Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης».

Το μοναδικό παρεκκλήσιο σ’ όλη την Πρωτεύουσα αφιερωμένο στον Άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ βρίσκεται στον Ιερό Ναό Αναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζή και Ντελακρουά), όπου κατά την παράδοση στην περιοχή αυτή βρισκόταν οι κήποι του Αγίου.

Το 2003 ανακηρύχθηκε προστάτης των διαιτολόγων και διατροφολόγων. Προς τιμήν του, ένας από τους κεντρικότερους δρόμος στη συνοικία της Αθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει το όνομά του (Οδός Μπακνανά), καθώς και η παρακείμενη στάση του τραμ.

Να σημειώσουμε τέλος, πως μερικοί συναξαριστές, όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τοποθετούν το μαρτύριο του Αγίου αυτού στα 1770 μ.Χ.

Εορτάζει στις 9 Ιουλίου.

Αγιογραφίες / Φωτογραφίες

Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός
Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός
Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός
Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός
Το μαρτύριο του Αγίου Μιχαήλ Πακνανά
Το μαρτύριο του Αγίου Μιχαήλ Πακνανά

Άγιος Προκόπιος ο Μεγαλομάρτυς


Άγιος Προκόπιος ο Μεγαλομάρτυς

Άγιος Προκόπιος ο Μεγαλομάρτυς

Ἔοικε Προκόπιος, αὐχένα κλίνων,
Λέγειν, Κοπείτω· τῇ πλάνῃ γὰρ οὐ θύω.
Ὀγδοάτῃ Προκοπίου ἀρηϊθόου κράτα κέρσαν.
Βιογραφία
Ο Άγιος Προκόπιος, έζησε και μεγάλωσε στην Ιερουσαλήμ τα χρόνια που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ο πατέρας του, ο Χριστοφόρος, ήταν ευσεβής άνθρωπος, σε αντίθεση με την μητέρα του που πίστευε στα είδωλα.Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του τον πήγε στον αυτοκράτορα, ο οποίος τον έκανε ηγεμόνα της πόλης των Αλεξανδρέων και του έδωσε εντολή να καταδιώκει και να βασανίζει τους χριστιανούς. Έτσι ο Προκόπιος ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια.Κατά την πορεία του όμως, ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν αστραπές και βροντές και ταυτόχρονα άκουσε φωνή να τον καλεί με το όνομά του, που τον απειλούσε με θάνατο επειδή θα κατεδίωκε τους χριστιανούς και ταυτόχρονα και τον Αληθινό Θεό.Μετά από αυτό το γεγονός ο Προκόπιος παρακάλεσε Εκείνον πού του μιλάει να του φανερωθεί περισσότερο για να δει ποίος είναι. Τότε εμφανίστηκε μπροστά του ένας Σταυρός από κρύσταλλο και ακούστηκε μία φωνή να του λέει: «Εγώ είμαι ο Εσταυρωμένος Υιός του Θεού». Μετά από αυτό το θαύμα πίστευσε και έγινε χριστιανός.

Λίγο αργότερα επιστρέφοντας από νικηφόρα αποστολή, η μητέρα του προσπάθησε να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Κατάλαβε όμως ότι είχε γίνει χριστιανός και τον πρόδωσε στον αυτοκράτορα. Εκείνος διέταξε τον ηγεμόνα της Καισάρειας Ουλκιο να τον ανακρίνει. Αυτός τον χτύπησε πολύ μέχρι λιποθυμίας και μετά τον έκλεισε στην φυλακή. Με την χάρη του Κυρίου όμως οι πληγές επουλώθηκαν και απελευθερώθηκε από τα δεσμά.

Στη συνέχεια οδηγήθηκε στον ναό των ειδώλων όπου με την προσευχή του κατάφερε και συνέτριψε τα είδωλα. Το θαύμα αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πιστεύσουν σ’ αυτόν πολλοί ανάμεσα τους και η μητέρα του. Αμέσως δόθηκε εντολή να αποκεφαλιστούν όλοι όσοι είχαν πιστεύσει. Μετά από αυτό, δόθηκε εντολή να γίνουν φρικτά βασανιστήρια στον Προκόπιο. Ο Άγιος υπέμενε με πάρα πολύ μεγάλη καρτερία όλα αυτό και μάλιστα κατάφερνε να τα ξεπερνά με την βοήθεια του Θεού. Τέλος δόθηκε εντολή να τον αποκεφαλίσουν και έτσι παρέλαβε το στεφάνι της αιωνίου ζωής. Εορτάζει στις 8 Ιουλίου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγρευθεῖς οὐρανόθεν πρὸς τὴν εὐσέβειαν, κατηκολούθησας χαίρων ὥσπερ ὁ Παῦλος Χριστῷ, τῶν Μαρτύρων καλλονὴ Μάρτυς Προκόπιε, ὅθεν δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, ἀριστεύσας εὐκλεῶς, κατήσχυνας τὸν Βελίαρ, οὐ τῆς κακίας ἄτρωτους, σῷζε τοὺς πόθω σὲ γεραίροντας.Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τῷ ζήλῳ Χριστοῦ, τῷ θείῳ πυρπολούμενος, καὶ ἐν τῷ Σταυρῷ, τῷ τιμίῳ φρουρούμενος, τῶν ἐχθρῶν τὸ φρύαγμα, καὶ τὰ θράση καθεῖλες Προκόπιε, καὶ τὴν σεπτὴν Ἐκκλησίαν ὕψωσας, τῇ πίστει προκόπτων, καὶ φωτίζων ἡμᾶς.
saint.gr

Άγιος Λάζαρος, ο Βοσκός από τη Βουλγαρία


Св. Лазар от Дебелдел - Икона от Троянския монастир, 1848 г.

Άγιος Λάζαρος, ο Βοσκός από τη Βουλγαρία

Ο Άγιος Νεομάρτυς Λάζαρος καταγόταν από την πόλη Κάμπροβα της Βουλγαρίας και γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους. Αφού αναχώρησε από την Βουλγαρία, ήλθε στην πόλη Σώμα, κοντά στην Πέργαμο και έγινε βοσκός. Κάποια ημέρα που ο Άγιος έβοσκε το ποίμνιό του, αποκοιμήθηκε. Κατά τύχη δε την ώρα εκείνη περνούσε από εκεί μια οθωμανίδα, κατά της οποίας επιτέθηκε το σκυλί της ποίμνης και έσκισε λίγο τα ενδύματά της. Η γυναίκα, μόλις επέστρεψε στο σπίτι της, έδιεξε τα σκισμένα ενδύματά της στον σύζυγό της, συκοφαντώντας τον Λάζαρο ότι δήθεν ήταν αυτός που την βίασε. Ο Τούρκος οργίσθηκε και έτρεξε αμέσως να βρει τον Λάζαρο. Αντί αυτού, βρήκε έναν φίλο του Αγίου, τον οποίο τραυμάτισε. Όταν δε πληροφορήθηκε ο Τούρκος ότι ο τραυματισθείς δεν ήταν ο Λάζαρος, ζήτησε από τον αγά την τιμωρία του Λαζάρου.

Св. Лазар Български, стенопис от параклиса "Св. Архангели" в Рилския манастир

Έτσι ο Άγιος συνελήφθη στις 7 Απριλίου του 1802 μ.Χ. και κλείσθηκε στη φυλακή. Η αθωότητά του αποδείχθηκε, αλλά οι συγγενείς της ως άνω γυναίκας υποσχέθηκαν στον αγά χίλια γρόσια στην περίπτωση που θα επετύγχανε τον εξισλαμισμό ή τον θάνατο του Μάρτυρα. Η φιλαργυρία οδήγησε τον άρχοντα στο να υποβάλλει τον Νεομάρτυρα Λάζαρο σε φρικτά βασανιστήρια. Οι δήμιοι πύρωσαν σιδερένια ραβδιά, διά των οποίων κατέκαψαν ένα προς ένα όλα τα μέλη του σώματός του, ενώ τον βίαζαν να ομολογήσει πίστη στον Μωάμεθ. Αφού κατέκαψαν τέλος και την γλώσσα του Αγίου Λαζάρου, τον παρακινούσαν – άφωνο πια – να υποδείξει με νεύματα ή με κίνηση της κεφαλής τη συγκατάθεσή του στην επιθυμία τους να αλλαξοπιστήσει. Αλλά ούτε τα φρικώδη βασανιστήρια, ούτε οι βαριές πέτρες που τέθηκαν στο στήθος του, ούτε οι ραβδισμοί στάθηκαν ικανά για να μεταπείσουν τον Μάρτυρα. Έτσι δέχθηκε για την αγάπη του Χριστού τον δι’ αγχόνης θάνατο, σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών.


Ακολουθία του νεομάρτυρα αυτού, συνέταξε ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Χίος.
http://www.saint.gr

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ Ο ΛΟΥΚΑΡΙΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Αρχείο:Cyril-Lucaris.jpg

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ Ο ΛΟΥΚΑΡΙΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1572. Οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει από την Ήπειρο. Στην αρχή μαθήτευσε κοντά στο Μελέτιο Βλαστό, ύστερα πήγε στη Βενετία, όπου σπούδασε κοντά στο Μάξιμο Μαργούνιο και στον Παύλο Σάρπα, τον φοβερό του Πάπα αντιπάλου. 17 ετών μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας στην Ιταλία. Επισκέφτηκε την Γενεύη, Ολλανδία, και Γερμανία και επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου μεταβαίνοντας στον θείο του Μελέτιο Πηγά έγινε κληρικός στην Αλεξάνδρεια το 1593 και μετονομάστηκε Κύριλλος. Μέσα σε λίγο διάστημα προήχθη στο αξίωμα του αρχιμανδρίτη. Στάλθηκε κατόπιν δύο φορές στην Πολωνία και τη Ρωσία, όπου εργάστηκε ενάντια στην επιρροή που προσπαθούσε να ασκήσει στις περιοχές αυτές το Βατικανό, χωρίς όμως να μπορέσει να την αποτρέψει.

Το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Πηγά, τον διαδέχτηκε σε ηλικία 29 ετών. Από τη θέση αυτή καλλιέργησε σχέσεις με τους πρεσβευτές Προτεσταντικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη και με τους Αγγλικανούς θεολόγους. Μετέφερε την έδρα του Πατριαρχείου στο Κάιρο και ξεκίνησε αγώνα κατά της Δυτικής Εκκλησίας. Προκαλεί την εχθρότητα του φιλοκαθολικού Οικουμενικού Πατριάρχη Νεόφυτου Β’ και εκλέγεται αμέσως μετά τοποτηρητής του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Επιβάλλεται όμως ως Πατριάρχης ο λατινόφρων Τιμόθεος Β’ και ο Λούκαρις αποσύρεται στο Άγιο Όρος και από εκεί πηγαίνει στη Βλαχία. Δεν εγκαταλείπει τους αγώνες του εναντίον των Καθολικών. Έτσι στο διάλογό του Ζηλωτής και Φιλαλήθης επιτίθεται εναντίον των Ιησουϊτών, που είχαν αναπτύξει έντονη προπαγάνδα σε βάρος της Ορθόδοξης εκκλησίας.

Στις 4 Νοεμβρίου 1620 εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. Έκτοτε οι πρεσβείες των καθολικών χωρών τον πολέμησαν με λύσσα. Τον ανεβοκατεβάζουν από το θρόνο κατηγορώντας τον ως καλβινίζοντα για τη φιλική του στάση προς τους διαμαρτυρόμενους και την έκδοση το 1631 της περίφημης Ομολογίας του, μολονότι ο ίδιος πάντα διακήρυσσε ότι ήταν Ορθόδοξος. Τον κατήγγειλαν ότι ετοιμάζει επανάσταση των Ελλήνων και οι Τούρκοι τον έκλεισαν σε κάποιο φρούριο του Βόσπορου και τον στραγγάλισαν στις 27 Ιουνίου 1638. Το πτώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα όπου το βρήκαν ψαράδες και το έθαψαν. Οι εχθροί του όμως ξέθαψαν το σώμα του και το ξανάριξαν στη θάλασσα, αλλά βρέθηκε και πάλι.

Πιστεύεται ότι ο Λούκαρις, όταν έγινε πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, πήρε μαζί του τον Αλεξανδρινό Κώδικα —έναν από τους σημαντικότερους ελληνικούς Βιβλικούς Κώδικες που σώζονται έως σήμερα— και αργότερα τον έστειλε ως δώρο στον Βασιλιά Ιάκωβο Α’ της Αγγλίας[1]. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος ήταν εκείνος που έδωσε εντολή να γίνει μια νέα μετάφραση της Βίβλου στην Αγγλική, η οποία ξεκίνησε το 1607 και ολοκληρώθηκε το 1611 και η οποία έγινε γνωστή ως «Μετάφραση Βασιλέως Ιακώβου» King James Version ή Authorized Version)[2]. Ο Ιάκωβος πέθανε πριν του παραδοθεί ο Κώδικας κι έτσι τον παρέλαβε ο διάδοχός του Κάρολος Α’ το 1627.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρει σχετικά με τον Λούκαρι: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου Α΄ του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος».

Κάποιοι υποστηρίζουν πως κατέφυγε προς τους Διαμαρτυρόμενους μόνο για να τους έχει σύμμαχους εναντίον των Καθολικών, χωρίς να απομακρυνθεί από την Ορθόδοξη γραμμή. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο ίδιος είχε πει στον πρεσβευτή της Γαλλίας ντε Μαρσεβίλ: «… στο ζήτημα των πεποιθήσεών μου δε θα υπακούσω ούτε στο βασιλιά της Γαλλίας ούτε σε κανέναν άλλο στον κόσμο αλλά θα ακολουθήσω αυστηρά τις υπαγορεύσεις της συνειδήσεώς μου». Αντίθετα άλλοι τον θεωρούν ως τον Πατριάρχη που προσπάθησε να μεταρρυθμίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία υποστηρίζει πως είναι η πνευματική συνέχεια του έργου του[3].

Ο Λούκαρις υπήρξε κορυφαία μορφή του Ελληνισμού. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις πράξεις και τις ενέργειές του βλέπουμε την τάση του Ελληνισμού για να έρθει σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Φρόντισε για την παιδεία του Μητροφάνη Κριτόπουλου και μετέφερε το 1627 στην Κωνσταντινούπολη το τυπογραφείο του Κεφαλλονίτη μοναχού Νικόδημου Μεταξά, για να φωτιστεί το έθνος με ελληνικά έντυπα. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων.

Πηγή: http://el.wikipedia.org/

Ἅγιος Ἰούδας ὁ Ἀπόστολος


Άγιος Ιούδας ο Απόστολος

Ἅγιος Ἰούδας ὁ Ἀπόστολος

Kλήσις τριπλή σοι και τριπλούν μάκαρ πάθος,
Άρσις δέσις τε και τρίτον τόξου τάσις.
Eννεακαιδεκάτη βελέεσσιν Iούδας θνήσκει.

Καὶ συγγενείᾳ καὶ χορῷ αὐχεῖν ἔχεις.
Χριστοῦ μαθητῶν ὦ Ἰούδα, καὶ πάθει.
Ἐννεακαιδεκάτῃ βελέεσσιν Ἰούδας θνῄσκει.

Βιογραφία
Τα βιογραφικά στοιχεία του Αγίου Ιούδα, είναι κάπως συγκεχυμένα, διότι συγχέονται μ’ αυτά του Αποστόλου Θαδδαίου που η μνήμη του γιορτάζεται την21η Αυγούστου. Ο μεν Σ. Ευστρατιάδης στο Αγιολόγιό του αναφέρει ότι, ο Ιούδας αυτός ήταν αδελφός του Χριστού και ο κατά σάρκα του Αποστόλου Ιακώβου του αδελφοθέου (ο Ιούδας και ο Ιάκωβος ήταν παιδιά του Ιωσήφ από άλλο γάμο). Ο Ιούδας λοιπόν, κατά την παράδοση, κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μεσοποταμία, επισκέφθηκε την Έδεσσα και στην πόλη Αραράτ συνελήφθη από τους άπιστους, οι οποίοι τον εκτέλεσαν δια τοξευμού. Επίσης, ο Σ. Ευστρατιάδης, αναφέρει ότι στον Λαυριωτικό Κώδικα Ι 78 φ. 2156 φέρεται κατά την ημέρα αυτή και η μνήμη άλλου Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Ζηλωτού, ο οποίος μετά την Ανάληψη του Χριστού περιήρχετο σ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά και δίδασκε το σωτήριο μήνυμα του Αναστάντος Χριστού. Και αφού έφερε πλήθος λαού σε μετάνοια απεβίωσε ειρηνικά. Ο δε Μιχαήλ Γαλανός στους «Βίους των Αγίων», αναφέρει για τον Απόστολο Ιούδα ότι ήταν ένας από τους δώδεκα Αποστόλους, γιος του Αλφαίου και αδελφός του Ιακώβου του μικρού, που ήταν και αυτός Απόστολος. Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Ο Απόστολος Ιούδας έφερε και την προσωνυμία Θαδδαίος ή Λεββαίος. Η ζωή του κοντά στο Χριστό ήταν παρόμοια με των άλλων Αποστόλων. Μετά την Πεντηκοστή, αφού εργάστηκε για λίγο στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μεσοποταμία ανάμεσα σε πολλούς κινδύνους. Αλλά ο Ιούδας, άξιος Απόστολος του Χριστού, γεμάτος αυταπάρνηση, μαρτύρησε τελικά στην Έδεσσα. Στην Καινή Διαθήκη, έχουμε και μια Καθολική Επιστολή του Ιούδα, που είναι σύντομη, αλλά γεμάτη μηνύματα αληθινής ζωής. Να τι συμβουλεύει στους χριστιανούς, που ζουν μέσα στο διεφθαρμένο από την αμαρτία κόσμο: «Υμείς δε, αγαπητοί, τη άγιωτάτη υμών πίστει έποικοδομούντες εαυτούς, εν Πνεύματι Αγίω, προσευχόμενοι, εαυτούς εν αγάπη Θεού τηρήσατε, προσδεχόμενοι το έλεος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εις ζωήν αίώνιον» (Επιστολή. Ιούδα 20-21). Δηλαδή, σεις όμως. αγαπητοί, αντίθετα με το διεφθαρμένο κόσμο, να οικοδομείτε τους εαυτούς σας πάνω στο θεμέλιο της αγιωτάτης πίστης σας με την προσευχή, που θα κάνετε με την έμπνευση του αγίου Πνεύματος, φυλάξτε και διατηρείστε τους εαυτούς σας στην αγάπη του Θεού, περιμένοντας με εμπιστοσύνη το έλεος του Χριστού, για να πετύχουμε την αιώνια ζωή.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε Ἰούδα, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.

Χριστοῦ σὲ συγγενῆ, ὢ Ἰούδα εἰδότες, καὶ μάρτυρα στερρόν, ἱερῶς εὐφημοῦμεν, τὴν πλάνην πατήσαντα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσαντα, ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ἁμαρτημάτων τὴν λύσιν, εὐχαίς σου λαμβάνομεν.

Κοντάκιον
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.


Ἐκ ῥίζης εὐκλεοῦς, θεοδώρητον κλῆμα, ἀνέτειλας ἡμῖν, τοῦ Κυρίου αὐτόπτα, Ἀπόστολε θεάδελφε, τοῦ Χριστοῦ κήρυξ πάνσοφε, τρέφων ἅπαντα, κόσμον καρποῖς σου τῶν λόγων, τὴν ὀρθόδοξον, πίστιν Κυρίου διδάσκων, ὡς μύστης τῆς χάριτος.
Πηγή: saint.gr

Άγιος Μεθόδιος


Άγιος Μεθόδιος

Ο Άγιος Μεθόδιος καταγόταν από μεγάλη και ευσεβή οικογένεια, μέσα στην οποία ανατράφηκε σύμφωνα με τις εντολές του ορθοδόξου χριστιανικού πνεύματος. Γεννήθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας και ήλθε στην Κωνσταντινούπολη επί Λέοντος του Ε’, για ν’ αναλάβει κάποια πολιτική υπηρεσία, άξια της υψηλής παιδείας και ικανότητάς του. Τότε στη Βασιλεύουσα, επικρατούσε το ζήτημα της προσκύνησης των Αγίων εικόνων. Ο Βασιλιάς Θεόφιλος, επειδή εκτιμούσε την παιδεία του Μεθοδίου, προσπαθούσε με διάφορες περιποιήσεις να τον πάρει με το μέρος του. Αλλά ο Μεθόδιος τον παρατήρησε σκληρά και ευθέως, για την ανόητη στάση του απέναντι στις Άγιες εικόνες. Ο Θεόφιλος εξοργισμένος, τον φυλάκισε στο νησί του Αντιγόνου, μέσα σ’ ένα τάφο μαζί με δύο ληστές. Αργότερα όμως, επειδή του εξήγησε κάποιο δύσκολο χωρίο, σχετικά με τις απόκρυφες επιστήμες, τον αποφυλάκισε υπό επιτήρηση. Μετά τον θάνατο του Θεοφίλου, στις 12 Φεβρουαρίου 842 μ.Χ. και επί των ημερών της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, ο Μεθόδιος έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. Επί της πατριαρχείας του, καθιερώθηκε η γιορτή της Ορθοδοξίας την πρώτη Κυριακή των νηστειών, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του πατριάρχη Νικηφόρου και Θεοδώρου του Στουδίτου και γενικά, μπορούμε να πούμε ότι επί Μεθοδίου παγιώθηκε η νίκη της Ορθοδοξίας. Απεβίωσε ειρηνικά την 14η Ιουνίου του 846 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον

Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Μεθόδιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ο Άγιος Φανούριος


Ὁ Ἅγιος Φανούριος

Ο Άγιος Φανούριος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αναμφίβολα ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες ώσπου το 1500 μ.Χ. βρέθηκε η Ιερή εικόνα του, που μας αποκάλυψε την ύπαρξή του και την παρρησία του ενώπιον του Θεού, ο Οποίος τον έχει χαριτώσει με τόσο μεγάλη θαυματουργική δύναμη. Δυστυχώς για τη ζωή του Αγίου Φανουρίου, δεν σώζονται γραπτές αναφορές. Όλα όσα γνωρίζουμε είναι από την παράδοση και από υποθέσεις όπου πηγάζουν από την εικόνα του όπου βρέθηκε στο νησί της Ρόδου μιας και είναι και προστάτης του νησιού. Γνωρίζουμε ότι ήταν στρατιωτικός όπως φανερώνει και η στολή που απεικονίζεται να φορά στην εικόνα του και μάλιστα κατά τους πρώτους αιώνες των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης.
Επίσης πάνω στην εικόνα του, εικονίζονται και τα μεγάλα μαρτύρια που υπέστη ο Άγιος. Αυτά βέβαια είναι αρκετά για να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας, διότι μία εικόνα μας εξιστορεί όσα πράγματα θα μα εξιστορούσε και ένα βιβλίο, στη συνέχεια του κειμένου θα σας αναφέρω αυτά τα μαρτύρια του Αγίου. Τώρα ας πούμε για την ιστορία της ευρέσεως της εικόνας του:
Πριν από 500 περίπου χρόνια, όταν οι Τούρκοι είχαν κυριεύσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από ένα εντελώς τυχαίο γεγονός, βρέθηκε η ιερά και σεβάσμια εικόνα του Αγίου.
Τον καιρό που οι Αγαρηνοί, περίπου δηλαδή το 1500, κατέλαβαν το νησί της Ρόδου, θέλησαν να το οχυρώσουν και να ξαναφτιάξουν τα τείχη της πόλης, που είχαν σε πολλά σημεία καταστραφεί. Πήραν λοιπόν σαν εργάτες πολλούς χριστιανούς, κι εκείνοι, καθώς έσκαβαν στα χαλάσματα κάποιων σπιτιών και παλαιών γκρεμισμένων ναών, βρήκαν μία θαυμάσια εικόνα, ολοκάθαρη και άφθαρτη που φαινόταν σαν να είχε αγιογραφηθεί την ίδια μέρα, πράγμα αξιοπερίεργο και που αποδεικνύει ότι η ανεύρεση της εικόνας δεν είναι τυχαία, αλλά δωρεά του Θεού!
Η εικόνα έδειχνε τον Άγιο Φανούριο νέο στην ηλικία, να κρατάει ένα σταυρό και μαζί μια λαμπάδα αναμμένη. Τριγύρω από την εικόνα, κατά την συνήθεια των τότε αγιογράφων, υπήρχαν δώδεκα παραστάσεις από τα μαρτύρια του Αγίου.
Αυτές οι δώδεκα παραστάσεις που απεικονίζουν τον μαρτυρικό θάνατο του Αγίου είναι οι παρακάτω:
1. Ο Άγιος παρουσιάζεται όρθιος μπροστά στο Ρωμαίο ανακριτή του και φαίνεται ν’ απολογείται με θάρρος και να υπερασπίζει την χριστιανική πίστη του.
2. Οι στρατιώτες εδώ επεμβαίνουν και χτυπούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα τον Φανούριο, για ν’ αναγκαστεί να υποκύψει και ν’ αρνηθεί τον Κύριο.
3. Οι στρατιώτες έχουν εξαγριωθεί πια απ’ την επιμονή του Φανουρίου, γι’ αυτό τον έριξαν κάτω και τον χτυπούν τώρα άγρια με ξύλα και ρόπαλα, για να κάμψουν το ακμαίο ηθικό του.
4. Ο Φανούριος είναι στη φυλακή κι εκεί βασανίζεται με αποτρόπαιο τρόπο. Φαίνεται εντελώς γυμνός κι οι στρατιώτες ολόγυρά του ξεσχίζουν τις σάρκες του με αιχμηρά σιδερένια αντικείμενα. Ο Άγιος υπομένει αγόγγυστα το τρομερό μαρτύριό του.
5. Ο Φανούριος βρίσκεται και πάλι στη φυλακή και προσεύχεται στον Θεό, για να τον ενισχύσει ν’ αντέξει μέχρι τέλους τα βασανιστήρια.
6. Ο Άγιος παρουσιάζεται και πάλι μπροστά στον Ρωμαίο ανακριτή για ν’ απολογηθεί για τη στάση του. Απ’ την ατάραχη έκφραση του προσώπου του φαίνεται, πως ούτε τα βασανιστήρια που υπόφερε, ούτε οι μελλοντικές απειλές του τυράννου του κλόνισαν την πίστη και έτσι απτόητος περιμένει ακόμη χειρότερα μαρτύρια.
7. Οι δήμιοι του Φανουρίου με μανία και σκληρότητα καίουν με αναμμένες λαμπάδες το ολόγυμνο σώμα του, που φαίνεται έτσι η ανυπέρβλητη θυσία του για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο Άγιος νικά και πάλιν με την αδάμαστη θέληση και προσευχή του στον Κύριο.
8. Εδώ οι άγριοι βασανιστές του χρησιμοποιούν και μηχανικά μέσα για να φθάσουν στο κορύφωμα του μαρτυρίου του. Έχουν δέσει τον Άγιο πάνω σ’ ένα μάγκανο κι αυτό σαν περιστρέφεται, του συντρίβει τα κόκκαλα. Υποφέρει εκείνος αγόγγυστα αλλά στο ωραίο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμένη ανέκφραστη αγαλλίαση, γιατί υποφέρει για χάρη του Κυρίου.
9. Ο Φανούριος ρίπτεται σ’ ένα λάκκο, για να γίνει βορά άγριων θηρίων κι οι δήμιοί του από πάνω παρακολουθούν να δούνε το τέλος του. Τα θηρία όμως έχουν κυριολεκτικά εξημερωθεί απ’ τη χάρη του Θεού, γι’ αυτό τον περιτριγυρίζουν ήσυχα σαν αρνάκια και απολαμβάνουν θαυμάσια τη συντροφιά του.
10. Οι δήμιοί του δεν ικανοποιούνται απ’ το προηγούμενο αποτέλεσμα κι έτσι τον βγάζουν απ’ τον λάκκο και τον καταπλακώνουν μ’ ένα μεγάλο λίθο, βέβαιοι πια πως θα τον αποτελειώσουν. Τίποτε όμως δεν πετυχαίνουνε κι αυτή τη φορά.
11. Η σκηνή παρουσιάζει τον Άγιο μπροστά σε βωμό, όπου οι δήμιοί του τον προτρέπουν να θυσιάσει, βάζοντας στις παλάμες του αναμμένα κάρβουνα. Ο Φανούριος βγαίνει και απ’ αυτή τη δοκιμασία νικητής και αυτό διακρίνεται από ένα διάβολο, που έχει τη μορφή δράκου, που πετά στον αέρα και κλαίει για την αποτυχία του.
12. Η τελευταία σκηνή είναι το τέλος του μαρτυρίου του, με τον Φανούριο ριγμένο σ’ ένα μεγάλο καμίνι να στέκεται όρθιος πάνω σ’ ένα σκαμνί και να τον περιζώνουν φλόγες και καπνοί. Ο Άγιος φαίνεται να προσεύχεται αδιάκοπα στον Θεό, χωρίς να εκφράζει κανένα παράπονο ή γογγυσμό κι έτσι άκαμπτος κι ανυποχώρητος πέταξε στα ουράνια, γεμάτος ικανοποίηση για όσα βάσανα υπόφερε για χάρη του Κυρίου.
Ο Άγιος Φανούριος λοιπόν ολοφάνερα αποδεικνύεται πως είναι Μεγαλομάρτυρας απ’ τα πολλά και φοβερά μαρτύρια που υπέφερε για την πίστη του στο Θεό.

Kiriakos Diamantopoulos: Προς τα μέλη του ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΗΛΙΩΤΙΣΣΑ


«Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς, αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία, την ουράνιον δόξαν. Ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε».

Λίγες και ασαφείς είναι οι γνώσεις από τη γραπτή παράδοση, για το βίο του Αγίου Φανουρίου (όπως δηλώνει και το συναξάρι του). Φανερώθηκε ξαφνικά, μετά το 1350 στη Ρόδο, μιαν 27η Αυγούστου, οπότε και γιορτάζει από τότε. Η εικόνα του βρέθηκε τυχαία στα ερείπια μιας εκκλησίας. Καθώς οι Τούρκοι επισκεύαζαν τα τείχη της πόλης, οι εργάτες βρήκαν στα χαλάσματα μια παλιά εκκλησία με φθαρμένες εικόνες. Μεταξύ αυτών ήταν και η εικόνα του Αγίου Φανουρίου, που ο τότε Μητροπολίτης του νησιού Νείλος (1355-1369), διάβασε την επιγραφή, ‘Αγιος Φανούριος. Αν και ο ‘Αγιος ήταν άγνωστος μέχρι τότε, ο Μητροπολίτης ανακαίνισε την ερειπωμένη εκκλησία και καθιέρωσε γιορτή την ημέρα εύρεσης της εικόνας. Έτσι η Ρόδος έγινε το κέντρο προσκύνησης του Αγίου, όπου αναφέρονται και πολλά θαύματά του.

Πολύ γρήγορα η λατρεία του Αγίου απλώθηκε στα Δωδεκάνησα, στην Κύπρο, την Κρήτη, Χίο, Λέσβο και σε όλο τον ελληνικό χώρο. Στην Κρήτη σώζονται δύο εικόνες του Αγίου, που φιλοτεχνήθηκαν από τον σπουδαίο εικονογράφο Αγγελο (α΄μισό 15ου αιών.), και βρίσκονται στη Μονή Βροντησίου , πρώην Βαλσαμονέρου (νομός Ηρακλείου), που συνεργάστηκε με τον ηγούμενο της Μονής, και κτήτορα του κλίτους του Αγίου Φανουρίου στη Μονή, Ιωνά Παλαμά.

Ο ‘Αγιος Φανούριος έγινε δημοφιλής από την παρήχηση του ονόματός του προς το ρήμα φαίνω, φανερώνω, δηλ. παρουσιάζω, αποκαλύπτω, ειδικότερα τα χαμένα αντικείμενα, με την επίκληση. Αυτή η ιδιότητα του Αγίου επεκτάθηκε κυρίως από την Κρήτη, λόγω επίκλησής του για την ανεύρεση αιγοπροβάτων, και ζωοκλεφτών. Οι βοσκοί στην Κρήτη τον θεωρούν προστάτη τους και ως φύλακα των ποιμνίων τους. Στην πίστη του λαού έχει συνδεθεί το όνομά του και με την φανέρωση τύχης. Σε μερικά μέρη θεωρείται γιατρός και του πονοκεφάλου.

Ο Άγιος Φανούριος και η φανουρόπιττα

Το αίτημα προς τον Αγιο για την εύρεση χαμένων ή κλεμμένων αντικειμένων συνοδευόταν πάντοτε από τα τάματα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, έχει επικρατήσει ένα μόνο τάμα, το ψήσιμο της φανουρόπιτας, την οποία οι νοικοκυρές συνηθίζουν να μοιράζουν στους φίλους και γείτονες με την ευχή, Ο Θεός να συγχωρέσει τη μάνα του Αγίου Φανουρίου. Αυτό επινοήθηκε από τη λαϊκή φαντασία, λόγω της άγνωστης βιογραφίας του Αγίου, που θεώρησε τη μάνα του αμαρτωλή και τον Αγιο νόθο. Η παράδοση, μάλιστα, τη θέλει πολύ σκληρή και άπονη στους φτωχούς, ώστε δεν μετάνοιωσε για αυτό ούτε στην Κόλαση, παρ’ όλο που ο γιος της προσπάθησε να τη σώσει. Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, η φανουρόπιτα γίνεται και για τη συγχώρεση της αδελφής και του αναδόχου του Αγίου. Η φανουρόπιτα ψήνεται και από ανύπαντρες γυναίκες, για να τους φανερώσει ένα καλό γαμπρό ο ‘Αγιος. Η φανουρόπιττα φτιάχνεται, συνήθως με αλεύρι, νερό, ζάχαρι, κανελλογαρύφαλλα, ξύσμα πορτοκαλιού, χυμό πορτοκαλιού ή λεμονιού, αλάτι , σταφίδες και καρύδια.


Ο ‘Αγιος Φανούριος εικονίζεται πάντοτε να κρατεί ένα κερί αναμμένο, επειδή φανερώνει τα χαμένα αντικείμενα. Σύμφωνα με το συναξάρι του, η αρχέτυπη εικόνα του τον παρουσιάζει να πλαισιώνεται από δώδεκα σκηνές του μαρτυρίου του. Ο εικονογράφος Αγγελος, που έδρασε καλλιτεχνικά στην Κρήτη, μας τον εικονίζει με νεανικό πρόσωπο, στρατιωτική ένδυση (θώρακα με διακοσμητικές χρυσογραφίες, αλυσιδωτό χιτώνα με μακριά μανίκια, ψηλές κάλτσες και περικνημίδες, λόγχη και ασπίδα), κόμμωση με μικρούς βοστρύχους να πέφτουν πίσω στα αυτιά του, ένα χαρακτηριστικό σταυρό και ένα αναμμένο κερί στερεωμένο πάνω του.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός, ότι υπάρχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον ‘Αγιο Γεώργιο. Στην ανωτέρω εικόνα, που φυλάσσεται στο Ναό της Μεγάλης Παναγίας, στην Πάτμο, ο Αγγελος τον εικονίζει να πατά πάνω σε δράκοντα, όπως ο ‘Αγιος Γεώργιος.

Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού (Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος)

by Texnites Vitro