Τὸ χειρουργεῖο τῶν Ἀγγέλων


Τὸ χειρουργεῖο τῶν Ἀγγέλων

Παραμον κλογν, βρίσκομαι στ εροδρόμιο-  ρα τρες μετ τ μεσάνυχτα.

Στς τρες κα μισὴ πάω γι πιβίβαση. Κόσμος πολύς. Στ ταξ μπκε να παλικάρι.

-Καλημέρα! Πειραιά, παρακαλ.

-Λεβέντη μου, στν οραν σ γύρευα, στ γ βρέθηκες!

-Γιατί τ λέτε ατό;

-Καλύτερη διαδρομ δν θ μποροσε ν μο τύχει! Στν Πειραι μένω κα γώ!

-Ά, ραία! Σ πάω στ σπίτι σου, ;

κριβς. Εμαι υπνη δεκαπέντε ρες νομίζω πς χω κι γ δικαίωμα ξεκούρασης κα πνου.

-Δεκαπέντε ρες δηγετε;

χι, δεκαπέντε ρες εμαι μέσα στ ταξί.

ς ντέχεις τόσες ρες; Κα δν φοβσαι τ νύχτα;

ταν χεις δυνατ πίστη στν Θεό, δν φοβσαι τίποτε, νιώθεις σφαλής.

χεις δίκιο, βλέπω κα τς εκόνες σου, κος κα τν σταθμ τς κκλησίας. Τ λόγια σου κπέμπουν σιγουριά. Πράγματι, χεις τν Θε δίπλα σου! Χαίρομαι,ταν κούω κα βλέπω νθρώπους, πο πιστεύουν δυνατά, πως κα σύ. Δν ταν τυχαο πο μπκα στ ταξί σου, ταν θέλημα Θεο. Πιστεύεις στ θαύματα;

-Κα βέβαια πιστεύω.

-Θέλεις ν σο π να θαμα, πο γινε στν…

οκογένειά μου;

 μεγάλη μου χαρά!

ργάζομαι στ σραήλ, στν λληνικ Πρεσβεία Εμαι κοντ στν Πανάγιο Τάφο το Χριστο κα τώρα ρθα, γι ν ψηφίσω.

 μο πες πς σ λένε;

-Νίκο.

ραία! μένα Ράνια.

-Χαίρω πολύ.

-Λοιπόν, Ράνια,  κουνιάδα μου δν μποροσε ν κάνει παιδί. Πγε σ πολλος γιατρος στν Κύπρο, ρθε στν λλάδα, πγε Λονδίνο, γγλία- μως λοι της επαν να μεγάλο χι δν μπορες ν γεννήσεις παιδί. στόσο εχε φτάσει σαράντα τν. Ο προσευχς κα τ τάματα μέτρητα. σπου  καλς Θες τλυπήθηκε. Στ σαράντα της μεινε γκυος. Καταλαβαίνεις τ χαρά μας. Τν προσέχαμε λοι σν ν ταν κάτι πολύτιμο. Μ βήξει, μ φτερνιστε, μν κατέβει μόνη της σκαλιά, τί θ φάει- τν εχαμε μ στάξει κα μ βρέξει! σπου ρθε  ρα ν γεννήσει κα μασταν λοι κοντά της.

Στ σαλόνι πο περιμέναμε ρχεται μία νοσοκόμα μ ναν γγελο στ χέρια. ταν τόσο μορφο μωρό, πο μορφότερο δν εχα ξαναδε γιός μου δν ταν τόσο ραος, ταν μου τν φεραν ν τν δ. Τν πομένη μέρα μως μς ρθε  δυσάρεστη εδηση.  γιατρς κάλεσε τν μπατζανάκη μου στ γραφεο τκα το επε πς τ παιδ γεννήθηκε μ να νεφρ κα π’ ατ τ μισ ταν χαλασμένο. πρεπε ν ρχίσει αμοκάθαρση.  εδηση μς ρθε κεραυνς στκεφάλι!

Τ τρέξαμε που μπορες ν φανταστες, σ’ ποιον γιατρ μς λεγαν, μες τρέχαμε. Πήγαμε στ ξωτερικό, πήγαμε παντο, δν μποροσε ν γίνει τίποτε. Οπροσευχς νύχτα-μέρα δν σταματοσαν. ταν τ παιδ φτασε δύο τν,  κουνιάδα μου εδε να νειρο. Μ μ ρωτήσεις τί. Δν χω καταλάβει καλά. Μοζήτησε ν ρθει στος γίους Τόπους, ν προσκυνήσει. 

Πράγματι ρθε μαζ μ τ παιδί. Τν στειλα μ μία ξεναγ ν προσκυνήσει στν Πανάγιο Τάφο. Τί γινε κεκου τί μου επαν. ταν μπκαν μέσα στνκκλησία, τ μωρ κλαιγε συνέχεια. Τς λέει μία κυρία: «Γιατί κλαίει τσι τ παιδί σας;» -«Εναι ρρωστο», τς πάντησε  κουνιάδα μου. Κα τότε  κυρία τς επε: «-Βάλτε τ παιδ σς πάνω στν Πανάγιο Τάφο κα θ σταματήσει τ κλάμα!» 

 κουνιάδα μου τ ξάπλωσε πάνω στν Πανάγιο Τάφο. μως τ παιδ σφάδαζε στ κλάμα. κείνη στεκόταν σ μαρμαρωμένη, δν μποροσε ν κάνει οτε μπρς οτε πίσω. Τ παιδ εχε ρχίσει ν μελανιάζει* κάποια στιγμ κατάφερε κα τ πρε στν γκαλιά της. μως δν μποροσε ν ναπνεύσει κα τ πγανσπευσμένα στ νοσοκομεο. κε του βαλαν ξυγόνο. Τν δια μέρα φυγε γι τν Κύπρο.

Τν πομένη τ παιδ πρεπε ν πάει γι αμοκάθαρση. κε, στ εροσόλυμα, χω γνωριστε μ ναν καλόγερο σκητή, πο λο μου μιλάει γι θαύματα. τανφυγε  κουνιάδα μου, πγα κα τν συνάντησα κα ρχισε πάλι ν μο μιλάει γι τν Θε κα γι τ θαύματα, σπου ξαφνικ τν κούω ν λέει: «Π, π! Τί χειρουργεο ταν ατό! Τ παιδ σφάδαζε στ κλάμα π τος πόνους!» «-Ποι παιδί, γέροντα;» «-Τ νιψάκι σου, βρέ! μο πάντησε. γγελοι τχειρούργησαν κα το βαλαν δύο γερ νεφρά!!!» « γέροντας τρελάθηκε», επα μέσα μου, «κα λα τ θαύματα πού μου λέει φαντασίες το εναι». ταν σηκώθηκα ν φύγω, μ χτύπησε στν πλάτη κα μο επε: «-ντε, θ κάνεις κα κόρη!»

φυγα λυπημένος, μ τ βεβαιότητα τι  γέροντας εχε χάσει τ μυαλ το κε στν ρημι κα στ μοναξιά του. Μπκα στ ατοκίνητό μου ν πάω στν Πρεσβεία, ταν χτύπησε τ κινητό μου. ταν  γυναίκα μου. Μο μιλοσε κα κλαιγε- δν μποροσα ν καταλάβω τί λεγε, μόνο μία φράση ξεχώρισα: «-Νίκο, τ παιδ μς εναι καλά!» Προσπάθησα ν τν ρεμήσω, γι ν καταλάβω τί μου λέει. Κα μο επε τ δια λόγια του γέροντα: «-Τ παιδ μς χει δύο γερνεφρά!»

παθα σόκ! Γύρισα πίσω κα πγα στν γέροντα. Τ μυαλό μου μπερδεμένο, ο σκέψεις μου τακτες, πετοσαν δ κα κεφτασα στν γέροντα κα γιπρώτη φορ γονάτισα μπροστά του κα το φιλοσα τ χέρια. «-Εσαι γιος!» ψιθύρισα «-Παιδί μου, μν τ ξαναπες ατό. γιος εναι μόνο  Θεός!»

Σ μία βδομάδα μου ρθε  πόμενη εχάριστη εδηση.  γυναίκα μου ταν γκυος. Μ τό: «Νίκο, γάπη μου», πού μου επε, θυμήθηκα τ λόγια του γέροντα. «- Μ πες τίποτα λλο. Εσαι γκυος!» «-Ναί, πο τ ξέρεις;» «-Μο τ επε  καλόγερος,  φίλος μου, κα εναι κοριτσάκι!»

π τ θαμα πο γινε στ νιψάκι μου πίστεψα πολ βαθι στν Θεό. Κανες κα γι τίποτε ατ τν πίστη δ θ τν κλονίσει. ν κάποτε ποφασίσεις νρθεις στ εροσόλυμα, θ χαρ ν ρθεις ν μ βρες, θ μ ζητήσεις στν Πρεσβεία. Θ πες θέλω τ Νίκο τν Πειραιώτη.

στόσο χουμε φτάσει στν Πειραι– γ δν μπορ ν ρθρώσω λέξη, λλ οτε κα ν κατέβω ν βγάλω τ βαλίτσα το Νίκου π τ πρτ-μπαγκζ .

Πηγή: ΒΙΒΛ. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ . ΠΟΡΦΥΡΙΑ ΜΟΝΑΧΗ

Advertisements

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΟ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΟ

Πήγα στον Γέροντα τον Σεπτέμβριο του 1977, ήμερα Δευτέρα, παραμονή του Τιμίου Σταυρού. Χτύπησα την πόρτα πολύ πρωΐ, ο Γέροντας μου άνοιξε. Ήταν πολύ χαρούμενος και ευδιάθετος. «Α, ευτυχώς πού ήρθες διάκο», μου λέγει, «και έχω πανήγυρη αύριο. Θάρθουν ψάλτες, παρήγγειλα ροφό και έλειπε ένας διάκος. Ήρθες εσύ, εντάξει η πανήγυρη». «Έλεγε και άλλα τέτοια αστεία. Ύστερα μου είπε: «Θα μείνης εδώ απόψε».
»Ήξερα ότι ο Γέροντας δεν κρατούσε κανέναν τη νύχτα μαζί του. Μόλις μου το είπε πέταξα από την χαρά μου.
»Πήγαμε στο Εκκλησάκι, με έβαλε και τακτοποίησα την Αγία Τράπεζα, ξεσκόνισα, σκούπισα τον διάδρομο, έκανα διάφορες δουλειές. Μέσα μου αισθανόμουν πολύ μεγάλη χαρά. Το μεσημέρι πήγαμε να φάμε. Έκανε τσάϊ, έφερε παξιμάδι και έβγαλε άγρια λάχανα από τον κήπο του.
»Μου έκανε εντύπωση όταν κάναμε την προσευχή. Ο Γέροντας είπε το «Πάτερ ημών…» σήκωσε τα χέρια του και το είπε με τόσο πόθο και τόσην ευλάβεια πού ήταν σαν να μιλούσε πραγματικά με τον Θεό.
»Μετά με πήγε στο Κελλί και ξεκουράστηκα καμμιά ώρα. Ύστερα κάναμε τον μικρό Εσπερινό με κομποσχοίνι.
»Όταν τελειώσαμε μου είπε ο Γέροντας: «Κοίταξε, διάκο, τώρα θα κάνουμε αγρυπνία με κομποσχοίνι και το πρωΐ θα΄ρθεί ο παπάς να μας λειτουργήση. Ξέρεις να κάνης κομποσχοίνι; Θα σου πώ τί θα κάνεις», και μου έδωσε ένα πρόγραμμα. Ήταν ένα σοφό πρόγραμμα για να μην νυστάξω την νύχτα. Μου είπε να κάνω ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έπειτα να κάνω ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στήν Παναγία. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Χριστό για τους ζώντες. Ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στην Παναγία για τους ζώντες. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Χριστό για τους κεκοιμημένους. Ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στην Παναγία για τους κεκοιμημένους. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Τίμιο Σταυρό και μετά ένα τριακοσάρι «δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι». Πρώτη φορά άκουγα ότι γινόταν αυτό το πράγμα. Μου εξήγησε: «Αυτό το κομποσχοίνι είναι δοξολογία. Θα τα τελειώνεις και θ’ αρχίζεις από την αρχή».
»Μου είπε, «αν ακούσης κανένα θόρυβο, μην τρομάξης. Κυκλοφορούν εδώ αγριογούρουνα, τσακάλια κ.ά.». Με έβαλε στο μικρό Αρχονταρίκι του και είπε ότι κοντά στα μεσάνυχτα θα με φωνάξει να πάμε στην Εκκλησία να διαβάσουμε την θεία Μετάληψη.
»Άκουγα τον Γέροντα κατά διαστήματα ν’ αναστενάζη βαθειά. Κάπου-κάπου χτυπούσε τον τοίχο και ρωτούσε: «Ε, διάκο, κοιμάσαι; Είσαι καλά;»
»Στις μία παρά, περασμένα μεσάνυχτα πήγαμε στο Εκκλησάκι. Με έβαλε στο μοναδικό στασίδι πού υπήρχε, και μου έδωσε ένα κερί να διαβάσω την Θεία Μετάληψη. Αυτός στεκόταν δίπλα μου, στ’ αριστερά και άρχισε να λέη τους στίχους: «Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι». Κάθε φορά πού έλεγε τον στίχο έκανε τον σταυρό του και έσκυβε μέχρι κάτω.
»Όταν φθάσαμε στο τροπάριο «Μαρία Μήτηρ Θεού…», θυμάμαι ότι τόσο μόνο διάβασα, μετά το «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», πού είπε ο Γέροντας, αισθάνθηκα ένα πράγμα… δεν ξέρω, δεν μπορώ να το εκφράσω και σταμάτησα. Άρχισε τότε να κουνιέται το καντήλι της Παναγίας, όχι απότομα, αλλά σταθερά διέγραφε μια κίνηση όσο είναι το πλάτος της εικόνος και όλο το Εκκλησάκι πλημμύρισε από φως. “Εβλεπα χωρίς την λαμπάδα και σκέφθηκα προς στιγμήν να την σβήσω.
»Γύρισα προς τον Γέροντα. Τον είδα να εχη τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος και σκυμμένον μέχρι κάτω. Κατάλαβε ότι ήθελα να τον ρωτήσω και μου έκανε νόημα να μην μιλήσω. Έμεινα στο στασίδι και ο Γέροντας σκυφτός δίπλα μου. Αισθανόμουν τόση αγάπη και ευλάβεια προς τον Γέροντα και ένιωθα ότι βρισκόμουν στον παράδεισο.
»Μείναμε σ΄αυτήν την κατάσταση μισή, μια ώρα, δεν μπόρεσα ακριβώς να καταλάβω. Δεν ήξερα τί να κάνω. Ασυναίσθητα συνέχισα να διαβάζω από μόνος μου την Μετάληψη και όταν έφθασα στην ευχή «Από ρυπαρών χειλέων…», σιγά-σιγά έσβησε το φως πρώτα και μετά σταμάτησε να κουνιέται το καντήλι. Τελειώσαμε την Μετάληψη και βγήκαμε έξω στον διάδρομο. Με έβαλε να καθήσω σ’ ένα σκαμνάκι και αυτός κάθησε σ’ ένα μπαουλάκι σιωπηλός. Μετά από ώρα, τον ρώτησα:
-Γέροντα, τί ήταν αυτό το πράγμα;
-Ποιό πράγμα;
-Το καντήλι. Πώς κουνιόταν το καντήλι τόση ώρα;
-Τί είδες;
-Κουνιόταν το καντήλι της Παναγίας δεξιά-άριστερά.
-Μόνο αυτό είδες;
-Και φως.
-Άλλο;
-Δεν είδα άλλο τίποτε. (Ο Γέροντας για να ρωτάη τί άλλο είδα, φαίνεται ότι είδε κάτι παραπάνω).
-Καλά, δεν ήταν τίποτε.
-Πώς δεν ήταν τίποτε, Γέροντα; Κουνιόταν το καντήλι και είχε φως!
-Ε, δεν άκουσες πού γράφουν τα βιβλία, ότι η Παναγία γυρνάει όλα τα Κελλιά των μοναχών και βλέπει τί κάνουν; Ε, πέρασε και από δώ και είδε δυο παλαβούς και είπε να μας χαιρετίση και κούνησε το καντήλι της.
»Ύστερα από μόνος του άρχισε να μου διηγήται διάφορες εμπειρίες του. Μου ανέφερε πώς είδε την αγία Ευφημία, και πολλά άλλα. Είχε αλλάξει όλη η διάθεση του. Μέχρι το πρωί μου μιλούσε πνευματικά. Μου τόνισε: «Σου τα λέω αυτά, διάκο, από αγάπη για να σε βοηθήσω, όχι να νομίσης ότι είμαι κάτι».
»Στις 5.30′ ήρθε ο παπάς και ο Γέροντας ήθελε να λειτουργήσω, αλλά εγώ δεν είχα διακονικά άμφια. Μου έφερε ένα στιχάρι παλαιό, έφερε ένα πετραχήλι, το έκανε οράριο και το έπιασε με παραμάνα, βρήκε κάτι επιμάνικα, μου τα τύλιξε στα χέρια. Ήμουν σαν παλιάτσος, αλλά ήταν η ωραιότερη Λειτουργία της ζωής μου. Ήμασταν μόνο οί τρεις μας.
»Με κράτησε μαζί του μέχρι το Σάββατο. Με έστειλε μια φορά στο Μπουραζέρι, να δώ τους πατριώτες μου και να μείνω το μεσημέρι για να φάω. Και άλλη μια φορά με έστειλε στην Σταυρονικήτα πάλι για να φάω, γιατί στο Κελλί του είχε μόνο τσάι και παξιμάδι».
Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 256-261. Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος, 2004. 
Στη φωτογραφία: Οι Γέροντες Ιωσήφ Βατοπαιδινός και Παϊσιος, με τον νυν Μητροπολίτη Λεμεσού και αγιορείτη μοναχό τότε δεξιά.

ΠΕΡΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ ΣΧΕΤΙΚΑ….


Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ κάποιας επαρχίας έπεσε μια φορά σε μεγάλη αμαρτία.
Την άλλη μέρα ήταν γιορτή κι επρόκειτο να λειτουργήση σε μιάν εκκλησία, που πανηγύριζε και που πήγαινε συνήθως ολόκληρη η πόλις.

Μόλις μπήκε στην εκκλησία ο Επίσκοπος, ανέβηκε στον άμβωνα, φανέρωσε μπροστά στο πλήθος την αμαρτία του, έβγαλε το ωμοφόριο του, το έδωσε στο Διάκονο του, και είπε με πολλή συντριβή δυνατά για ν’ ακουστή απ’ όλους:

– Ύστερα από τέτοια αμαρτία, δεν μπορώ να είμαι πια Επίσκοπος σας. Διαλέξτε κάποιον άξιο.

– Έκανε να φύγη, ο κόσμος όμως, που τον αγαπούσε, τον εμπόδισε.

– Μείνε στη θέσι σου κι ας είναι επάνω μας η αμαρτία σου, φώναξαν όλοι με μια φωνή.

Συγκινημένος ο Επίσκοπος από την αγάπη του λαού, ανέβηκε πάλι στον άμβωνα και φώναξε:

– Αν θέλετε να μείνω στη θέσι, που ανάξια κατέχω, θα κάνετε ότι σας ειπώ.

Πρόσταξε να κλειστούν αμέσως οι πόρτες της εκκλησίας και να μείνη μόνο μια μικρή έξοδος. Έπεσε κατάχαμα μπροστά σ’ αυτή και είπε δυνατά στο εκκλησίασμα για να τον ακούσουν όλοι:

– Δεν θα έχη μέρος με τον Θεό όποιος δεν με πατήση, προτού βγη από εδώ.

Οι χριστιανοί, για να μη χάσουν τον Επίσκοπο τους, υπήκουσαν. Ένας-ένας, που έβγαινε, πατούσε από πάνω του. Όταν πέρασε και ο τελευταίος, ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να λέγη:

– Για τη μεγάλη του ταπείνωσι, συγχωρήθηκε η αμαρτία του.

***

ΕΙΔΑ κάποτε, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, απλωμένες στη γη όλες τις παγίδες του διαβόλου και τρόμαξα.

– Ποιός τάχα μπορεί να τις ξεφύγη; Έλεγα στενάζοντας. Άκουσα τότε μυστηριώδη φωνή να μου αποκρίνεται:

– Ο ταπεινόφρων.

***

ΝΕΟΣ Μοναχός ακόμη ο Αββάς Ποιμήν, ζήτησε να μάθη από τον Μέγα Αντώνιο τί έπρεπε να κάνη για να βρη τη σωτηρία του:

– Να παραδέχεσαι τα σφάλματα σου, με συντριμμένη καρδιά, του αποκρίθηκε ο Πατήρ των Πατέρων, και να ταπεινώνεσαι μπροστά στον Θεό. Να υπομένης επίσης καρτερικά τους πειρασμούς, που σου συμβαίνουν, και να είσαι βέβαιος πως θα σωθής.

***

ΒΡΗΚΑΝ κάποτε τον Όσιο Αρσένιο μεγάλοι πειρασμοί. Μια μέρα τον άκουσαν οι Αδελφοί να προσεύχεται μ’ αυτά τα λόγια:

– Θεέ μου, τολμώ ο ανάξιος να Σε παρακαλέσω να μη μ’ αφήσης μόνο σε τόση θλίψι. Αναγνωρίζω πως δεν έχω κάνει στη ζωή μου τίποτε που να Σε έχει ευχαριστήσει, αλλά η άπειρη ευσπλαχνία Σου μπορεί να με βοηθήσει να βάλω αρχή.

***

ΕΝΑΣ φιλόπονος νέος περπατούσε νηστικός στην έρημο αρκετές ημέρες για να συναντήση τον Αββά Αμμώη να τον συμβουλευθή. Ο Γέροντας τον κράτησε κοντά του μία ολόκληρη βδομάδα, αλλά δεν του είπε τίποτε στο διάστημα αυτό. Όταν πια ο νεός ετοιμάστηκε να φύγη, τον συνώδεψε ως την πόρτα ο αγαθός Αββάς και τότε του είπε αυτά τα λόγια:

Οι αμαρτίες μου, παιδί μου, έχουν γίνει ψηλό τείχος που με χωρίζει από τον Θεόν.

Ο ευσεβής νέος ευχαρίστησε τον άγιο Γέροντα κι’ έφυγε ωφελημένος από τη μεγάλη του ταπείνωσι.

ΤΟ «ΣΟΚ» ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΦΟΙΤΗΤΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


ΤΟ «ΣΟΚ» ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΦΟΙΤΗΤΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Του Μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου

15

Πριν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Με πολλή διστακτικότητα, άλλα και με την ένταση του απαιτητικού αναζητητή, μού δήλωσε ότι είναι άθεος, που όμως θα ήθελε πολύ να πιστέψει, άλλα δεν μπορούσε. Χρόνια προσπαθούσε και αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα..

Συνομίλησε με καθηγητές και μορφωμένους. Άλλα δεν ικανοποιήθηκε η δίψα του για κάτι σοβαρό. Άκουσε για μένα και αποφάσισε να μοιρασθεί μαζί μου την υπαρξιακή ανάγκη του. Μού ζήτησε μια επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.

-Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις; τον ρώτησα.
-Δυστυχώς όχι, μού άπαντα. Είμαι της Φιλοσοφικής.
-Κρίμα! διότι ήξερα μία τέτοια απόδειξη, είπα εμφανώς αστειευόμενος.
Ένιωσε αμήχανα και κάπου σιώπησε για λίγο.
-Κοίταξε, του λέω. Συγγνώμη που σε πείραξα λιγάκι. Άλλα ο Θεός δεν είναι εξίσωση, ούτε μαθηματική απόδειξη. Αν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θα τον πίστευαν. Να ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στο Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανέναν ασκητή;
-Όχι, πάτερ, αλλά σκέπτομαι να πάω, έχω ακούσει τόσα. πολλά.. Αν μού πείτε, μπορώ να πάω και αύριο.

Ξέρετε κανέναν μορφωμένο να πάω να τον συναντήσω;
-Τι προτιμάς; Μορφωμένο που μπορεί να σε ζαλίσει ή άγιο που μπορεί να σε ξυπνήσει;
-Προτιμώ τον μορφωμένο. Τους φοβάμαι τους αγίους.
-Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς. Για δοκίμασε με κανέναν άγιο. Πώς σε λένε; ρωτώ.
-Γαβριήλ, μου άπαντα.

Τον έστειλα σε έναν ασκητή. Του περιέγραψα τον τρόπο προσβάσεως και του έδωσα τις δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα. Θα πας, του είπα, και θα ρωτήσεις το ίδιο πράγμα. Είμαι άθεος, θα του πεις, και θέλω να πιστεύσω.
Θέλω μια απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.

-Φοβάμαι, ντρέπομαι, μου άπαντα.
-Γιατί ντρέπεσαι και φοβάσαι τον άγιο και δεν ντρέπεσαι και φοβάσαι έμενα; ρωτώ. Πήγαινε απλά και ζήτα το ίδιο πράγμα.
Σε λίγες μέρες, πήγε και βρήκε τον ασκητή να συζητάει με κάποιον νέο στην αυλή του. Στην απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σε κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γαβριήλ βρήκε δειλά την θέση του. Δεν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά και η συνομιλία του Γέροντα με τον νεαρό τελείωσε.

-Τι γίνεστε, παιδιά; ρωτάει. Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιει λίγο νεράκι;
-Ευχαριστούμε, Γέροντα, απήντησαν, με συμβατική κοσμική ευγένεια.
-Έλα εδώ, λέει απευθυνόμενος στον Γαβριήλ, ξεχωρίζοντας τον από τους υπόλοιπους. Θα φέρω εγώ το νερό, πάρε εσύ το κουτί αυτό με τα λουκούμια. και έλα πιο κοντά να σού πω ένα μυστικό: Καλά να είναι κανείς άθεος, άλλα να έχει όνομα αγγέλου και να είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μου συμβαίνει.

Ο φίλος μας κόντεψε να πάθει έμφραγμα από τον αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό.
Πού εγνώρισε το όνομα του; Ποιος του αποκάλυψε το πρόβλημα του; Τι, τελικά, ήθελε να του πει ο γέροντας;
-Πάτερ, μπορώ να σας μιλήσω λίγο; Μόλις που μπόρεσε να ψελλίσει.
-Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε το λουκούμι, πιες και λίγο νεράκι και πήγαινε στο πιο κοντινό μοναστήρι να διανυκτερεύσεις.
-Πάτερ μου, θέλω να μιλήσουμε, δεν γίνεται;
-Τι να πούμε, ρε παλικάρι; Για ποιόν λόγο ήλθες;

Στο ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως να ανοίγει η αναπνοή μου, αφηγείται. Η καρδιά μου να πλημμυρίζει από πίστη. Ο μέσα μου κόσμος να θερμαίνεται. Οι απορίες να λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς την ύπαρξη μιας ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τα αν, τα γιατί, τα μήπως και έμεινε μόνον το πώς και το Τι από δω κι εμπρός.

Ότι δεν του έδωσε η σκέψη των μορφωμένων, του το χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός άγιου, αποφοίτου μόλις της τέταρτης τάξης του δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σού κάνουν την εγχείρηση χωρίς αναισθησία και δεν πονάς. Σου κάνουν την μεταμόσχευση χωρίς να σού ανοίξουν την κοιλιά. Σε ανεβάζουν σε δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τις σκάλες της κοσμικής λογικής. Σου φυτεύουν την πίστη στην καρδιά, χωρίς να σού κουράσουν το μυαλό.

Πηγή: agioritikovima.gr

πόσο καθαρά είναι τα «τζάμια μας»;


Κάποτε ήταν ένα νέο ζευγάρι που μετακόμισε σε καινούργια γειτονιά. Καθώς έτρωγαν το πρώτο τους πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της.
«Ά, τα ρούχα δεν είναι και πολύ καθαρά», σχολίασε, «η γειτόνισσα δεν ξέρει να πλένει καλά. Μάλλον χρειάζεται να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι».
Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα αλλά δε είπε τίποτα.
Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα της, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια. Ένα μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη, όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει η γειτόνισσα ήταν πιο καθαρά και είπε στον άντρα της :
«Για δες! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους να πλένει! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε».
«Ξέρεις ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας!» γύρισε και της είπε ο άντρας της.
(Έτσι συμβαίνει και στη ζωή. Ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους εξαρτάται από το πόσο καθαρά είναι τα «τζάμια μας»).

Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΝ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ


Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΝ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ’ ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού. Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται ετά της καρδίας δια της  ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας. Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν. Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)». Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς  ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή? οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».

Η τεχνητή μέθοδος δύναται να βοηθήση τον αρχάριον να ανεύρη τον τόπον, όπου οφείλει να σταθή η προσοχή του νοός κατά την προσευχήν και εν γένει εν παντί καιρώ. Εν τούτοις η πραγματική προσευχή δεν επιτυγχάνεται δια του τρόπου αυτού. Αύτη έρχεται ουχί άλλως, ει μη δια της πίστεως και της μετανοίας, αίτινες είναι η μόνη βάσις δι’αυτήν. Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής, ως κατέδειξεν η μακρά πείρα, έγκειται εις το ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οίτινες αποδίδουν καθ’υπερβολήν μεγάλην σημασίαν εις την μέθοδον καθ’εαυτήν. Προς αποφυγήν της επιβλαβούς παραμορφώσεως της πνευματικής ζωής του προσευχομένου συνιστάται από παλιών χρόνων εις τιυς αρχαρίους ασκητάς ΄σλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλ’ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιμώτερος και δη: να συγκεντρούται η προσοχή εις το Όνομα του Ιησού Χριστού και εις τους λόγους της ευχής. Όταν η συντριβή δια τας αμαρτίας φθάση εις ωρισμένον βαθμόν, τότε ο νους φυσικώ τω τρόπω ενούται μετά της καρδίας.

Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εις τους αρχαρίους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Εις το πρώτον μέρος της προσευχής ομολογούμεν τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ημών σωτηρίαν. Εις το δεύτερον μέρος εν μετανοία αναγνωρίζομεν την πτώσιν ημών, την αμαρτωλότητα και την λύτρωσιν ημών. Ο συνδυασμός της δογματικής ομολογίας με΄τα της μετανοίας απεργάζεται την προσευχήν πληρεστέραν κατά το θετικόν αυτής περιεχόμενον. Είναι δυνατόν να καθορίσωμεν στάδια τινα εν τη αναπτύξει της προσευχής ταύτης:

Πρώτον, είναι η προφορική. Λέγομεν την προσευχήν δια των χειλέων, ενώ προσπαθούμεν να  συγκεκντρώσωμεν την προσοχήν ημών εις το Όνομα και τας λέξεις.
Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούμεν πλέον τα χείλη, αλλά προφέρομεν το όνομα του Ιησού Χριστού και το λοιπόν περιεχόμενον της προσευχής νοερώς.
Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδία ενούνται κατά την ενέργεια αυτών? η προσοχή περικλείεται εντός της καρδίας και εκεί προφέρεται η ευχή.
Τέταρτον, αυτενεργουμένη. Η προσευχή στερεούται εν τη καρδία, και άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας της θελήσεως προφέρεται αφ’ εαυτής εντός της καρδίας, ελκύουσα προς τα εκεί την προσοχήν του νοός.
Πέμπτον, χαρισματική. Η προσευχή ενεργεί ως  τρυφερά φλοξ εντός ημών, ως έμπνευσις Άνωθεν, γλυκαίνουσα την καρδίαν δια της αισθήσεως της αγάπης του Θεού και αρπάζουσα τον νου εις πνευματικάς θεωρίας. Ενίοτε συνοδεύεται μετά της οράσεως του Φωτός.

Η βαθμιαία ανάβασις εν τη προσευ΄χη είναι η πλέον αξιόπιστος. Εις τον εισερχόμενον εις το στάδιον του αγώνος δια την προσευχήν επιμόνως προτείνεται να αρχίζη δια της προφορικής προσευχής, εώς ότου αύτη αφομοιωθή υπό του σώματος, της γλώσσης, της καρδίας και της διανοίας αυτού. Η διάρκεια της περιόδου ταύτης διαφέρει εις έκαστον. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια, τοσούτον συντομωτέρα η οδός.

Η άσκησις της νοεράς προσευχής δύναται προς καιρόν να συνδέηται μετά της ψυχοσωματικής μεθόδου, τουτέστι να φέρη χαρακτήρα ρυθμικής ή αρρύθμου προφοράς της ευχής δια του νοερού μέσου της εισπνοής κατά το πρώτον μέρος και της εκπνοής κατά το δεύτερον, καθώς περιεγράφη ανωτέρω. Η τοιαύτη εργασία δύναται να είναι ωφέλιμος, εάν έχωμεν πάντοτε κατά νουν ότι εκάστη επίκλησις του Ονόματος του Χριστού πρέπει να συνδέηται αδιαστάτως μετ’Αυτού, του Προσώπου του Χριστού-Θεού. Αλλέως η προσευχή μετατρέπεται ειςτεχνητόν γύμνασμα και καταλήφει εις αμαρτίαν εναντίον της εντολής: «Ου λήψει το Όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω»(Εξ. 20,7 και Δευτ. 5,11).

Όταν η προσοχή του νοός στερεούται εν τη καρδία, τότε είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος των τελουμένων εντός της καρδίας, η δε πάλη προς τα πάθη διεξάγεται μετά συνέσεως. Ο ευχόμενος βλέπει τους εχθρούς προσεγγίζοντας εκ των έξω και δύναται να εκδιώξη αυτούς δια της δυνάμεως του Ονόματος του Χριστού. Δια της ασκήσεως ταύτης η καρδία λεπτύνεται και γίνεται διορατική: Διαισθάνεται την κατάστασιν του προσώπου εκείνου, περί του οποίου προσφέρεται δέησις. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τελείται η μετάβασις εκ της νοεράς προσευχής εις την νοεράν-καρδιακήν, μετά την οποίαν δίδεται η αυτενεργούμενη προσευχή.

Αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν ενώπιον του Θεού εν τη ενότητι και ολότητι της υπάρξεως ημών. Η εν φόβω Θεού επίκλησις του Ονόματος του Σωτήρος συνδεομένη μετά της ακαταπαύστου προσπαθείας τηρήσεως των εντολών , οδηγεί βαθμηδόν εις την μακαρίαν ενότητα όλων των δυνάμεων ημών, των πρότερον εξησθενημένων εκ της Πτώσεως. Κατά τον θαυμαστόν, αλλά δύσκολον και οδυνηρόν αυτόν αγώνα ουδέποτε πρέπει να βιαζώμεθα. Είναι σημαντικόν να αποβάλωμεν τον λογισμόν, όστις εισηγείται εις ημάς την επιτυχίαν του μεγίστου εις τον βραχύτερον δυνατόν χρόνον. Ο Θεός  δεν βιάζεται την θέλησιν ημών, αλλ’ ούτε εις Αυτόν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν δια της βίας να πράξη ο,τιδήποτε. Τα επιτυγχανόμενα δια της βίας της θελήσεως μέσω της ψυχοσωματικής μεθόδου δεν διατηρούνται επί μακρόν, και το κυριώτερον, δεν οδηγούν εις την ένωσιν του πνέυματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού.

Εν ταις συνθήκαις του συγχρόνου κόσμου η προσευχή απαιτεί υπέράθρωπον ανδρείαν, διότι εις αυτήν ανθίσταται το σύνολον των κοσμικών ενεργειών. Διαμονή εν απερισπάστω προσευχή  σημαίνει νίκην εφ’ όλων των επιπέδων της φυσικής υπάρξεως. Η οδός αύτη είναι μακράκαι ακανθώδης, αλλ’ έρχεται στιγμή κατά την οποίαν ακτίς του Θείου Φωτός διαπερά το πυκνόν σκότος και δημιουργεί ενώπιον ημών ρωγμήν, δια μέσου της οποίας βλέπομεν την Πηγήν του Φωτός τούτου. Τότε η προσευχή του Ιησού λαμβάνει κοσμικάς και υπερκοσμίους διαστάσεις.

«Γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν? η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσεβεία προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος? εις τούτο γαρ και κοπιώμεν… ότι ηλπίκαμενεπί Θεώ ζώντι, Ος εστί Σωτήρ πάντων ανθρώπων… Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε» ( Α’ Τιμ. 4,7-11). Η τήρησις της διδαχής ταύτης του Αποστόλου αποτελεί την πιστοτέραν οδόν προς τον Αναζητούμενον. Είναι αδύνατον να διανοηθώμεν ότι δια τεχνητών μέσων αποκτάται η θέωσις. Πιστεύομεν ότι ο Θεός ήλθεν εις την γην, απεκάλυψε το μυστήριον της αμαρτίας και έδωκεν εις ημ’ας την χάριν της μετανοίας, ημείς δε προσευχόμεθα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», επ’ ελπίδι της συγχωρήσεως και της καταλλαγής εν τω Ονόματι Αυτού. Τους λόγους «ελέησόν με τον αμαρτωλόν» δεν εγκαταλείπομεν καθ’ όλην την ζωήν ημών. Η τελεία νίκη επί της αμαρτίας είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ανοικήσεως εν ημίν του Ιδίου του Θεού. Τούτο αποτελεί την θέωσιν ημών, ένεκα της οποίας καθίσταται δυνατή η άμεσος θεωρία του Θεού «καθώς εστί». Το πλήρωμα της χριστιανικής τελιότητος είναι ακατόρθωτον εν τοις ορίοις της γης. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε? ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. 1,18). Ο ίδιος δε διαβεβαιοί ημάς ότι εν τω μέλλοντι αιώνι θα συντελεσθή η θέωσις ημών, διότι «οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί» (Α’ Ιωαν. 3,2). «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην… αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί… πας ο εν Αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει? πας ο αμαρτάνων ουχ  εώρακεν Αυτόν ουδέ έγνωκεν Αυτόν» (Α’ Ιωαν. 3,3 και 6). Είναι ωφέλιμον να διαποτισθώμεν υπό του περιεχομένου αυτής της Επιστολής, ίνα η επίκλησης του Ονόματος του Ιησού γένηται ενεργός, σωτήριος, ίνα «μεταβώμεν» εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Α’ Ιωαν. 3,14) και λάβωμεν «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49).

Εν εκ των πλέον θαυμασίων βιβλίων των ασκητών Πατέρων είναι η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Αναγινώσκεται υπό των αρχαρίων μοναχών, αλλά χρησιμεύει και ως αυθεντικόν κριτήριον δια τους τελείους. (Είναι ίσως περιττόν να είπωμεν ότι η τελειότης επί της γης ουδέποτε είναι πλήρης). Παρόμοιόν τι δυνάμεθα να διαπίστώσωμεν και εις ό,τι αφορά εις την προσευχήν του Ιησού. Δι’ αυτής προσεύχονται κατά την διάρκειαν πάσης εργασίας απλοί και ευσεβείς άνθρωποι? δι’ αυτής αντικαθίστανται αι εκκλησιαστικαί ακολουθίαι? αυτήν «νοερώς»προφέρουν οι μοναχοί , ευρισκόμενοι εν τω ναώ κατά τον χρόνον των ακολουθιών? αύτη συνιστά ωσαύτως το κατ’ εξοχήν έργον των μοναχών εν τοις κελλίοις και των ερημιτών-ησυχαστών.

Η εργασία της προσευχής ταύτης συνδέεται στενώτατα μετά της θεολογίας του Θείου Ονόματος. Έχει αύτη βαθείας δογματικάς ρίζας, ως και όλη η ασκητική ζωή των ορθοδόξων: Συμβολίζει αρμονικώς μετά της δογματικής συνειδήσεως. Η προσευχή εις τινας των μορφών αυτής γίνεται αληθώς πυρ καταναλίσκον τα πάθη (βλ. Εβρ. 12,29). Εν αυτή περικλείεται Θεία δύναμις, ήτις ανιστά τους νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας. Είναι φως, όπερ λαμπρύνει τον νουν και μεταδίδει εις αυτόν την ικανότητα της διακρίσεως δυνάμεων αίτινες ενεργούν «εν τω κόσμω»? παρέχει ωσαύτως την δυνατότητα της υεωρίας των τελουμένων εντός του νου και της καρδίας ημών: «Διικνουμένη (αύτη) άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (πρβλ. Εβρ. 4,12).

Η ευλαβής άσκησις της προσευχής τταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών εναντιουμένων ενεργειών κεκρυμένων εν τη ατμοσφαίρα. Προσφερομένη εν τη καταστάσει βαθείας μετανοίας διεισδύει εις τον χώρον, όστις κείται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α’ Κορ. 1,19). Εις τας πλέον εντατικάς εκδηλώσεις αυτής απαιτεί αύτη ή μεγάλην πείραν ή καθοδήγητήν. Είναι απαραίτητος εις όλους ανεξειρέτως τους ασκούντας αυτήν η νημτική περίσκεψις, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή εις παν επερχόμενον επ’ αυτούς. Τότε γίνεται αύτη δύναμις, ήτις συνάπτει το πνεύμα ημών προς το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθησιν της ζώσης παρουσίας της αιωνιότητος εντός ημών, έχουσα ήδη οδηγήσει ημάς δια μέσου αβύσσων σκότους εν ημίν κεκρυμένων.

Η προσευχή αύτη είναι μέγα δώρον του ουρανού προς τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα.

Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (ίνα μη είπω η άσκησις) εν τη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτόν να παραβάλω ταύτην προς την φυσικήν ζωήν του κόσμου ημών και να φέρω παραδείγματα  εκ των γνωστών εις ημάς γεγονότων της συγχρόνου επικαιρότητος. Οι αθληταί, προετοιμαζόμενοι δια τους προκειμένους εις αυτούς αγώνας, επαναλαμβάνουν επί μακρόν τας αυτάς ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά την στιγμήν της διεξαγωγής αυτών ταχέως και μετά βεβαιότητος, και τρόπον τινά μηχανικώς, πάσας τας κινήσεις, τας οποίας ήδη καλώς αφωμοίωσαν. Εκ του αριθμού των ασκήσεων εξαρτάται και η ποιότης της αποδόσεως. Ιδού, θα διηγηθώ εισέτι γεγονός, όπερ συνέβη εις κύκλον γνωστών εις εμέ προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω επί του προκειμένου εκείνα, άτινα ήκουσα εξ ενός εκ των πλησιεστέρων ανθρώπων προς τα πρόσωπα εις τα οποία αναφέρονται.

Εις ευρωπαικήν τινα πόλιν δύο αδελφοί ανυμφεύθησαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέας. Η μία εξ αυτών ήτο ιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρος. Η άλλη ήτο ωραιοτέρα, δραστήριος, ευγενής αλλ’ ουχί καθ’ υπερβολήν ευφυής. Ότε επλησίαζεν ο καιρός του τοκετού δι’ αμφοτέρας, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρίαν ακολουθούσαι την προς τινός εμφανισθείσαν μέθοδον του «ανωδύνου τοκετού». Η πρώτη, η ιατρός, ταχέως κατενόησεν όλον τον μηχανισμόν της πράξεως ταύτης και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθωρισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τας ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατενόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφήρμοζε τα γνώσεις αυτής. Η άλλη δεν εγνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε διετίθετο να ασχοληθή μετά της υεωρητικής πλευράς της μεθόδου ταύτης, αλλά παρεδόθη απλώς μετά ζήλου εις την επανάληψιν του προδιαγεγραμμένου συμπλέγματος κινήσεων του σώματος. Αφομοιώσασα δε ταύτας επαρκώς, ότε έφθασεν η στιγμή, απήλθε δια το προκείμενον εγχείρημα. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμήν του τοκετού εκ των πρώτων ήδη ωδινών δεν ενεθυμήθη τας θεωρίας και έτεκε μετά μεγάλης δυσκολίας, «εν λύπαις» (Γεν. 3,16)? η δε άλλη έτεκεν άνευ πόνωνκαι σχεδόν άνευ δυσκολίας.

Ούτω θα συμβή και εις ημάς. Ο σύγχρονος και πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εις θέσιν να εννοήση τον «μηχανισμόν» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθή δύο ή τρεις  εβδομάδας μετά τινός ζήλου, να αναγνώση ολίγα βιβλία, και ιδού, ο ίδιος δύναται ήδη εις τα γεγραμμένα βιβλία να προσθέση και το ίδιον αυτού. Κατά την ώραν όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασις ημών υποβάλληται εις βιαίαν διάσπασιν, όταν ο νους θολούται και η καρδία αισθάνηται ισχυρούς πόνους ή εξασθένησιν, τότε πάσαι αι θεωρητικαί ημών γνώσεις εκλείπουν και η προσευχή δύναται να απολεσθή.

Είναι αναγκαίον να προσευχώμεθα επί έτη. Να αναγινώσκωμεν ολίγον, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον άπτεται της προσευχής και συνεργεί, κατά το περιεχόμενον αυτού, εις την ενίσχυσιν της έλξεως προς προσευχήν μετανοίας δια της εσωτερικής φυλακής του νοός. Εκ της μακροχρονίου επαναλήψεως η προσευχή γίνεται φύσις της υπάρξεως ημών, φυσική αντίδρασις εις παν φαινόμενον εν τη   πνευματική σφαίρα, είτε τούτο είναι φως, είτε σκότος, είτε εμφάνισις αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη – εν ενί λόγω, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει.

Μετά τοιαύτης προσευχής η γέννησις ημών δια την ουράνιον ζωήν δύναται όντως να αποβή ανώδυνος.

Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, ήτις αποκαλύπτει εις ημάς τα έσχατα βάθη του ανάρχου Όντος, είναι σύντομος, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξιν εις πλάτος. Η δια του Χριστού φανερωθείσα τελειότης είναι αέφικτος εν τοις ορίοις της γης? το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους διέρχεται ο ασκών την προσευχήν ταύτην, είναι απερίγραπτον. Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί κατά παράδοξον τρόπον το πνεύμα του ανθρώπου εις συνάντησιν μετά των κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω» δυνάμεων. Η δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή προκαλεί εναντίον αυτής επίθεσιν εκ μέρους των κοσμικών δυνάμεων, κάλλιον δ’ ειπείν, την πάλην μετά «των κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ.  6,12). Αύτη, ανυψούσα τον άνθρωπων εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων της γηίνης σοφίας, εις τα υψίστας μορφάς αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».

Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καυαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας. Εν τω Αγίω Όρει του Άθω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρειεκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού.

Του μακαριστού Γέροντος και κτήτορος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Essex
Σωφρονίου Σαχάρωφ από το βιβλίο “ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΉΣ”, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Essex

Ο γιατρός, η κηδεία, η εγχείρηση



Ο γιατρός, η κηδεία, η εγχείρηση

Δεν πρέπει να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα

Ένας γιατρός μπαίνει βιαστικός στό νοσοκομείο αφού τόν κάλεσαν για μια επείγουσα χειρουργική επέμβαση.
Απάντησε το συντομότερο δυνατό, άλλαξε ρούχα καί πήγε κατευθείαν στην αίθουσα του χειρουργείου.
Πηγαίνοντας προς το χειρουργείο βρήκε τον πατέρα του παιδιού που θα χειρουργούσε στην αίθουσα αναμονής.

Μόλις είδε το γιατρό του φώναξε:
-«Γιατί έκανες τόση ώρα να έρθεις;
-Δεν ξέρεις ότι η ζωή του γιου μου είναι σε κίνδυνο;
-Δεν έχεις καμιά αίσθηση ευθύνης;»
Ο γιατρός χαμογέλασε και είπε:

-«Συγνώμη που δεν ήμουν στο νοσσοκομείο αλλά ήρθα όσο μπορούσα πιο γρήγορα αμέσως όταν με κάλεσαν..
-Και τώρα ηρεμήστε για να κάνω και εγώ τη δουλειά μου.»

– «Να ηρεμήσω; Αν ήταν ο γιος σας τώρα σ’ εκείνο το δωμάτιο θα ηρεμούσατε;
– Αν ο γιος σας πέθαινε τώρα τι θα κάνατε;;»
Είπε ο πατέρας οργισμένος.

Ο γιατρός χαμογέλασε πάλι και είπε:

– «Θα σας έλεγα ότι από τη σκόνη ερχόμαστε και στη σκόνη καταλήγουμε, ευλογημένο να είναι το όνομα του Κυρίου, προσευχηθείτε και θα κάνουμε το καλύτερο με τη βοήθεια του Θεού».

– «Να δίνουμε συμβουλές, όταν δεν μας αφορά κάτι, είναι εύκολο» μουρμούρησε ο πατέρας.

Το χειρουργείο πήρε κάποιες ώρες. Μετά από αυτό, ο γιατρός βγήκε χαρούμενος.
– «Δόξα τω Θεώ ο γιος σας σώθηκε» και χωρίς να περιμένει απάντηση από τον πατέρα συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο.
– «Αν έχετε κάποια ερώτηση ρωτήστε τη νοσοκόμα»

– «Γιατί είναι τόσο αλαζόνας; Δεν μπορούσε να περιμένει λίγα λεπτά για να τον ρωτήσω για την κατάσταση του γιου μου;» ρώτησε τη νοσοκόμα λίγα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός.

Η νοσοκόμα απάντησε με δάκρυα στα μάτια:
-«Ο γιος του πέθανε χτες σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Όταν τον καλέσαμε για το γιο σας ήταν στην κηδεία και τώρα που σώθηκε ο γιος σας έφυγε τρέχοντας για να ολοκληρωθεί η κηδεία»!!

Πηγὴ: http://anavaseis.blogspot.com