“Πεντηκοστιανοί” ή πώς να βρεθούμε στο Υπερώο, χωρίς τον Χριστό


“Πεντηκοστιανοί”
ή πώς να βρεθούμε στο Υπερώο, χωρίς τον Χριστό
του Παναγιώτη Μελικίδη, Θεολόγου

Μία θρησκευτική ομάδα εξυψώνει την σημασία της Πεντηκοστής σε σχέση με τις άλλες Δεσποτικές Εορτές, μειώνοντας έτσι την σημασία του προσώπου του Χριστού και της θείας Οικονομίας.
Πρόκειται, λοιπόν, γι άρθρο με θέμα την αίρεση των Πεντηκοστιανών.
Η λέξη αίρεση και αιρετικός, δυστυχώς, έχει “ωραιοποιηθή” από μέρος της διανόησης, κυρίως λόγω της συμπεριφοράς των εκφραστών της Δυτικής Χριστιανοσύνης, κατά τον Μεσαίωνα.
Η λέξη χρησιμοποιείται στην Εκκλησία μας πάντα με την έννοια της έκπτωσης από την αλήθεια, της αποσπασματικότητας, της σχετικοποίησης της αποκαλυπτικής διδασκαλίας, της ιδιοποίησης της σωτηρίας.
Στην συγκεκριμένη αιρετική ομάδα δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην διδασκαλία για την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, στην πραγματικότητα πρόκειται για προσπάθεια να βρεθούμε πανηγυρικά στο Υπερώο και να μας χαρισθή το πλήρωμα των δωρεών του Αγίου Πνεύματος, δίχως τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Έχουμε, δηλαδή, την μονομερή προσπάθεια ανάδειξης της δωδέκατης Δεσποτικής εορτής, αυτή της Πεντηκοστής, η οποία είναι το τέλος και η επιστέγαση της θείας Οικονομίας, δίχως όμως την απαραίτητη εμβάνθυνση και θεολογία των υπολοίπων Δεσποτικών εορτών (δηλαδή εορτών που αναφέρονται στην ζωή του Χριστού), που είναι τα απαραίτητα στάδια για την έλευση της Πεντηκοστής. Άλλωστε οι Χριστιανοί οφείλουμε να διέλθουμε όλες τις ενηλικιώσεις του Χριστού, όλες οι εντολές Του να γίνουν αίμα μας. Ποιός θα ήταν ο σκοπός της εναθρωπήσεως, της ζωής, των Παθών, του Σταυρού, της Αναστάσεως και Αναλήψεως του Χριστού, εάν μπορούσαμε να λάβουμε κατ’ ευθείαν το Άγιον Πνεύμα με την Πεντηκοστή;
Η σειρά των άρθρων που ακολουθούν προέρχεται από τον θεολόγο Παναγιώτη Μελικίδη.

* * *
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Όταν κάνουμε λόγο για την αίρεση των Πεντηκοστιανών, δεν πρέπει να εννοήσουμε ότι πρόκειται για μια χριστιανική ομάδα συγκροτημένη, η οποία θεμελιώνει την υπάρξή της πάνω σε συγκεκριμένα δόγματα ή “θεολογικές”θέσεις, όπως συμβαίνει επί παραδείγματι με τους Μονοφυσίτες ή τους Παπικούς. Αρχικά, λοιπόν, με τον όρο “Πεντηκοστιανοί” εννοούμε έναν μεγάλο αριθμό αφυπνιστικών και ενθουσιαστικών ομάδων, που σχηματίστηκαν τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα στις Η.Π.Α.
Η προέλευση της αιρέσεως, συγκεκριμένα, μπορεί να εντοπιστή στην λεγόμενη “Κίνηση της Αγιότητος” που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της προτεσταντικής παραφυάδος των “Μεθοδιστών” και τόνισε ιδιαιτέρως την διδασκαλία του John Wesley (1703- 1791) που μιλούσε για το βίωμα της λεγομένης “δευτέρας ευλογίας” που αποτελεί το κέντρο της διδασκαλίας των Πεντηκοστιανών. Πρόκειται για μια εμπειρία εκστατικού τύπου, η οποία συνδέεται με την Πεντηκοστή, συμβολίζει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και μεταδίδει το χάρισμα της γλωσσολαλιάς και της θαυματουργικής θεραπείας. Ας δούμε, όμως, στο σημείο αυτό, ποίο συγκεκριμένο γεγονός οδήγησε στην δημιουργία της αίρεσης.
Την 1 Ιανουαρίου 1905, στο Τοπέκα του Κάνσας, μια μαθήτρια βιβλικού κολλεγίου που είχε οργανώσει ο Charles Fox Parham (1873- 1929) άρχισε να μιλάει μια ακατάληπτη γλώσσα. Ο Perham διέδωσε το συμβάν και το περιστατικό επαναλήφθηκε στην συνάθροιση του μεθοδιστή William Seymour στο Λός Άντζελες, οπότε ο Seymour οργάνωσε αφυπνιστικό κέντρο στην οδό Αζούσα το οποίο λειτούργησε για μια οκταετία και συγκέντρωνε πολυφυλετικό και ενθουσιαστικό κοινό.
Παρόμοια περιστατικά “καθόδου του Αγίου Πνεύματος” έλαβαν χώρα την ίδια περίοδο στο Τένεση και στην Βόρεια Καρολίνα, οπότε το κίνημα απλώθηκε σε όλη σχεδόν την Αμερική. Οι ακραίες φονταμετανταλιστικές πεντηκοστιανές ομάδες υποστήριζαν την επιστροφή στους αποστολικούς χρόνους και έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στην γλωσσολαλιά, τον οραματισμό, την προφητική ικανότητα και την θαυματουργική θεραπεία.
Όπως είπαμε προηγουμένως, οι Πεντηκοστιανοί δεν ενδιαφέρθηκαν για την δημιουργία συμπαγούς δογματικού πυρήνα, αλλά, ιδίως στην εσχατολογία τους, μπορούμε να προσδιορίσουμε χιλιαστικές απόψεις. Ανάμεσα στις ομάδες που επιβιώνουν μέχρι τις ημέρες μας μπορούμε να διακρίνουμε την “Διεθνή Ενωμένη Πεντηκοστιανή Εκκλησία”, την “Συντροφιά του Ελίμ”, την “Πεντηκοστιανή Βαπτιστική Εκκλησία της Ελεύθερης Βούλησης” κ.ά.
Στην χώρα μας οι πεντηκοστιανοί εμφανίσθηκαν το 1918 με την Εκκλησία του Θεού της Πεντηκοστής, η οποία απέκτησε παραρτήματα στην Θεσσαλονίκη, την Πιερία, τα Χανιά, την Θήβα, την Τρίπολη, την Δράμα και την Κόρινθο. Ακολούθησε η Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής, η οποία ιδρύθηκε το 1938 και εξαπλώθηκε σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Νάξο όπως επίσης και η Αγία Δωδεκαποστολική Εκκλησία.
Στο άρθρο αυτό δεν μπορούμε να αποφύγουμε μερικά από τα εύλογα ιστορικά ερωτήματα που προκύπτουν:
Οι Πεντηκοστιανοί ισχυρίζονται ότι έχουν ως κύριο σκοπό τους την αναβίωση του τρόπου ζωής των αποστολικών χρόνων εστιάζοντας στο χάρισμα της γλωσσολαλιάς που δόθηκε από το Άγιο Πνεύμα στους Αποστόλους. Αν δούμε στην ιστορική βάση τους τα πράγματα παρατηρούμε ότι οι ίδιοι οι Απόστολοι καλούσαν τον κόσμο στους κόλπους της Εκκλησίας, όχι για να αποκτήσουν κάποιο χάρισμα, αλλά για να επιτύχουν το “καθ’ ομοίωσιν” ζώντας εν μετανοία στους κόλπους της. Στις Πράξεις των Αποστόλων βλέπουμε ότι το κεντρικός άξονας του κηρύγματος τους ήταν η ανάσταση του Χριστού της οποίας υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες, ώστε ο κόσμος να πιστέψη ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός-Μεσσίας, να οικειωθή το λυτρωτικό του έργο και να γίνη μέτοχος της Βασιλείας Του. Παράδειγμα ο Απόστολος Πέτρος, ο οποίος υπέδειξε στο κήρυγμά του: “μετανοήσατε και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών υμών και λήψεσθε την δωρεάν του αγίου Πνεύματος” (Πράξ. 2,38). Βλέπουμε λοιπόν ότι προηγείται το βάπτισμα, η ζωή της μετανοίας, η άφεση των αμαρτιών και έπονται τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος.
Ακόμη, εστιάζουν την διδασκαλία τους στο χάρισμα της γλωσσολαλιάς που δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής. Έτσι παρατηρείται κάποιο “κενό” στην διδασκαλία τους, για το διάστημα από τον Ευαγγελισμό μέχρι την Πεντηκοστή. Ο Κύριος το διάστημα αυτό δεν δίδαξε με τους λόγους και τις πράξεις του; Δεν υπέστη μαρτύριο και σταυρικό θάνατο; Δεν αναστήθηκε και δεν αναλήφθηκε; Φαίνεται, λοιπόν, να παραθεωρούν βασικούς σταθμούς της ζωής του Θεανθρώπου και κάνουν ένα ιστορικό άλμα αναφερόμενοι στην Πεντηκοστή.
Ένα δεύτερο ιστορικό “κενό” “άλμα” που παρατηρείται είναι το εξής: Οι Πεντηκοστιανοί είναι μια χριστιανική ομάδα που εμφανίστηκε στα τέλη 19ου με αρχές του 20ου αι. Όλο αυτό το διάστημα οι άνθρωποι αγνοούσαν την αλήθεια σε σχέση με τον Χριστό και το έργο Του; Η επαγγελία της σωτηρίας πραγματοποιείται 19 αιώνες μετά την έλευση του Μεσσία στη γή;
Η ιστορική πραγματικότητα αποτελεί κριτήριο γνησιότητας. Έτσι με βάση τα ιστορικά δεδομένα παρατηρούμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία παρουσιάζει μια αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια που φθάνει δια των χειροτονιών και της παραδόσεως στους Αποστόλους και τον Χριστό. Ας δούμε, όμως, τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του F. Schaeffer στο βιβλίο του “Χορεύοντας μόνος”.
“Εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ως Εκκλησία εννοούμε το Σώμα, με το οποίο ο Ιησούς είναι παρών στον κόσμο σήμερα. Αυτή, πιστεύουμε, θεμελιώθηκε από τον Χριστό δια των Αποστόλων και παρέμεινε ένας, ιστορικός σύνδεσμος με τους Αποστόλους μέσω της χειροτονίας των κληρικών. Το γεγονός ότι ο επίσκοπος, ο οποίος χειροτονεί σήμερα έναν Ορθόδοξο ιερέα, μπορεί να ανιχνεύση τη χειροτονία του ιστορικά μέχρι τους Αποστόλους. Τα κατ’ εξοχήν διακριτικά γνωρίσματα της ιστορικής Εκκλησίας είναι το αναλλοίωτό της, η αδιάκοπη συνέχειά της, η πιστότητά της σε κάθε εποχή και η κατά κανονική της τάξη αποστολική της διαδοχή”.
Η αίρεση των Πεντηκοστιανών μπορούμε να πούμε ότι ανταποκρίνεται στον ηδονοθηρικό τρόπο ζωής που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος έχει ως κύρια “φιλοσοφία” την άμεση επίτευξη οποιουδήποτε στόχου προς ικανοποίηση του ανθρώπου με την μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Έτσι διαπιστώνουμε το γεγονός ότι συνάνθρωποί μας, οι οποίοι μπορεί να έζησαν σε Ορθόδοξο περιβάλλον, γοητεύονται από την πλάνη, επειδή ακριβώς η τελευταία τους προσφέρει “πνευματικές εμπειρίες”, δίχως να απαιτή ιδιαίτερη προσπάθεια, ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις του “κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου”.
Είναι χαρακτηριστικοί οι λόγοι του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ: Οι Ευρωπαίοι θέλουν να κατακτήσουν τα χαρίσματα που απόκτησαν οι μοναχοί στο Άγιον Όρος μετά από δεκαετίες κλαυθμού με μια συζήτηση “θεολογικού” περιεχομένου. Μια τάση, δηλαδή, που χαρακτηρίζει και βαπτισμένους ορθοδόξους που όμως δεν εφαρμόζουν τις εντολές του Χριστού, αλλά έχει παγιωθή η τάση αυτή στην διδασκαλία των Πεντηκοστιανών.

Το χάρισμα της γλωσσολαλιάς

Κύριο χαρακτηριστικό της αίρεσης είναι ότι οι οπαδοί της που συγκεντρώνονται σε ευκτηρίους οίκους, αποκτούν το χάρισμα της “γλωσσολαλιάς”. Δηλαδή οι κραυγές και τα ακατανόητα λόγια που λένε θεωρούνται εκδήλωση του χαρίσματος.
Σύμφωνα με την διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων, αμέσως μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος οι Απόστολοι είχαν την δυνατότητα να ομιλούν ξένες γλώσσες και να ακούη ο καθένας το ευαγγελικό μήνυμα στην δική του διάλεκτο. Επομένως το χάρισμα της γλωσσολαλιάς δόθηκε για να επιτελεσθή η διακονία του λόγου, να αναγνωρίση ο κόσμος, μέσω του κηρύγματος, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού τον αναμενόμενο Μεσσία και να εισέλθη δια του βαπτίσματος στους σωτηριώδεις κόλπους της Εκκλησίας. Αυτή είναι η μία όψη του χαρίσματος. Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, στο βιβλίο του “Παρακλητικά”, τονίζει και μια επιπλέον παράμετρο στηριζόμενος τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στην πατερική σκέψη, όπως εκφράσθηκε και από τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη: “Είναι το χάρισμα της καρδιακής προσευχής που αποκτούν εκείνοι που δέχονται το Πανάγιο Πνεύμα και ανακαλύπτουν την καρδιά, μέσα από την οποία προσεύχονται συνεχώς”.
Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα τί σχέση μπορεί να έχη το χάρισμα της γλωσσολαλιάς με τα ακατανόητα λόγια και τις άναρθρες κραυγές των Πεντηκοστιανών. Οι Πεντηκοστιανοί υποστηρίζουν ότι δέχονται την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Ωστόσο, ήδη από την Αγία Γραφή καταγράφεται η διάκριση των χαρισμάτων και των εμπειριών. Στην Β΄ προς Κορινθίους επιστολή ο Απόστολος Παύλος μας προειδοποιεί: “αυτός γαρ ο σατάν μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός” (Β΄ Κορ. ια, 14). Επομένως η οποιαδήποτε πνευματική εμπειρία δεν είναι δεδομένο ότι προέρχεται “εκ Θεού”, αλλά υπάρχει περίπτωση η προέλευσή της να είναι σατανική. Μέσω αυτών των “εμπειριών” ο διάβολος προσπαθεί να παραπλανήση τους ανθρώπους και να επιφέρη τον θάνατο της ψυχής ή ακόμη και αυτού του σώματος, γιατί είναι ανθρωποκτόνος. Όταν κάποιος δεχθή την δαιμονική εμπειρία ως “θεϊκή” και βάλη έστω και έναν υπερήφανο λογισμό ότι είναι “άγιος” ή “έμπλεως της δυνάμεως του Πνεύματος”, ήδη η ψυχή απομακρύνεται από τον Θεό και νεκρώνεται. Το πρόσφορο έδαφος για να τελεσφορήση η πλάνη, είναι ο εγωϊσμός και η υπερηφάνεια που εκδηλώνεται πολλές φορές ως ανυπομονησία για απόκτηση “πνευματικών” εμπειριών.
Στην παράδοση της Ορθοδοξίας υπάρχει πλούσια αναφορά στην άκτιστη δόξα, το άκτιστο φως, την ενέργεια και χάρη του Τριαδικού Θεού, στο πυρ της Πεντηκοστής. Συγχρόνως όμως γίνεται λόγος για τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ταφή του Χριστού. Μέσα στην παράδοση αυτή, άγιοι ασκητές στην πνευματική τους πορεία αντιμετώπισαν διάφορα “πνευματικά” περιστατικά, αλλά, όταν επρόκειτο για σατανική πλεκτάνη, διαλυόταν, γιατί οι πορευόμενοι στην αγιότητα καλλιεργούν την ταπείνωση και όχι την φιλαυτία. Ο Γέρων Ισαάκ, ο και βιογράφος της αγιοτάτης πολιτείας του Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, αναφέρει ένα τέτοιο περιστατικό. Όταν ο διάβολος πήρε την μορφή του Χριστού και παρουσιάστηκε στον Γέροντα, ο Γέροντας έβαλε τον εξής ταπεινό λογισμό: “Και ποιός είμαι εγώ ο ανάξιος να δώ τον Χριστό;” κι έτσι το “σινεμά” που πήγε να του παίξη ο διάβολος για να τον παραπλανήση, διαλύθηκε. Στην περίπτωση αυτή ο διάβολος είχε αντίπαλο έναν Ορθόδοξο ασκητή που ζούσε και ασκούνταν νομίμως στους κόλπους της μητέρας Εκκλησίας, οπότε είχε τα “όπλα” να αντιμετωπίση τέτοιους κινδύνους. Όσοι όμως εγκαταλείπουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και το βάπτισμα που δέχτηκαν, για να ασπαστούν μια νεοφανή αίρεση που έχει διαιρεθή σε πολλά και ποικίλα παρακλάδια, τί πιθανότητες έχουν να αντιμετωπίσουν το και σε άγγελο φωτός μετασχηματιζόμενο πνεύμα της πλάνης; Κύριος οίδε.
Διαπιστώνουμε, λοιπόν, από την ανάλυσή μας σχετικά με τη γλωσσολαλιά ότι τα χαρίσματα που δίνει το Άγιον Πνεύμα δεν δίνονται για να δίνονται, ικανοποιώντας τον εγωισμό και την φιλαυτία. Έχουν πάντα κάποιον σκοπό που αποβλέπει στην οικοδομή του Σώματος της Εκκλησίας και δίδονται με προϋποθέσεις. Οι φορείς των χαρισμάτων δεν κάνουν επίδειξη δυνάμεως, αλλά διακονούν τους αδελφούς γι’ αυτό τα διάφορα χαρίσματα είναι πραγματικός σταυρός και όχι κοσμικό προνόμιο ή μέσο άσκησης εξουσίας. Στην προς Εφεσίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου μας δίδεται η θεολογία των χαρισμάτων: “αυτός έδωκε… προς τον καταρτισμόν των αγίων, εις έργον διακονίας εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού”.
Ο Γέροντας Παΐσιος, έχοντας εμπειρία της Πεντηκοστής και έχοντας αποκτήσει το προορατικό χάρισμα, ήταν ταπεινός, δεν εκδηλωνόταν ως χαρισματούχος και χρησιμοποιούσε τα χαρίσματά του προκειμένου να ωφελήση τους ανθρώπους, προς δόξαν Θεού και όχι για επίδειξη. Με απλότητα, δίχως “τυμπανοκρουσίες”. Αναφέρουμε το εξής περιστατικό, όπως το παραθέτει ο βιογράφος του Γέρων Ισαάκ, στο οποίο φαίνεται και η απλότητα του Γέροντος Παϊσίου, αλλά και η γνώμη του για τις θρησκευτικές οργανώσεις που υπόσχονται πολλά στους οπαδούς τους:
“Ο κ. Θ., κάτοικος Χ., τελευταία παρακολουθούσε τις διαλέξεις κάποιας οργανώσεως από αυτές που σαν δηλητηριώδη μανιτάρια ξεφυτρώνουν κάθε τόσο στην χώρα μας με φιλοσοφικοεπιστημονική δήθεν κάλυψη, αλλά υπόπτου περιεχομένου και στόχων. Όσα άκουγε ή διάβαζε, είχαν σαν αποτέλεσμα να τον κάνουν να μην αισθάνεται καλά, κάπως σαν ζαλισμένος, θολωμένος, μπερδεμένος. Προβληματιζόταν αν έπρεπε να συνεχίσει, διχαζόταν και στενοχωριόταν. Κάποιος φίλος του που πληροφορήθηκε την δυσκολία του, του συνέστησε να πάει στο Άγιον Όρος να συμβουλευθεί τον γέροντα Παΐσιο. Πείσθηκε και ξεκίνησε για το Άγιον Όρος, έβαλε μάλιστα στην δεξιά εξωτερική τσέπη του μπουφάν του την Αγία Γραφή, ενώ στην αριστερή εσωτερική τσέπη κάποιο βιβλίο και φυλλάδια της οργανώσεως.
Φθάνοντας στην “Παναγούδα”, βρήκε τον Γέροντα περιτριγυρισμένο από πολύ κόσμο. Περίμενε μέχρις ότου έφυγαν οι άλλοι, εκτός από δυο, που ήθελαν να ιδούν ιδιαιτέρως τον Γέροντα. Σκεφτόταν πώς να εκθέση το πρόβλημά του, αλλά ο Γέροντας τον πρόλαβε και ρώτησε:
-Τί κάνει η Χ.; (ανέφερε την πατρίδα του).
-Καλά είναι, πάτερ, είπε γεμάτος απορία, για το πώς ο Γέροντας που τον έβλεπε πρώτη φορά, γνώριζε την πατρίδα του.
-Κοίτα Θ., (νέο ξάφνιασμα γιατί τον προσφώνησε με το όνομά του), αυτό το βιβλίο που έχεις σ’ αυτήν την τσέπη (καί του έδειξε την τσέπη που είχε την Αγία Γραφή) είναι καλό και να το μελετάς, όσο πιο συχνά μπορείς, αλλά αυτά που έχεις εδώ (καί του έδειξε αριστερά στο στήθος) πέταξέ τα το συντομότερο, γιατί… έχει τρελοκομείο η… (πατρίδα) σου; Αν δεν έχει θα πάς αλλού”.

“Προφητείες”

Οι Πεντηκοστιανοί αναπτύσσουν την εσχατολογία σε λανθασμένη βάση, αγνοώντας ακόμη και την Καινή Διαθήκη, διατυπώνοντας μάλιστα και “προφητείες”. Ο Πρωτοπρεσβύτερος και Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής επί των Αιρέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, Κυριάκος Τσουρός, μας δίδει τα εξής στοιχεία και σχόλια: “Ολόκληρο το «δόγμα» στάθηκε σε όλες τις Πεντηκοστιανές ομάδες για την δεκαετία του ’90. «Δυο μεγάλα γεγονότα πρόκειται να γίνουν μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία» έγραφε η Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής, στην εφημερίδα της «Χριστιανισμός» τον Ιανουάριο του 1991, αριθ. 2: «Το πρώτον είναι η αρπαγή της Εκκλησίας, ένα γεγονός υψίστης σημασίας. Το δεύτερον γεγονός, ο ερχομός του Αντιχρίστου θα εκδηλωθεί μετά την αρπαγή της Εκκλησίας και του οποίου η κυριαρχία θα διαρκέσει επτά έτη. Μια επταετία φοβερή που θα γίνουν συγκλονιστικά γεγονότα μεταξύ των οποίων θα είναι ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος (Αποκ. θ’, 17). Στη συνέχεια θα γίνει το χάραγμα με το 666. Εάν δεν θέλουμε να υποστούμε τις συνέπειες της επταετίας του Αντιχρίστου, πρέπει να προετοιμαστούμε να λάβουμε μέρος στην αρπαγή της Εκκλησίας»”. Προφήτευσαν λοιπόν τρομακτικά γεγονότα που θα συνέβαιναν την δεκαετία του ’90. Εκ πείρας, λοιπόν, διαπιστώνουμε εν έτει 2005, ότι ούτε “ηρπάγη” καμιά εκκλησία, ούτε ο Αντίχριστος ήρθε, ούτε βέβαια ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος έγινε.
Να δεχθούμε ότι οι επικεφαλής της αιρέσεως είναι τόσο αφελείς ώστε αγνόησαν τους λόγους του Κυρίου, “περί δε της ημέρας εκείνης και ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος”; (Ματθ. 24,36). Ή συμβαίνει κάτι άλλο; Μήπως πρόκειται για εκφοβισμό της αίρεσης ώστε να εγκλωβίση ανθρώπους καλής προαιρέσεως αλλά ανυποψίαστους στους κόλπους της;
Βεβαίως η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδέχεται ότι πριν από τη Δευτέρα Παρουσία θα δράση ο Αντίχριστος, με τη διαφορά ότι δεν δημιουργεί πανικό στις ψυχές των ανθρώπων ούτε φοβίες, αλλά τους προετοιμάζει με τα μυστήρια και τον ασκητικό τρόπο ζωής να γίνουν δεκτικοί της χάριτος του Θεού ώστε να μην τους επηρεάζη ούτε να τους προκαλή ταραχή οποιοδήποτε γεγονός και αν συμβή εφόσον είναι έτοιμοι και ενισχυμένοι από την χάρη του Αγίου Τριαδικού Θεού. Επιπλέον μένοντας πιστοί στο αλάνθαστο στόμα του Κυρίου μας που δεν θέτει ημερομηνίες, ούτε χρονολογικές περιόδους για το πότε θα συμβούν τα εσχατολογικά γεγονότα.
Παναγιώτης Μελικίδης, Θεολόγος

 
Πηγὴ: http://agiasma.info/downloads/Epi_thn_phghn_tou_Agiasmatos_006.PDF
Advertisements

Τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, κατά τον Ιωσήφ τον Βρυέννιον


Τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της  Κωνσταντινουπόλεως,
κατά τον Ιωσήφ τον Βρυέννιον

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιεροθέου

Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως την 29η Μαΐου του 1453 ήταν το αποκορύφωμα της φθίνουσας δόξας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του λεγομένου Βυζαντίου. Γύρω από τα αίτια της πτώσης αυτής εγράφησαν πολλά, τα οποία παρουσιάζουν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε η Ρωμαϊκή ΑυτοκρατορίαΒυζάντιο, αφού είχε χαθή όλη η Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη και είχε μείνει μόνον η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Οι κατά καιρούς εχθροί είχαν προξενήσει μεγάλη ζημία, με αποκορύφωμα και τελειωτικό κτύπημα την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους, κατά την Δ΄ Σταυροφορία την 13η Απριλίου του έτους 1204.

Η μετά από λίγα χρόνια (1261) ανακατάληψή της και ελευθέρωσή της δεν προσέφερε ουσιαστικά πράγματα, διότι ήδη η Πόλη είχε καταστραφή και λεηλατηθή ολοσχερώς.

Πέρα από τα πολιτικά και κοινωνικά αίτια που συνετέλεσαν στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως πρέπει να σημειωθούν ιδιαιτέρως τα πνευματικά αίτια στα οποία συνήθως δεν δίνουμε μεγάλη σημασία. Άλλωστε κατά την ορθόδοξη θεολογία ο Θεός
διευθύνει τον κόσμο με τις άκτιστες ενεργειές Του, και η προσωπική Του επέμβαση εκδηλώνεται με την ευδοκία Του, την μακροθυμία Του, την παραχώρηση των ποικίλων πειρασμών κλπ. Σε αυτά τα πνευματικά αίτια αναφέρεται ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του γένους και ομολογητής της πίστεως, που έζησε στις τελευταίες στιγμές της ζωής της Βασιλεύουσας και άκουγε τον ρόγχο του θανάτου της.

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, σύμφωνα με μελέτη του αειμνήστου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1350 μ.Χ., εκάρη μοναχός στην Μονή
Στουδίου, υπήρξε ασκητής με πατερικό φρόνημα, ανεδείχθηκε μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του γένους, τον οποίον συμβουλεύονταν οι Αυτοκράτορες και οι Πατριάρχες, και αποστελλόταν από τον Αυτοκράτορα σε διάφορες κρίσιμες αποστολές, ό-
πως την Κύπρο και την Κρήτη, ομιλούσε κατά τις επίσημες ημέρες στο Παλάτι, συμμετείχε στις προετοιμασίες για την συζήτηση των Ορθοδόξων με τους Λατίνους, για την «ένωση των Εκκλησιών» και κοιμήθηκε περί το 1431, περίπου είκοσι δύο (22) χρό-
νια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Όπως γράφει ο Αρχιμ. Ειρηναίος Δεληδήμος, στην εισαγωγή των έργων του που εξεδόθησαν από τον εκδοτικό οίκο Βασιλείου Ρηγόπουλου, «ο Ιωσήφ Βρυέννιος κατά τα έτη 1401-1431 ανεγνωρίζετο ως ο κορυφαίος λόγιος εν Κωνσταντινουπόλει».
Ο Ιωσήφ Βρυέννιος την Μ. Παρασκευή (14 Απριλίου) του έτους 1419, τριανταπέντε περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εξεφώνησε ένα λόγο στο Παλάτι «επί παρουσία βασιλέων, και των εν τέλει, και συνελεύσει των εξαιρέ-
των του γένους ημών, και της βασιλίδος ταύτης των πόλεων».
Όπως λέγει σε άλλα κείμενά του, στην Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη ζούσαν περίπου 70.000 κάτοικοι και μάλιστα ο ίδιος έκανε έκκληση στους Κωνσταντινουπολίτας, χωρίς να υπάρχη ανταπόκριση, να συντελέσουν στην ανοικοδόμηση των τειχών της, εν όψει του μεγάλου κινδύνου. Όμως οι κάτοικοι, ιδιαιτέρως οι πλούσιοι, ασχολούμενοι με την αύξηση των ατομικών τους εσόδων, αδιαφορούσαν, με αποτέλεσμα η πόλη να ομοιάζη, όπως λέγει, με «σεσαθρωμένον» πλοίον που ήταν έτοιμο να βυθισθή.
Στον λόγο του αυτόν που αναφερόμαστε, ο διακεκριμένος αυτός λόγιος μοναχός, ομιλώντας μπροστά στους επισήμους άρχοντες της Κωνσταντινουπόλεως, εξέθεσε ανάγλυφα και παραστατικά τα πνευματικά αίτια της επερχομένης πτώσεως της Βασιλευούσης. Και είναι σημαντική αυτή η μαρτυρία γιατί προέρχεται από έναν λόγιο μοναχό και ασκητή, με ήθος, παιδεία και πατερικό φρόνημα, τον οποίον σέβονταν οι πάντες την εποχή εκείνη και ο οποίος έζησε στα χρόνια εκείνα που οι κάτοικοι έβλεπαν τον επερχόμενο όλεθρο.

Το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναλύεται στην επικεφαλίδα: «δια το πωλείσθαι καθ’ εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα παρά των ούτω λεγομένων πνευματικών, και αγοράζεσθαι παρ’ ημών, οίμοι! το ημέτερον γένος αφανισμώ παραδίδοται και Ισμαηλίταις
περιπίπτει». Δηλαδή, το γένος αφανίζεται και πέφτει στους Ισμαηλίτες – Μωαμεθανούς, διότι πωλείται το σώμα και το αίμα του Χριστού από τους λεγομένους πνευματικούς και αγοράζεται από τους Χριστιανούς.
Στην αρχή του λόγου του ο Ιωσήφ Βρυέννιος εκφράζει την οδύνη του, αφού το γένος περιστοιχίζεται από δεινά, τα οποία, όπως λέγει, «δάκνει μου την καρδίαν, συγχεί τον νουν και οδυνά την ψυχήν». Κάνει λόγο για την «ολόσωμον πληγήν» και την «νόσον
καθολικήν». Το γένος έχει περιπέσει σε ποικίλα πάθη και αμαρτίες. Όλοι οι Χριστιανοί έγιναν «υπερήφανοι, αλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, αχάριστοι, απειθείς, λιποτάκται, ανόσιοι, αμετανόητοι, αδιάλλακτοι». Έγιναν οι άρχοντες κοινωνοί ανόμων, οι υπεύθυνοι άρπαγες, οι κριτές δωρολήπτες, οι μεσίτες ψευδείς, οι νεώτεροι ακόλαστοι, οι γηράσαντες μεθυσμένοι, οι αστοί εμπαίκτες, οι χωρικοί άλαλοι, «και οι πάντες αχρείοι». Συγχρόνως με την γενική κατάπτωση των ανθρώπων χάθηκε «ευλαβής από
της γης, εξέλιπε στοχαστής, ουχ εύρηται φρόνιμος». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επέπεσαν εκ δυσμών και εξ ανατολών διάφοροι εχθροί και λυμαίνονται την αυτοκρατορία.
Στην συνέχεια αναφέρεται στο μεγαλύτερο αμάρτημα που έγινε στην ιστορία, δηλαδή την προδοσία του Ιούδα, η οποία συνίσταται στο «πωληθήναι τιμής και αγορασθήναι τον Κύριον», δηλαδή ο Ιούδας επώλησε τον Κύριο, τον Οποίον αγόρασαν οι Εβραίοι. Αυτό το ανοσιούργημα, όπως λέγει, γίνεται στις ημέρες μας, αφού οι πολλοί από τους λεγομένους πνευματικούς πωλούν τον Κύριο και «αγοράζει δε πας ο έχων αργύριον και βουλόμενος». Προφανώς πρόκειται για το ότι οι λεγόμενοι πνευματικοί χορηγούσαν άφεση αμαρτιών με την λήψη χρημάτων. Αλλά και πολλοί από τους ιερείς ασελγούν εν επιγνώσει, αφού και αυτοί διακατέχονται από αυτά τα πάθη και προσέρχονται να λειτουργούν στην σεβασμία Τράπεζα αναιδώς.
Αναφέρεται διεξοδικώς στην κατάπτωση της Εκκλησίας, αφού οι ποιμένες έχουν απομακρυνθή από την διδασκαλία και τα όρια που είχαν θέσει οι Πατέρες. Αλλά και οι μοναχοί έχουν χάσει τον προορισμό τους και ασχολούνται με άλλα ζητήματα, αφού υπάρχουν μοναχοί «και τρία και πέντε, και επτά έχοντες αδελφάτα εκ διαφόρων αυτοίς αφεθέντα προσώπων».
Ο όρος «αδελφάτο» σημαίνει «επιτροπεία διευθύνουσα αγαθοεργόν κατάστημα» (Δημητράκου) που ανήκει στους Δήμους. Με γενική έννοια αδελφάτο είναι «σύλλογος, σωματείο με ιδιαίτερα στενούς δεσμούς μεταξύ των μελών του» η ακόμη «επιτροπή με διαχειριστικά καθήκοντα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ναούς, νοσοκομεία» (Μπαμπινιώτης). Στην περίπτωση αυτή με τον όρο αδελφάτα μάλλον εννοούνται μερίδια της Μονής που παραλαμβάνουν και κατέχουν και οι εκτός της Μονής ζώντες μοναχοί που τα
εκμεταλλεύονται, οπότε ένας τέτοιος μοναχός μάλλον πρέπει να καλήται «ληστής» και η ενέργεια αυτή «τόκος εστι, και τόκου χεί-
ρον, ιεροκαπηλία λεγόμενον», διότι κρατεί τα αδελφάτα των πτωχευόντων μοναστηρίων ενέχυρα για τόκο. Πρόκειται για αλλοίωση του μοναχισμού, ο οποίος έχασε την ησυχαστική παράδοση και μεταβλήθηκε σε υλική εκμετάλλευση των μοναστηριών. Και αφού κάνει μεγάλη ανάλυση αυτής της καταστάσεως που παρατηρείται στους άρχοντες και τον λαό, τους Κληρικούς και τους μοναχούς, τους αστούς και τους χωρικούς, καταλήγει στον υπέροχο αυτόν και σημαντικό του λόγο σε μια ανακεφαλαίωση, στην οποία δίνει τις κατάλληλες συμβουλές για να αποφύγουν το κακό, το οποίο βλέπει καθαρά να έρχεται.

Λέγει ότι βλέποντας πριν σαράντα χρόνια να ερημώνωνται οι πόλεις, να αφανίζωνται οι χώρες, να καίγωνται οι Εκκλησίες, να βεβηλώνωνται τα άγια και να δίδωνται τα ιερά σκεύη στα σκυλιά και «παν το ημέτερον γένος, δουλεία παραδιδόμενον και μαχαίρα», προσευχόταν στον Θεό να του αποκαλύψη για το που οφείλεται αυτή η εγκατάλειψη του λαού και «η τοσαύτη του Θεού αγανάκτησις καθ ημών». Και μετά από πολλές προσευχές βρήκε ποιό είναι το αίτιο και θέλει να το αποκαλύψη, την ημέρα αυτή, ενώπιον των Βασιλέων και των αρχόντων και όλου του λαού, γιατί φοβάται, μήπως τιμωρηθή αν σιωπήση. Και η αιτία της οργής του Θεού και της δικαίας Του αγανακτήσεως κατά των Ρωμαίων είναι «το πωλείσθαι καθ’ εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα, παρά των λεγομένων πνευματικών και αγοράζεσθαι προς υμών των χριστιανών».
Διαμαρτύρεται για το γεγονός αυτό και επικαλείται ως μάρτυρες τον χορό των αγίων και των αγγέλων. Ζητά από τους άρχοντες τον Κλήρο και τον λαό να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στον Θεό για να γίνη «η του γένους ανάκλησις» και να είναι μαζί τους ο Θεός, γιατί διαφορετικά θα πάθουν χειρότερα από εκείνα που έπαθεν η παλαιά Ιερουσαλήμ, που κυριεύθηκε από τους εχθρούς. Σαφώς εδώ αναφέρεται στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας Ιερουσαλήμ. Ζητά από τους κατοίκους να μετανοήσουν, γιατί αν δεν γίνη αυτό, η καταστροφή θα είναι τόσο μεγάλη που όλα τα έθνη και οι μέλλουσες γενεές θα λένε σε παρόμοιες περι-
πτώσεις: «μη πάθοιμεν α οι Ρωμαίοι πεπόνθασιν». Εδώ πρέπει να παρατηρηθή ότι παραμονές της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της Αυτοκρατορίας οι κάτοικοί της δεν λέγονταν Βυζαντινοί –που ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους Φράγκους– αλλά Ρωμαίοι. Δεν αρκείται, όμως, ο Ιωσήφ Βρυέννιος σε γενικές προτροπές για μετάνοια, αλλά την συγκεκριμενοποιεί και με αυτόν τον τρόπο αναλύει στην πραγματικότητα τι θα πη να πωλούν το σώμα και το αίμα του Χριστού, δηλαδή αναφέρεται στην ανάξια μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού, την τέλεση διαφόρων αμαρτιών από Κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, τις οποίες δεν εξομολογούνται και την προδοσία της πίστεως. Με αυτούς τους τρόπους γίνεται
ασέβεια στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Δίνει τέσσερεις συμβουλές και κατευθύνσεις μετανοίας.
Η πρώτη είναι οι πνευματικοί να μη λαμβάνουν χρήματα από τους εξομολογουμένους. Η δεύτερη συμβουλή είναι να μη κρατούν οι Ιερείς ενέχυρα για τόκους, να μη λαμβάνη κάποιος μοναχός ή μονάστρια τόκους, ούτε οι εκτός της Μονής να κρατούν αδελφάτα πάνω από δύο ο καθένας και μετά παρέλευση δέκα χρόνων, και να μη κοινωνή κανείς των αχράντων μυστηρίων από εκείνους που είναι τελώνες και άδικοι, αν δεν αποκαταστήση και επιστρέψη το αδίκημα. Η τρίτη συμβουλή είναι να μη κοινωνή κανείς από του σώματος και του αίματος του Χριστού, «της αμαρτίας έτι ενεργουμένης» –αν δεν έχη μετανοήσει και δεν ελευθερώθηκε από την αμαρτία– εκτός και εάν μετά την εξομολόγηση είναι βαριά ασθενής προς θάνατον. Και η τέταρτη συμβουλή είναι «μηδείς ιερέων τοις δυσσεβούσιν ιερεύσι συλλειτουργή (εννοεί τους λατίνους και λατινόφρονας) μηδέ τις των κοσμικών αυτούς εκδική».
Και επειδή μερικοί ισχυρίζονταν ότι πριν αποθάνη κανείς θα έπρεπε να κοινωνήση χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις, ο Ιωσήφ Βρυέννιος λέγει ότι κανένας δεν πήγε στην Κόλαση, επειδή δεν πρόλαβε να κοινωνήση των Αχράντων Μυστηρίων, την τε-
λευταία στιγμή –εννοείται αφού ζούσε σε μετάνοια μέσα στην Εκκλησία– αλλά μύριοι κολάσθηκαν «δια το αναξίως μεταλαβείν». Γι’αυτό συνιστά στους Χριστιανούς να εξομολογούνται και να τηρούν τον χρόνο αποχής από την θεία Κοινωνία που θα επιβληθή από τον πνευματικό για την θεραπεία κάθε αμαρτήματος. Επίσης, μετά βεβαιότητος λέγει: «κρείσσων γαρ η αποχή τούτου μετ’ ευλαβείας και φόβου, ήπερ η μετάληψις μετά τόλμης και αναξιότητος, πίστευσον».
Είναι σημαντικός αυτός ο λόγος του μεγάλου διδασκάλου του γένους μας πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως που δείχνει ποιά είναι τα πνευματικά αίτια της πτώσεως της Βασιλευούσης των πόλεων και ποιά πρέπει να είναι η αληθινή ζωή των Κληρικών και Χριστιανών που θέλουν να είναι και να λέγωνται ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Τα διάφορα δεινά έχουν κυρίως και προπαντός πνευματικά αίτια, έστω κι αν δεν θέλουμε να τα εντοπίζουμε. Δεν πρέπει να παραμέ-
νουμε μόνον σε πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, αλλά θα πρέπη να βλέπουμε και την πνευματική διάσταση του θέματος, αφού ο Θεός διευθύνει την ιστορία. Άλλωστε η χιλιόχρονη Ρωμαϊκή – Βυζαντινή Αυτοκρατορία διατηρήθηκε τόσα χρόνια, γιατί βίωνε την ορθόδοξη πίστη, αφού το πρότυπό της, κατά βάση, ήταν ο αγιασμός και η συμμετοχή στην δόξα του Θεού.
Επίσης, από τον προφητικό και πατερικό αυτόν λόγο του Ιωσήφ Βρυεννίου φαίνεται ότι πρέπει να μάθουμε «πως δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι ήτις εστιν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α’ Τιμ. γ ,15). Αυτό αναφέρεται στον κατάλληλο τρόπο προσελεύσεως στα άγια Μυστήρια, στην προσπάθεια να τηρούμε τις εντολές του Χριστού στην καθημερινή μας ζωή, και στον αγώνα να διατηρούμε ανόθευτη την ορθόδοξη πίστη.

Αυτοί οι λόγοι του Ιωσήφ Βρυεννίου αναφέρονται και σε μας, αφού τόσο στην εθνική, όσο και στην οικογενειακή και προσωπική μας ζωή, πρέπει να στηριζόμαστε σε πνευματικά θεμέλια. Τα χωρία «μακάριος ο λαός ου εστι βοηθός Κύριος ο Θεός αυτού» και «μακάριοι πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον» έχουν πνευματική εφαρμογή και συνιστούν τον λεγόμενο πνευματικό νόμο. Εάν ζούμε απρεπώς, τότε ο Θεός προς παιδαγωγία και από αγάπη επιτρέπει διάφορα δεινά για να μετανοήσουμε.
Ο προφητικός λόγος του διδασκάλου του γένους μας Ιωσήφ Βρυεννίου είναι επίκαιρος.
Πηγὴ : ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ.

Θεολογική ερμηνεία της εικόνας της Αναλήψεως.


Θεολογική ερμηνεία της εικόνας της Αναλήψεως.

Στην εικόνα της Αναλήψεως ο Κύριος με φωτεινά ενδύματα και κυριαρχική στάση, εικονίζεται μέσα σε «δόξα», που είναι άλλοτε στρογγυλή, όπως στην εικόνα μας και άλλοτε ελλειψοειδής. Κάθεται σε ουράνιο τόξο ευλογώντας με το ένα του το χέρι και κρατώντας όρθιο ειλητάριο με το άλλο. Το ειλητάριο είναι σύμβολο του διδασκάλου.
Τη «δόξα», μέσα στην οποία βρίσκεται ο Κύριος υποβαστάζουν δύο άγγελοι. Συμβολίζουν και εκφράζουν τη θεία μεγαλειότητα και εξουσία. «Ο Κύριος ως παντοδύναμος δεν είχε ανάγκη τους αγγέλους για να αναληφθεί στους ουρανούς). Σε μερικές εικόνες της Αναλήψεως οι άγγελοι δεν ανακρατούν το δίσκο της δόξας, αλλά ατενίζουν τον Κύριο σε στάση προσευχής. Όπως λένε τα τροπάρια της εορτής, απορούν και θαυμάζουν, γιατί ο Χριστός αναλήφθηκε όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως άνθρωπος, δηλαδή με το άφθαρτο και δοξασμένο σώμα του.
Άλλοτε οι άγγελοι εικονίζονται να σαλπίζουν σύμφωνα με το ψαλμικό στίχο «ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 6). Ο στίχος αυτός αναφέρεται αυτούσιος στην υμνολογία της Αναλήψεως, γιατί «ἡ εἰς οὐρανούς ἄνοδος διά τούτων (των λέξεων) τοῦ Κυρίου σημαίνεται» (Μ. Αθανάσιος, ΒΕΠ 32, 116).
β) Οι απόστολοι. Χωρισμένοι κάτω σε δύο ομίλους έχοντας την Παναγία στη μέση «θεωρούν τον αναλαμβανόμενο Κύριο με χειρονομίες και στάσεις που δηλώνουν έκπληξη, αμηχανία, θάμβος και ταραχή». Πίσω της βρίσκονται δύο λευκοφορεμένοι άγγελοι, που δείχνουν με υψωμένο το χέρι τον αναλαμβανόμενο Κύριο. Ως αγγελιοφόροι του Θεού διαβεβαιώνουν και παρηγορούν τους παριστάμενους πως ο Κύριος θα επανέλθει κατά τη Δευτέρα παρουσία του.
Στο κείμενο της Αγίας Γραφής (Λουκ. 24, 50-52. Πραξ. 1, 9-11) που αναφέρεται στην Ανάληψη, η Θεοτόκος δεν είναι ανάμεσα στα πρόσωπα που παραβρίσκονται στο γεγονός. Για την παρουσία της μας πληροφορεί η ιερά παράδοση, όπως τη βλέπουμε άλλωστε στα τροπάρια του εσπερινού της εορτής και το συναξάριο της ημέρας∙ «τήν γάρ ἐν τῷ πάθει σου μητρικῶς πάντων ὑπεραλγήσασαν (=που πόνεσε πιο πολύ), ἔδει καί τῇ δόξῃ τῆς σαρκός σου ὑπερβαλλούσης ἀπολαῦσαι χαρᾶς (Δοξαστικό της λιτής). Άξια προσοχής είναι η θέση και η στάση της Θεοτόκου στην εικόνα. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον υιό της και είναι άξονας της όλης σύνθεσης. «Η κάθετη γραμμή που ενώνει το κεφάλι του Σωτήρος με εκείνο της Θεοτόκου μοιράζει το σύνολο ακριβώς σε δύο όμοια μέρη, διασταυρώνεται με την οριζόντια γραμμή και σχηματίζει ένα τέλειο σταυρό» (Π. Ευδοκίμωφ). Οι απόστολοι με τις χειρονομίες τους και έχοντας τα κεφάλια τους στραμμένα προς τον Κύριο έρχονται σε αντίθεση με την ατάραχη κα ήρεμη μορφή της Παναγίας. Η ηρεμία της, όπως ειπώθηκε, εκφράζει την αναλλοίωτη αλήθεια της Εκκλησίας. Ο αγιογράφος της εικόνας μας θέλησε με τους αποστόλους που κυκλώνουν την Παναγία να παρουσιάσει την Εκκλησία, στην οποία ο Κύριος θα έστελνε την Πεντηκοστή το Άγιο Πνεύμα για να την ζωοποιήσει και κινητοποιήσει. Για την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές και της επιδημίας του στον κόσμο μιλούν και τα τροπάρια της Αναλήψεως.«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, ὁ τῶν Ἀγγέλων βασιλεύς, τόν Παράκλητον ἡμῖν ἐκ τοῦ Πατρός ἀποστεῖλαι» (α΄τροπάριον, ωδή δ΄). Έτσι τα δύο κοσμοσωτήρια και κοσμοϊστορικά γεγονότα, της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.
Δεξιά από τη Θεοτόκο, το πρώτο πρόσωπο που βλέπει στον ουρανό με το χέρι μπροστά στα μάτια του, είναι ο απόστολος Παύλος. Φυσιολογικά δεν έχει θέση μεταξύ των αποστόλων, γιατί η μεταστροφή του έγινε μετά την Ανάληψη. Στην εικόνα τοποθετείται συμβολικά. Θα γίνει κι αυτός μέλος της Εκκλησίας και μάλιστα εκλεκτό. Ο ορθόδοξος αγιογράφος αποσπά τον Παύλο από την εποχή του και τον συγκαταριθμεί μεταξύ των αποστόλων. Έτσι και η θέση του Ιούδα αναπληρώθηκε και η παράσταση της Εκκλησίας έγινε δυναμική, εκφραστική και συμβολική.
Τα υψωμένα σε δέση χέρια της Παναγίας θυμίζουν τον ρόλο της κοντά στον Υιό της. Είναι αυτή που παρακαλεί και μεσιτεύει. Όπως ψάλλει η Εκκλησία μας, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν, ἁμαρτωλοί πρός Θεόν, ἐν κινδύνοις καί θλίψεσιν, ἁεί μεσιτείαν». Παρακαλούμε τον Χριστό να μας σώσει και ελεήσει «ταῖς πρεσβίαις τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἁειπαρθένου Μαρίας».

Στην εικόνα η Θεοτόκος εικονίζεται ορθοστημένη, αλύγιστη. Με την ακινησία της φαίνεται να εκφράζει τα αμετακίνητα δόγματα της Εκκλησίας. Από το άλλο μέρος οι απόστολοι με τις διάφορες χειρονομίες τους συμβολίζουν τις διάφορες γλώσσες και τα ποικίλα μέσα, με τα οποία σπέρνεται ο λόγος του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων.

Ωραία παρατηρήθηκε: «Ένα αίσθημα ειρήνης, προσευχής και αίνου καλύπτει το παν, γιατί εκεί οπού βρίσκεται το κεφάλι τοποθετείται η χαρμόσυνη ελπίδα του σώματος», δηλαδή της Εκκλησίας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Όπως το είπε ο άγιος πάπας Λέων Α΄ (440-461): «Η Ανάληψη του Χριστού είναι δική μας ανύψωση και όπου η δόξα της Κεφαλής προπορεύτηκε, εκεί καλείται η ελπίδα του Σώματος».Πηγή: apostoliki-diakonia.gr