ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ


ΟΙ  ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

1Η ΑΦΙΞΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΕΤΡΑ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ PDF 

2 Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ pdf

3 ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ pdf

4 Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ pdf

Advertisements

Στη νύχτα των κρυστάλλων. 1955


Στη νύχτα των κρυστάλλων. 1955

«Γεφύρι Τούρκος κι αν γενεί, πάνω του μην περάσεις»

Η ντροπή των γεγονότων

ΕΙΜΑΙ ένα άτομο που έζησε τα γεγονότα της 6-7 Σεπτεμβρίου 1955. Μου είναι αδύνατο να ξεχάσω τα όσα είδα το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου στο Πέραν. Ενώ με βασάνιζαν αυτές οι σκέψεις, οι Έλληνες γείτονές μας άρχισαν να μετακομίζουν σε άλλες περιοχές ή να πηγαίνουν στην Ελλάδα. Μετά το 1963 έφυγαν όλοι. Μας άφησαν μόνους στην Πόλη. Εκ των υστέρων μετανιώσαμε, αλλά ήταν πλέον αργά.

Ήμουν 14 ετών και έπρεπε να μεταβώ στο Λύκειο Γκαλατάσαραϋ για εγγραφή για εξετάσεις. Με πολύ κόπο έφθασα στο Πέραν. Τα είχα χαμένα με όσα έβλεπα γύρω μου. Σου προκαλούσαν τρόμο. Οι βιτρίνες της τεράστιας λεωφόρου είχαν καταστραφεί και τα εμπορεύματα ρίχτηκαν στο δρόμο. Η εικόνα δεν διέφερε από πεδίο μάχης. Στο δρόμο έβλεπες τόπια υφασμάτων, θερμάστρες, πολυελαίους, είδη οικιακού εξοπλισμού και ό,τι άλλο φανταστείς. Όλα τα καταστήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι διερχόμενοι άρπαζαν ό,τι ήθελαν και έφευγαν. Έβλεπες άτομα να έχουν υπό μάλης ραδιόφωνα, φωτιστικά, ανδρικά και γυναικεία ρούχα.

Ήμουν παιδί και δεν καταλάβαινα και πολλά. Αυτό όμως που μου κίνησε την περιέργεια ήταν ότι ενώ κάποια καταστήματα είχαν καταστραφεί, κάποια άλλα έμειναν άθικτα. Είδα ότι στα δεύτερα κυμάτιζαν τουρκικές σημαίες, ενώ των πρώτων οι πινακίδες έφεραν ελληνικά ονόματα. Στο δρόμο κυκλοφορούσαν άτομα με μούσι και με παρουσιαστικό λαφυραγωγού. Η αστυνομία και ο στρατός απευθυνόμενοι προς τα άτομα αυτά λες και τους έλεγαν «Φτάνει πια. Πήρατε ό,τι θέλατε να πάρετε. Φύγετε.» Η επέμβασή τους δεν ήταν η επιβεβλημένη.

Όταν την επομένη έριξα μια ματιά στις εφημερίδες είδα ότι τα ίδια είχαν συμβεί και σε άλλες περιοχές της Πόλης. Και εκεί καταστράφηκαν καταστήματα, εκκλησίες, ακόμη και νεκροταφεία. Υπήρχαν και μερικά θύματα Εβραίων, αλλά το μεγάλο πλήγμα δέχτηκαν οι Έλληνες.

Οι εφημερίδες έγραφαν ότι κάποια άτομα, για να γλυτώσουν τις περιουσίες τους, κρατώντας τουρκικές σημαίες ικέτευαν τον όχλο λέγοντας «Μην με καταστρέψετε. Είμαι Τούρκος, είμαι πολίτης της Τουρκίας.» Τότε κατοικούσαμε στο Ερένκιοϊ. Γύρω μας είχαμε πολλούς Έλληνες γείτονες. Ήταν οι καλύτεροί μου φίλοι. Μετά τα γεγονότα κλείστηκαν στον εαυτό τους. Δεν θα ξεχάσω τα λόγια της κυρίας Ελένης: «Αν επιτεθούν και σε μας, μπορείτε να μας φιλοξενήσετε;» Με το σύζυγό της είχαν ένα κουρείο το οποίο κατέστρεψε ο όχλος. Επί μια εβδομάδα η μητέρα μου τους έστελνε φαγητό, ενώ τους είχε παραχωρήσει και ένα δωμάτιο. Το παιδικό μου μυαλό δεν μπορούσε να αντιληφθεί τους λόγους της επίθεσης κατά της περιουσίας της κ. Ελένης.

Ενώ με βασάνιζαν αυτές οι σκέψεις, οι Έλληνες γείτονές μας άρχισαν να μετακομίζουν σε άλλες περιοχές ή να πηγαίνουν στην Ελλάδα. Μετά το 1963 έφυγαν όλοι. Μας άφησαν μόνους στην Πόλη. Εκ των υστέρων μετανιώσαμε, αλλά ήταν πλέον αργά.

Άρθρο του Μεχμέτ Αλί Μπιράντ στην Πόστα

Νύχτα 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου 1955… H καταστροφή του Ελληνισμού της Πόλης

Το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, όλα φαινόταν ήρεμα στήν Πόλη. Μια μικρή ομάδα φοιτητών ήταν συγκεντρωμένοι στην Πλατεία του Ταξίμ, στην κορυφή του Πέρα, διαδηλώνοντας εναντίον της Ελλάδος. Η Ελλάδα ήταν πάντα ό συντηρούμενος από τις Τουρκικές αρχές στόχος του όχλου.
Οι πέντε μεγάλοι δρόμοι πού οδηγούσαν στην Πλατεία Ταξίμ γέμισαν ξαφνικά με ένα μαινόμενο όχλο οπλισμένο με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, σκεπάρνια, σφυριά και σιδερένιους λοστούς πού φώναζε «Kahrolsun giavourlar!» (Ανάθεμα στους γκιαούρηδες!) και «Yikin, kirin, giavourdur!» (Σπάστε, γκρεμίστε είναι γκιαούρης!).
Όταν μαζεύτηκαν 50.000 περίπου άτομα, 
αλαλάζοντος όχλου, μπήκε σε εφαρμογή η επόμενη φάση του σχεδίου: Καταστροφή όλων των ελληνικών περιουσιών και βεβήλωση όλων των Ιερών και Όσίων του Ελληνισμού της Πόλης. Οι οδηγίες πού είχαν δοθεί ήταν να μη μείνει τίποτα όρθιο. 

Ακολούθησαν ώρες πραγματικής κόλασης. Ένα μέρος του όχλου κινήθηκε στο Istiklal Caddesi, το περίφημο Πέρα, πού στο ένα χιλιόμετρο της διαδρομής του είχε, σαν το πιο φημισμένο εμπορικό κέντρο της Πόλης, 700 περίπου μαγαζιά πού το συντριπτικό τους ποσοστό άνηκε σε Έλληνες.
Χρυσαφικά μεγάλης αξίας λεηλατήθηκαν μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά απ’ τους συμπλεκόμενους μεταξύ τους διαδηλωτές. Όταν ο όχλος έφθασε στην Αγία Τριάδα, ακούστηκαν οι κραυγές «Ανάθεμα στους άπιστους!» και ο όχλος εισέβαλε στην εκκλησία. Ότι κινητό υπήρχε στον ναό καταστράφηκε ή βεβηλώθηκε. Εικόνες, άγια σκεύη, ράσα ήταν ο στόχος του μανιασμένου όχλου.
Το Πέρα μέσα σε λίγες ώρες άρχισε να αλλάζει όψη. Ό δρόμος αποκτούσε ένα περίεργο υπόστρωμα, πού ήταν ένα μίγμα απ’ τα πράγματα πού καταστρεφόταν: μηχανήματα, γούνες, ρολόγια, παπούτσια, λάδια, τυριά, υφάσματα, πιατικά, ρούχα, διάφορα άλλα είδη τροφίμων και ένδυσης, ανακατεμένα, κάτω απ’ το βάρος του όχλου πού κινιόταν συνεχώς, δημιούργησαν σιγά-σιγά μια υπερυψωμένη μάζα λασπώδη καί λιγδερή.


Στό μεταξύ το σχέδιο της καταστροφής όλων των ελληνικών περιουσιών της Πόλης βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη: Εκατό ομάδες εκτελούσαν το φρικιαστικό τους έργο σε μια τεράστια έκταση απ’ τον Βόσπορο ως τη θάλασσα του Μαρμαρά. Οι επί κεφαλής των διαδηλωτών με καταλόγους σπιτιών και καταστημάτων των Ελλήνων, διεύθυναν τις ομάδες του όχλου.
Ήταν ένας οργανωμένος τυφώνας πού σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα του. Δεκάδες Έλληνες πολίτες και κληρικοί κακοποιήθηκαν. Λεηλατήθηκαν ή παραδόθηκαν στις φλόγες 73 ελληνικές εκκλησίες. Καταστράφηκαν εικόνες, αγιογραφίες και σκεύη ανεκτίμητης ιστορικής και αρχαιολογικής άξιας. Καταστράφηκαν ολοσχερώς και τα 26 Ελληνικά σχολεία. Ή Πατριαρχική Σχολή του Φαναριού πού ιδρύθηκε το 1453 και ή Θεολογική Σχολή της Χάλκης υπέστησαν το μένος του όχλου με ιδιαίτερη βαρβαρότητα. Το Ζάππειο Λύκειο δέχτηκε την επιδρομή του όχλου που κατρακύλησε απ’ τις μεγάλες μαρμάρινες σκάλες το άγαλμα του ευεργέτου του Σχολείου Κωνσταντίνου Ζάππα και, κατέστρεψε όχι μόνο θρανία, πιάνο, αίθουσα τελετών αλλά έκανε και τεράστια ζημιά στις τοιχογραφίες πού κοσμούσαν το εσωτερικό του σχολείου. 4.340 ελληνικά καταστήματα λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. 2.600 σπίτια Ελλήνων βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα και παραδόθηκαν στο μένος καί την πρωτοφανή λύσσα του όχλου. Ρημάχτηκαν κυριολεκτικά και καταστράφηκαν τα γραφεία και τα πιεστήρια των τριών μεγάλων ελληνικών εφημερίδων της Κωνσταντινούπολης.
Στο Ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί μία ομάδα τυφλωμένων απ’ το μίσος διαδηλωτών επί δύο ολόκληρες ώρες κατέστρεφε τάφους και σταυρούς, έσκαβε τους πιο πρόσφατους και έβγαζε έξω τα πτώματα μαχαιρώνοντας και κομματιάζοντας τα.
Στήν Παναγία των Βλαχερνών, πού χτίσθηκε πάνω στα θεμέλια Βυζαντινού ναού του 470 μ.Χ., ο όχλος των διαδηλωτών κατέστρεψε με απίστευτη μανία ό,τι οι Έλληνες κατάφεραν να διατηρήσουν για χίλια τετρακόσια ογδόντα πέντε χρόνια.
Στον Άγιο Γεώργιο στα Ψωμαθιά, μια εκκλησία χτισμένη τον 13ο αιώνα πού οι Τούρκοι ονόμαζαν kanli kilise (ματωμένη εκκλησία) απ’ το αίμα πού έχυσαν στο σημείο εκείνο την ημέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, η μανία των διαδηλωτών μετέτρεψε την ιστορική εκκλησία σε σωρό ερειπίων.
Στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, γνωστή σαν Βαλουκλιώτισσα, οι αστυνομικοί και ο νυχτοφύλακας πού υποτίθεται ότι τη φύ­λαγαν, καθοδήγησαν τον όχλο στην καταστροφή και στη λεηλασία του ιστορικού Μοναστηρίου. Και οι τρεις μοναχοί πού βρισκόταν τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου στο Μοναστήρι είτε θανατώθηκαν είτε βασανίστηκαν. Ό 90χρονος μοναχός Χρύσανθος Μαντάς βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στις φλόγες της φωτιάς πού άναψαν για να τον κάψουν. Ό 6Οχρονος ηγούμενος, επίσκοπος Παμφιλίου Γεράσιμος, βασανίστηκε και τραυματίστηκε βαρεία στο κεφάλι. Ό 35χρονος ιερέας Ευάγγελος χτυπήθηκε και βασανίστηκε. Ό όχλος απαιτούσε τη σταύρωση του πού τελικά δεν έγινε, γιατί οι διαδηλωτές ήθελαν να απολαύ­σουν μία αργή και σαδιστική σταύρωση, αλλά καθυστέρησαν πολύ, τους πρόλαβε ο Στρατιωτικός Νόμος πού κηρύχτηκε τα μεσάνυχτα και φοβήθηκαν τις συνέπειες του.

Οι Πατριαρχικοί Τάφοι και τα σκηνώματα των μεγάλων ευεργετών του Γένους πού από το 1850 και μετά τοποθετούντο στον αυλόγυρο της Ιεράς Μονής, καταστράφηκαν με κανιβαλική μανία. Οι Πατριαρχικοί Τάφοι ανοίχτηκαν και τα οστά των νεκρών σκορπίστηκαν στους δρόμους.
21 ελληνικά εργοστάσια καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. Σε όσα βρισκόταν στα παράλια του Βοσπόρου οι μηχανές και τα εργαλεία πετάχτηκαν στη θάλασσα.
110 ελληνικά εστιατόρια και ξενοδοχεία λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν ή παραδόθηκαν στις φλόγες. Και τα 27 ελληνικά φαρμακεία λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν.
Οι βιασμοί γυναικών, ανεξάρτητα απ’ την ηλικία τους, υπολογίζεται ότι ξεπέρασαν τους 200 τη νύχτα εκείνη, ενώ παρέμεινε άγνωστος ο τελικός αριθμός των νεκρών, πού ξεπέρασε τους 20, παρ’ όλο πού οι οδηγίες πού είχαν δοθεί απαγόρευαν τις δολοφονίες.
Το οργανωμένο σχέδιο της ολοκληρωτικής καταστροφής των περιουσιών των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε 6 ώρες περίπου. Στις 12 τα μεσάνυχτα και, αφού οι τέλεια οργανωμένες ομάδες είχαν σχεδόν ολοκληρώσει το έργο τους, η Τουρκική Κυβέρνηση ευαρεστήθηκε να κηρύξει Στρατιωτικό Νόμο σε μια Πόλη παραδομένη στις φλόγες. Το σχέδιο τους σημείωσε καταπληκτική επιτυχία. Το σύνολο σχεδόν των ελληνικών περιουσιών καταστράφηκε. Ό ελληνικός πληθυσμός τρομοκρατήθηκε. Οι απειλές για τη ζωή όσων είχαν επιβιώσει ήταν διάχυτες στην ατμόσφαιρα. Ό στόχος τους λαβώθηκε θανάσιμα, Ό Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ από το χτύπημα της νύχτας αυτής. Σιγά-σιγά καραβάνια ολόκληρα από Έλληνες εγκατέλειπαν την Βασιλεύουσα για να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τη ζωή τους.

http://lefobserver.blogspot.com/2009/09/6-1955.html

http://exomatiakaivlepo.blogspot.com/2010/09/6-7-1955h-e.html

Στη «νύχτα των κρυστάλλων»…

07 Σεπτέμβριος 2009

Του Φάνη Μαλκίδη

Η έκρηξη τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου 1955 στον κήπο του τουρκικού προξενείου Θεσσαλονίκης και έξω από το φερόμενο ως σπίτι του Mustafa Kemal(1), θα αποτελέσει την αφορμή για το πρωτοφανή για τα παγκόσμια χρονικά διωγμό μίας αυτόχθονης ομάδας. Των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι λίγα χρόνια πριν είχαν εξοντωθεί οικονομικά, με τον κεφαλικό φόρο. Ο κλητήρας του τουρκικού προξενείου έπεσε σε αντιφάσεις, σχετικά με τα αίτια της έκρηξης και τελικά ομολόγησε ότι αυτός έβαλε τη βόμβα, προσθέτοντας ότι του την έδωσε ο Οktay Egin, φοιτητής της Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από την Κομοτηνή, ο οποίος και ομολόγησε την πράξη του. Ο Εgin είχε εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο χωρίς εξετάσεις και ο πατέρας του, Faik Egin, δάσκαλος στο σχολείο της Σαλμώνης Ροδόπης είχε υποστηριχθεί μαζί με τον Οsman Ustunder, από το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής, ως υποψήφιος βουλευτής των Φιλελευθέρων το 1952. Ο Οktay Egin αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και ο τούρκος πρόξενος της Κομοτηνής Αhmet Umar, τον φυγάδευσε στην Τουρκία ,όπου εργάστηκε αρχικά στον ραδιοσταθμό της Κωνσταντινούπολης, στη διεύθυνση του Αστυνομικού σώματος, στην Οργάνωση Πληροφοριών (ΜΙΤ), ενώ το 1993 διορίστηκε νομάρχης στην Καππαδοκία.
Μετά το συμβάν, η εφημερίδα Ιnstabul Ekspress σε έκτακτο παράρτημα της παραποίησε τα γεγονότα χρησιμοποιώντας το φανατισμό, που είχε δημιουργηθεί στον Τουρκικό λαό λόγω του αντιαποικιοκρατικού αγώνα της ΕΟΚΑ προέτρεψε σε επεισόδια εναντίον των Ελλήνων. Πρωταγωνιστικό ρόλο θα κρατήσουν οι εθνικιστικές οργανώσεις και σωματεία όπως «Η Κύπρος είναι Τουρκική».
Μέσα σε εννέα περίπου ώρες καταστράφηκαν ολοσχερώς 1004 σπίτια, ενώ άλλα περίπου 2500 υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Καταστράφηκαν επίσης 4348 καταστήματα, 27 φαρμακεία, 26 σχολεία, 5 σύλλογοι, οι εγκαταστάσεις 3 εφημερίδων, 12 ξενοδοχεία, 11 κλινικές, 21 εργοστάσια, 110 ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, 73 εκκλησίες, ενώ συλήθηκαν πάρα πολλοί τάφοι καθώς και οι τάφοι των πατριαρχών στην Μονή Βαλουκλή. Τουλάχιστον 30 Έλληνες σκοτώθηκαν και εκατοντάδες άλλοι κακοποιήθηκαν. Το μίσος εναντίον των ιερωμένων ήταν πρωτόγνωρο, αφού πολλοί απ’ αυτούς ξυλοκοπήθηκαν, άλλοι γυμνώθηκαν και διαπομπεύθηκαν, εξαναγκαζόμενοι να φωνάζουν: «Η Κύπρος είναι τουρκική». Ο Επίσκοπος Παμφίλου Γεράσιμος και ο μοναχός Χρύσανθος Μαντάς ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου, ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος παρεφρόνησε από τους ξυλοδαρμούς και ύστερα από λίγο χρόνο πέθανε, ενώ διάκονος υπέστη περιτομή.
Εκεί όμως που ο όχλος έδρασε ανελέητα ήταν εναντίον των Ελληνίδων. Σε 2000 (!) υπολογίζονται οι βιασμοί, αν και επισήμως καταγγέλθηκαν μόνο 200, για ευνόητους λόγους… Επίθεση από οργανωμένες ομάδες , δέχθηκε και το ελληνικό προξενείο στη Σμύρνη, το ελληνικό περίπτερο στην έκθεση της πόλης, όπου σχίσθηκε η ελληνική σημαία, ενώ οι Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ, διασώθηκαν την τελευταία στιγμή, αν και οι γυναίκες τους πάλι για ευνόητους λόγους δεν αναφέρθηκε σχεδόν ποτέ, ότι βιάσθηκαν.
Μετά τις δολοφονίες των Ελλήνων και τις καταστροφές των ελληνικών περιουσιών, ο Μenderes, ο οποίος αργότερα απαγχονίστηκε (και για αυτά τα γεγονότα) κήρυξε το στρατιωτικό νόμο, συνελήφθησαν πάνω από 2000 άτομα, μεταξύ αυτών ο Αsiz Nesin, ο Κemal Tahir, ο Νazim Hikmet, ενώ προβλήθηκαν ως υπεύθυνοι των ταραχών οι κομμουνιστές.
Οι ζημιές που προκλήθηκαν εκτιμήθηκαν από την τουρκική κυβέρνηση, στα 70 εκατομμύρια λίρες, ενώ μόνο οι καταστροφές στις εκκλησίες , όπως σημείωσε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, ήταν 150 εκατομμύρια δολάρια. Συνολικά οι ζημιές υπολογίζονται σε πάνω από 300 εκατομμύρια δολάρια (2).
Στις 22 Οκτωβρίου 1955, μετά τις αμερικανικές πιέσεις, η Τουρκία, σε μια κίνηση ηθικής ικανοποίησης της Ελλάδας ανέφερε σε ανακοίνωσή της τα εξής:
«προς ηθικήν αποκατάστασιν και έκφρασιν αποτροπιασμού δια την επίθεσην προς την ελληνικήν σημαίαν και την καταστροφήν του ελληνικού προξενείου κατά τα γεγονότα της 6-7 Σεπτεμβρίου η ελληνική σημαία θα υψωθεί εις το νέο κτίριον του προξενείου της Σμύρνης και θα απονεμηθούν εις αυτήν τιμαί υπό τουρκικών και ελληνικών τμημάτων ,θα ανακρουσθούν δε οι εθνικοί ύμνοι των δύο χωρών».
Δύο μέρες αργότερα ο Τούρκος Υπουργός των Εξωτερικών παρουσία τουρκικού αγήματος ύψωσε την ελληνική σημαία στη Σμύρνη. Στην τελετή όπου ήταν παρόντες όλοι οι αξιωματικοί των ΗΠΑ, μίλησαν ο υπουργός συγκοινωνιών της Τουρκίας, ο Έλληνας πρεσβευτής στην Άγκυρα Δ. Καλλέργης, με θερμά λόγια για την «ελληνοτουρκική φιλία». Ο Η. Ηλιού όμως βουλευτής της ΕΔΑ για το ίδιο θέμα δήλωνε ότι «συνεκαλύφθησαν οι κανιβαλισμοί της Κωνσταντινουπόλεως και της Σμύρνης το ισχυρόν αυτό όπλον το οποίον διέθετεν η Ελλάς, δια να καταστήση τους αντίδικους της Κυπριακής ελευθερίας, υπόδικους ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης».
Τελικά δόθηκαν ως αποζημίωση για τις καταστροφές δόθηκαν 3 εκατομμύρια λίρες στα ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, που έπαθαν σοβαρές ζημιές, ενώ έχει ενδιαφέρον ότι η Ελλάδα δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον των μουσουλμάνων της Θράκης και δε σημειώθηκε κανένα επεισόδιο βίας εναντίον τους.
Για τα επεισόδια το Σεπτέμβριο του 1955 στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Gursel (27 Μαΐου 1960), το πόρισμα της ανακριτικής ομάδας, απέδειξε ότι 250 αστυνομικοί με πολιτικά πήραν μέρος στα γεγονότα. Στις δίκες του Αdnan Menderes και του υπουργού Εξωτερικών Faid Zorlu, που έγιναν από τις 20-10-1960 έως και 5-1-1961, βρέθηκαν ένοχοι και μαζί με το Νομάρχη Σμύρνης, καταδικάσθηκαν σε 5 χρόνια, ενώ οι δύο πρώτοι απαγχονίστηκαν για μια σειρά από άλλα αδικήματα.
Η προβοκάτσια με τη βόμβα στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης έδειξε ότι ο παρακρατικός μηχανισμός που έδρασε ήταν μέρος του τουρκικού κράτους, το προξενείο της Κομοτηνής εν προκειμένω. (Είναι πολύ επίκαιρη και σήμερα αυτή η σύνθεση κράτους- παρακράτους με την «Εργκενεγκόν»). Αποτέλεσμα αυτής της κρατικής- παρακρατικής βίας είναι η εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955 και στη συνέχεια το 1964. Έχει όμως ενδιαφέρον να ξαναγίνει συζήτηση και να αναθεωρηθούν ορισμένες απόψεις για το αν εξυπηρετεί διπλωματικούς σκοπούς το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής, και αν μπορεί σε περιόδους έντασης, όπως το 1955 λόγω Κύπρου, να ξαναγίνει εστία εν δυνάμει προβοκάτσιας και εξυπηρέτησης εθνικιστικών στόχων της Τουρκίας στη Θράκη. Το ζήτημα είναι κρίσιμο και σοβαρό. Αποτελεί μέρος μίας μεγάλης πολιτικής και ειλικρινούς συζήτησης που οφείλει να γίνει και μάλιστα τώρα που θυμόμαστε το ρόλο τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής και του μηχανισμού του (και) στην εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης.

1. Η ελληνοτουρκική προσέγγιση στην περίοδο του μεσοπολέμου ,ανανεώθηκε αρκετές φορές , από τον Μεταξά. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνεται η απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου του 1937, του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης με το οποίο χαρίστηκε το σπίτι , όπου λέγεται ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ. Η ιδέα και η απόφαση να δοθεί το σπίτι αυτό στην Τουρκία, το καθεστώς Μεταξά την προωθούσε με διάφορους τρόπους, με τον φιλικό του τύπο να κρατά πρωταγωνιστική θέση. Αρκετοί όμως υποστήριξαν ότι ο Κεμάλ δεν γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, και η επιμονή της τουρκικής πολιτικής να λειτουργήσει το τουρκικό προξενείο στο συγκεκριμένο χώρο , εξυπηρετούσε άλλους στόχους της .Το ζήτημα της καταγωγής του Κεμάλ το αντέκρουσε αργότερα ο Ali Riza Nour , αντιπρόσωπος της Τουρκίας στη Λωζάννη, στο 4τομο έργο τoυ «Ηayat ve Hatiratim» («Η ζωή και η ανάμνησή μου» , Istanbul 1968) όπου μιλάει για την καταγωγή του Κεμάλ, τον Τύρναβο της Λάρισας, καθώς και για άλλα μυστικά του .Αυτό το έργο κατασχέθηκε και δεν κυκλοφόρησε ποτέ ελεύθερα στην Τουρκία. Βλ. Σχετικά Σαρρής Ν. Εξωτερική πολιτική και πολιτικές εξελίξεις στην πρώτη Τουρκική Δημοκρατία Αθήνα: Γόρδιος 1992 σελ. 249.

2. Βλ. Το σημαντικότατο έργο του Σ. Βρυώνη. Ο Μηχανισμός της Καταστροφής. Αθήνα: Εστία 2007. Για μαρτυρίες βλ. Σεπτεμβριανά 1955: Η «νύχτα των κρυστάλλων» του ελληνισμού της Πόλης. Αθήνα: Τσουκάτου 1999. Επίσης βλ. το έργο της Ντιλέκ Γκιουβέν για τα Σεπτεμβριανά, «εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες (Αθήνα: Εστία 2006) , η οποία κάνει μία έντιμη τουρκική προσέγγιση για το ζήτημα, αναφέροντας πολλές αλήθειες. Για παράδειγμα ότι η ΜΙΤ ήταν πίσω από τα επεισόδια. Επίσης βλ., το κινηματογραφικό έργο «Πολίτικη κουζίνα» και με τις όποιες ενστάσεις, το «φθινοπωρινός πόνος», βασισμένο στο βιβλίο του Γιλμάζ Καρακογιουνλού, συγγραφέα και βουλευτή του Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας και από τους ειδικούς αξιολογήθηκε ως «ειλικρινής συγγνώμη» για όσα συνέβησαν τότε.

Στη «νύχτα των κρυστάλλων»…

07 Σεπτέμβριος 2009

Του Φάνη Μαλκίδη

Η έκρηξη τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου 1955 στον κήπο του τουρκικού προξενείου Θεσσαλονίκης και έξω από το φερόμενο ως σπίτι του Mustafa Kemal(1), θα αποτελέσει την αφορμή για το πρωτοφανή για τα παγκόσμια χρονικά διωγμό μίας αυτόχθονης ομάδας. Των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι λίγα χρόνια πριν είχαν εξοντωθεί οικονομικά, με τον κεφαλικό φόρο. Ο κλητήρας του τουρκικού προξενείου έπεσε σε αντιφάσεις, σχετικά με τα αίτια της έκρηξης και τελικά ομολόγησε ότι αυτός έβαλε τη βόμβα, προσθέτοντας ότι του την έδωσε ο Οktay Egin, φοιτητής της Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από την Κομοτηνή, ο οποίος και ομολόγησε την πράξη του. Ο Εgin είχε εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο χωρίς εξετάσεις και ο πατέρας του, Faik Egin, δάσκαλος στο σχολείο της Σαλμώνης Ροδόπης είχε υποστηριχθεί μαζί με τον Οsman Ustunder, από το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής, ως υποψήφιος βουλευτής των Φιλελευθέρων το 1952. Ο Οktay Egin αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και ο τούρκος πρόξενος της Κομοτηνής Αhmet Umar, τον φυγάδευσε στην Τουρκία ,όπου εργάστηκε αρχικά στον ραδιοσταθμό της Κωνσταντινούπολης, στη διεύθυνση του Αστυνομικού σώματος, στην Οργάνωση Πληροφοριών (ΜΙΤ), ενώ το 1993 διορίστηκε νομάρχης στην Καππαδοκία.
Μετά το συμβάν, η εφημερίδα Ιnstabul Ekspress σε έκτακτο παράρτημα της παραποίησε τα γεγονότα χρησιμοποιώντας το φανατισμό, που είχε δημιουργηθεί στον Τουρκικό λαό λόγω του αντιαποικιοκρατικού αγώνα της ΕΟΚΑ προέτρεψε σε επεισόδια εναντίον των Ελλήνων. Πρωταγωνιστικό ρόλο θα κρατήσουν οι εθνικιστικές οργανώσεις και σωματεία όπως «Η Κύπρος είναι Τουρκική».
Μέσα σε εννέα περίπου ώρες καταστράφηκαν ολοσχερώς 1004 σπίτια, ενώ άλλα περίπου 2500 υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Καταστράφηκαν επίσης 4348 καταστήματα, 27 φαρμακεία, 26 σχολεία, 5 σύλλογοι, οι εγκαταστάσεις 3 εφημερίδων, 12 ξενοδοχεία, 11 κλινικές, 21 εργοστάσια, 110 ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, 73 εκκλησίες, ενώ συλήθηκαν πάρα πολλοί τάφοι καθώς και οι τάφοι των πατριαρχών στην Μονή Βαλουκλή. Τουλάχιστον 30 Έλληνες σκοτώθηκαν και εκατοντάδες άλλοι κακοποιήθηκαν. Το μίσος εναντίον των ιερωμένων ήταν πρωτόγνωρο, αφού πολλοί απ’ αυτούς ξυλοκοπήθηκαν, άλλοι γυμνώθηκαν και διαπομπεύθηκαν, εξαναγκαζόμενοι να φωνάζουν: «Η Κύπρος είναι τουρκική». Ο Επίσκοπος Παμφίλου Γεράσιμος και ο μοναχός Χρύσανθος Μαντάς ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου, ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος παρεφρόνησε από τους ξυλοδαρμούς και ύστερα από λίγο χρόνο πέθανε, ενώ διάκονος υπέστη περιτομή.
Εκεί όμως που ο όχλος έδρασε ανελέητα ήταν εναντίον των Ελληνίδων. Σε 2000 (!) υπολογίζονται οι βιασμοί, αν και επισήμως καταγγέλθηκαν μόνο 200, για ευνόητους λόγους… Επίθεση από οργανωμένες ομάδες , δέχθηκε και το ελληνικό προξενείο στη Σμύρνη, το ελληνικό περίπτερο στην έκθεση της πόλης, όπου σχίσθηκε η ελληνική σημαία, ενώ οι Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ, διασώθηκαν την τελευταία στιγμή, αν και οι γυναίκες τους πάλι για ευνόητους λόγους δεν αναφέρθηκε σχεδόν ποτέ, ότι βιάσθηκαν.
Μετά τις δολοφονίες των Ελλήνων και τις καταστροφές των ελληνικών περιουσιών, ο Μenderes, ο οποίος αργότερα απαγχονίστηκε (και για αυτά τα γεγονότα) κήρυξε το στρατιωτικό νόμο, συνελήφθησαν πάνω από 2000 άτομα, μεταξύ αυτών ο Αsiz Nesin, ο Κemal Tahir, ο Νazim Hikmet, ενώ προβλήθηκαν ως υπεύθυνοι των ταραχών οι κομμουνιστές.
Οι ζημιές που προκλήθηκαν εκτιμήθηκαν από την τουρκική κυβέρνηση, στα 70 εκατομμύρια λίρες, ενώ μόνο οι καταστροφές στις εκκλησίες , όπως σημείωσε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, ήταν 150 εκατομμύρια δολάρια. Συνολικά οι ζημιές υπολογίζονται σε πάνω από 300 εκατομμύρια δολάρια (2).
Στις 22 Οκτωβρίου 1955, μετά τις αμερικανικές πιέσεις, η Τουρκία, σε μια κίνηση ηθικής ικανοποίησης της Ελλάδας ανέφερε σε ανακοίνωσή της τα εξής:
«προς ηθικήν αποκατάστασιν και έκφρασιν αποτροπιασμού δια την επίθεσην προς την ελληνικήν σημαίαν και την καταστροφήν του ελληνικού προξενείου κατά τα γεγονότα της 6-7 Σεπτεμβρίου η ελληνική σημαία θα υψωθεί εις το νέο κτίριον του προξενείου της Σμύρνης και θα απονεμηθούν εις αυτήν τιμαί υπό τουρκικών και ελληνικών τμημάτων ,θα ανακρουσθούν δε οι εθνικοί ύμνοι των δύο χωρών».
Δύο μέρες αργότερα ο Τούρκος Υπουργός των Εξωτερικών παρουσία τουρκικού αγήματος ύψωσε την ελληνική σημαία στη Σμύρνη. Στην τελετή όπου ήταν παρόντες όλοι οι αξιωματικοί των ΗΠΑ, μίλησαν ο υπουργός συγκοινωνιών της Τουρκίας, ο Έλληνας πρεσβευτής στην Άγκυρα Δ. Καλλέργης, με θερμά λόγια για την «ελληνοτουρκική φιλία». Ο Η. Ηλιού όμως βουλευτής της ΕΔΑ για το ίδιο θέμα δήλωνε ότι «συνεκαλύφθησαν οι κανιβαλισμοί της Κωνσταντινουπόλεως και της Σμύρνης το ισχυρόν αυτό όπλον το οποίον διέθετεν η Ελλάς, δια να καταστήση τους αντίδικους της Κυπριακής ελευθερίας, υπόδικους ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης».
Τελικά δόθηκαν ως αποζημίωση για τις καταστροφές δόθηκαν 3 εκατομμύρια λίρες στα ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, που έπαθαν σοβαρές ζημιές, ενώ έχει ενδιαφέρον ότι η Ελλάδα δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον των μουσουλμάνων της Θράκης και δε σημειώθηκε κανένα επεισόδιο βίας εναντίον τους.
Για τα επεισόδια το Σεπτέμβριο του 1955 στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Gursel (27 Μαΐου 1960), το πόρισμα της ανακριτικής ομάδας, απέδειξε ότι 250 αστυνομικοί με πολιτικά πήραν μέρος στα γεγονότα. Στις δίκες του Αdnan Menderes και του υπουργού Εξωτερικών Faid Zorlu, που έγιναν από τις 20-10-1960 έως και 5-1-1961, βρέθηκαν ένοχοι και μαζί με το Νομάρχη Σμύρνης, καταδικάσθηκαν σε 5 χρόνια, ενώ οι δύο πρώτοι απαγχονίστηκαν για μια σειρά από άλλα αδικήματα.
Η προβοκάτσια με τη βόμβα στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης έδειξε ότι ο παρακρατικός μηχανισμός που έδρασε ήταν μέρος του τουρκικού κράτους, το προξενείο της Κομοτηνής εν προκειμένω. (Είναι πολύ επίκαιρη και σήμερα αυτή η σύνθεση κράτους- παρακράτους με την «Εργκενεγκόν»). Αποτέλεσμα αυτής της κρατικής- παρακρατικής βίας είναι η εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955 και στη συνέχεια το 1964. Έχει όμως ενδιαφέρον να ξαναγίνει συζήτηση και να αναθεωρηθούν ορισμένες απόψεις για το αν εξυπηρετεί διπλωματικούς σκοπούς το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής, και αν μπορεί σε περιόδους έντασης, όπως το 1955 λόγω Κύπρου, να ξαναγίνει εστία εν δυνάμει προβοκάτσιας και εξυπηρέτησης εθνικιστικών στόχων της Τουρκίας στη Θράκη. Το ζήτημα είναι κρίσιμο και σοβαρό. Αποτελεί μέρος μίας μεγάλης πολιτικής και ειλικρινούς συζήτησης που οφείλει να γίνει και μάλιστα τώρα που θυμόμαστε το ρόλο τουρκικού προξενείου της Κομοτηνής και του μηχανισμού του (και) στην εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης.

1. Η ελληνοτουρκική προσέγγιση στην περίοδο του μεσοπολέμου ,ανανεώθηκε αρκετές φορές , από τον Μεταξά. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνεται η απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου του 1937, του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης με το οποίο χαρίστηκε το σπίτι , όπου λέγεται ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ. Η ιδέα και η απόφαση να δοθεί το σπίτι αυτό στην Τουρκία, το καθεστώς Μεταξά την προωθούσε με διάφορους τρόπους, με τον φιλικό του τύπο να κρατά πρωταγωνιστική θέση. Αρκετοί όμως υποστήριξαν ότι ο Κεμάλ δεν γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, και η επιμονή της τουρκικής πολιτικής να λειτουργήσει το τουρκικό προξενείο στο συγκεκριμένο χώρο , εξυπηρετούσε άλλους στόχους της .Το ζήτημα της καταγωγής του Κεμάλ το αντέκρουσε αργότερα ο Ali Riza Nour , αντιπρόσωπος της Τουρκίας στη Λωζάννη, στο 4τομο έργο τoυ «Ηayat ve Hatiratim» («Η ζωή και η ανάμνησή μου» , Istanbul 1968) όπου μιλάει για την καταγωγή του Κεμάλ, τον Τύρναβο της Λάρισας, καθώς και για άλλα μυστικά του .Αυτό το έργο κατασχέθηκε και δεν κυκλοφόρησε ποτέ ελεύθερα στην Τουρκία. Βλ. Σχετικά Σαρρής Ν. Εξωτερική πολιτική και πολιτικές εξελίξεις στην πρώτη Τουρκική Δημοκρατία Αθήνα: Γόρδιος 1992 σελ. 249.

2. Βλ. Το σημαντικότατο έργο του Σ. Βρυώνη. Ο Μηχανισμός της Καταστροφής. Αθήνα: Εστία 2007. Για μαρτυρίες βλ. Σεπτεμβριανά 1955: Η «νύχτα των κρυστάλλων» του ελληνισμού της Πόλης. Αθήνα: Τσουκάτου 1999. Επίσης βλ. το έργο της Ντιλέκ Γκιουβέν για τα Σεπτεμβριανά, «εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες (Αθήνα: Εστία 2006) , η οποία κάνει μία έντιμη τουρκική προσέγγιση για το ζήτημα, αναφέροντας πολλές αλήθειες. Για παράδειγμα ότι η ΜΙΤ ήταν πίσω από τα επεισόδια. Επίσης βλ., το κινηματογραφικό έργο «Πολίτικη κουζίνα» και με τις όποιες ενστάσεις, το «φθινοπωρινός πόνος», βασισμένο στο βιβλίο του Γιλμάζ Καρακογιουνλού, συγγραφέα και βουλευτή του Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας και από τους ειδικούς αξιολογήθηκε ως «ειλικρινής συγγνώμη» για όσα συνέβησαν τότε.

Τα μηνύματα των Σεπτεμβριανών

Παρά το ότι πέρασαν 54 χρόνια από τα γεγονότα, είναι καιρός κάποιοι ερευνητές να εγκύψουν στην περίοδο εκείνη και να καταγράψουν τις μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων. Μερικοί βρισκόμαστε ακόμη εν ζωή.

ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ Τα μηνύματα των Σεπτεμβριανών

ΟΛΟ και περισσότεροι Τούρκοι άρχισαν να ασχολούνται με τα Σεπτεμβριανά και να αναφέρονται στις επιπτώσεις που είχε στην οικονομία -και όχι μόνο- η αναίτια και βάρβαρη επίθεση κατά του ελληνικού στοιχείου της Πόλης. Συνειδητοποίησαν ότι με τα Σεπτεμβριανά η Κωνσταντινούπολη από μια αρχοντική, αυτοκρατορική και πολυπολιτισμική πόλη μετατράπηκε σε μια ανατολίτικη επαρχιακή πόλη με εκατομμύρια κουβαλητούς από τα βάθη της Ανατολίας. Τη θέση των καταστημάτων με την ευρωπαϊκή φινέτσα και βιτρίνες πήραν καταστήματα που φτιάχνουν ντονέρια και λαχματζούν.

Με τις έρευνές τους για αναζήτηση της αλήθειας για τα αίτια που προκάλεσαν τα γεγονότα οι Τούρκοι προσπαθούν να εξιλεωθούν. Έφθασαν μέχρι του σημείου να γυρίσουν και ταινία («Η οδύνη του φθινοπώρου»). Αρκετοί Τούρκοι αλλά και Τ/κ δημοσιογράφοι αναφέρονται στην αποφράδα εκείνη μέρα και την καταδικάζουν με τον πιο έντονο τρόπο. ΄Ολοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η οργάνωση είχε τη σφραγίδα της επίσημης Τουρκίας η οποία όμως δεν φαντάστηκε ότι τα γεγονότα θα έπαιρναν τέτοια έκταση και με την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου προσπάθησε να περισώσει ό,τι έμεινε όρθιο.

Τα γεγονότα καταδικάστηκαν από το σύνολο του ξένου Τύπου, αλλά και από τον ίδιο τον στρατοδίκη Σαλίμ Μπάσολ, ο οποίος ως πρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε και καταδίκασε τους υπαιτίους, δήλωσε: «Τα όσα συνέβησαν τη νύκτα της 6-7 Σεπτεμβρίου δεν τα έχουμε διαπράξει ουδέποτε στη μακραίωνη ιστορία μας, ούτε σε χώρες που είχαμε εισβάλει».

Ανέκαθεν η Τουρκία καιροφυλακτεί και για να υλοποιήσει τα όποια σχέδιά της περιμένει να βρεθεί ο εχθρός σε δύσκολη θέση ή να αντιμετωπίζει εσωτερικά προβλήματα. Μελετά με πολλή προσοχή τους στόχους της, θέτει με μεγάλη μαεστρία τους μηχανισμούς για υλοποίησή τους και την κατάλληλη στιγμή «κτυπά». Όπως στην περίπτωση του κυπριακού εκμεταλλεύτηκε το πραξικόπημα και το κενό εξουσίας, έτσι και στην περίπτωση των Σεπτεμβριανών, βρήκε την Ελλάδα ακέφαλη καθ’ ό,τι ο πρωθυπουργός Παπάγος ήταν βαριά άρρωστος και οι δύο αντιπρόεδροι Κανελλόπουλος και Στεφανόπουλος δεν είχαν την ευχέρεια να αναπτύξουν πρωτοβουλίες. Εξάλλου η προσοχή ήταν στραμμένη στη διάσκεψη του Λονδίνου όπου για πρώτη φορά η Τουρκία συμμετείχε σε συζήτηση για το κυπριακό.

Παρά το ότι πέρασαν 54 χρόνια από τα γεγονότα, είναι καιρός κάποιοι ερευνητές να εγκύψουν στην περίοδο εκείνη και να καταγράψουν τις μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων. Μερικοί βρισκόμαστε ακόμη εν ζωή.

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Δευτέρα, 7 Σεπτέμβριος 2009

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΔΥΣΗ.


ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΔΥΣΗ.

Ιστορική παρουσίαση

www.Apodimos.com

Η πιο κάτω παρουσίαση – ενημέρωση για όλους τους Έλληνες , Κυπρίους και Απόδημους αδελφούς μας σκοπεύει να γνωρίσουμε την Καππαδοκία που έτσι κάποτε ονομαζόταν η περιοχή της Κεντρικής Ανατολίας (Τουρκία) με κέντρο την Καισάρεια (σήμερα Kayseri). Σήμερα, το όνομα Καππαδοκία (το οποίο δεν χρησιμοποιείται σε κανένα επίσημο χάρτη), αναφέρεται σε μια μικρή περιοχή γύρω από την κοιλάδα του Goereme (Κόραμα) με το εξωγήινο τοπίο των ηφαιστιογενών βράχων και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Τουρκίας. Ένα οδοιπορικό στις πόλεις της Ιωνίας και της Λυκίας, σε χώρους που σχετίζονται άμεσα με τους Έλληνες και τον ελληνικό πολιτισμό. Οι σπουδαίοι αρχαιολογικοί χώροι, οι ναοί, και οι κρυμμένες πολιτείες συνθέτουν μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας για το ένδοξο παρελθόν που άφησε ατράνταχτες αποδείξεις για τους νεότερους. Η Καππαδοκία με τα αξεπέραστα ιστορικά μνημεία και τη φυσική της ομορφιά της Μικράς Ασίας είναι ένα από τα συγκλονιστικότερα ταξίδια στη Μεσόγειο.  Αυτό το πνευματικό ταξίδι θα σας το προσφέρει η ομιλία της Παυλίνας Μακρίδου – Βαρναλίδου πού έγινε στην Αίθουσα του Πνευματικό Κέντρου των Κωνσταντινουπολιτών στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και αφιερώνεται στην ιερά μνήμη των παππούδων της Γεωργίου και Παύλου και της γιαγιάς της Αναστασίας , γνήσια τέκνα της Καππαδοκικής γης. Η Διάλεξη είχε τίτλο Καππαδοκία, Το Πέρασμα από την Ανατολή στη Δύση.

Εμείς σαν Apodimos.com το μόνο που γνωρίζουμε είναι το γεγονός ότι η Καππαδοκία, είναι η χώρα των ηρώων μαρτύρων και Αγίων της Ορθοδοξίας και να παρουσιάσουμε όλους τους Έλληνες , Κυπρίους και Απόδημους αδελφούς μας ορισμένες φωτογραφίες  για να σαν βάλουν στο κλίμα της περιοχής και όσον θα μελετάτε την διάλεξη της Παυλίνας Μακρίδου – Βαρναλίδου που θα σας παρουσιάσουμε .

Διάλεξη της Παυλίνας Μακρίδου – Βαρναλίδου

Καππαδοκία , Το Πέρασμα από την Ανατολή στη Δύση

13 Μαρτίου 2009

Αφιερώνεται στην ιερά μνήμη των παππούδων μου Γεωργίου και Παύλου και της γιαγιάς μου Αναστασίας , γνήσια τέκνα της Καππαδοκικής γης.

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ. ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

Με ρώτησε κάποτε η γιαγιά μου Αναστασία, όταν μικρὸ κοριτσάκι καθόμουν πλάϊ της για να ακούω με ενδιαφέρον τα όσα μου διηγόταν : «Παιδάκι μου πες μου ποιό είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο ; ». «Το φως γιαγιά», της απάντησα. «Όχι παιδί μου» είπε εκείνη. «Τότε θα είναι ο ήχος ή η αστραπή» είπα. «Τίποτε απὸ όλα αυτά» μου απάντησε. «Ε, τότε ποιό είναι» τη ρώτησα με περιέργεια ! «Είναι η σκέψη κοριτσάκι μου. Η σκέψη που τόσο γρήγορα με πηγαίνει στην πατρίδα που γεννήθηκα και μεγάλωσα, εκεί που άφησα τους νεκρούς γονείς, και συγγενείς, και γνωστούς μου». «Ποιά πατρίδα γιαγιά » την ρώτησα πάλι. Και όταν δεν πήρα απάντηση σήκωσα το κεφάλι μου και είδα να κυλούν δάκρυα επάνω στα ρυτιδωμένα από τα χρόνια μάγουλα της Καππαδόκισας γιαγιάς και το βλέμμα της να πλανάται μακριά.«Γιατί κλαίς γιαγιάκα μου;» της είπα. «Θα καταλάβεις καλύτερα όταν μεγαλώσεις παιδί μου» ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή απὸ συγκίνηση ! Δεν ήθελε να λέγει πολλά για εκείνα τα χρόνια που πέρασε στην πατρίδα και την ανάγκασαν βίαια να την εγκαταλείψει, γιατί η θύμησή τους την πλήγωναν. Κάποτε κάποτε, όμως, την ρωτούσα επίμονα και εκείνη υποχωρούσε και τότε μου διηγόταν κάποιες ιστορίες από τη ζωή πού είχε περάσει εκεί.

Πέρασαν χρόνια απὸ τότε, και να τώρα γιαγιά Αναστασία, παππού Παύλε, παππού Γιώργο βρίσκομαι εδώ μαζί με άλλους Καππαδόκες, Κωνσταντινουπολίτες, αλλά και φίλους και φίλες για να επαναφέρουμε όλοι μαζί στη μνήμη μας κάποιες στιγμές της ιστορίας, της ζωής και των περιπετειών εκείνων των τόπων σας. Ενδεχομένως και κάποιοι απὸ τους εδώ παρευρισκομένους να είδαν το φως του ηλίου σε εκείνες τις πατρίδες, άλλοι να άκουσαν από τους παππούδες, τις γιαγάδες, ή τους γονείς και συγγενείς τους τα διαδραματισθέντα εκεί εκείνα τα χρόνια, και άλλοι να τα διάβασαν. Ας μεταφερθούμε, λοιπόν, νοερά πάλι στους τόπους εκεί-νους,τους οποίους οι πρόγονοι μας Καππαδόκες εξαναγκασμένοι εγκατέλειπαν πριν 85 περίπου χρόνια, γιατί κάποιοι έτσι αποφάσισαν γιαυτούς χωρίς αυτούς, ξεριζώνοντάς τους από τα πάτρια εδάφη τους, στα οποία επί αιώνες είχαν ριζώσει και στεριώσει . Ας περιδιαβούμε τα σοκάκια με τις πολλές εκκλησιές και εξωκκλήσια, και παρεκκλήσια και τα αρχοντικά και τα άλλα σπίτια, πολλά κτισμένα τον 19ο αιώνα, που αν και σήμερα τα περισσότερα απ’αυτά κατεστραμμένα, ή ερείπια, ή εγκαταλελειμμένα, ή ακόμη και κατοικημένα από τους νέους, αλλά ξένους προς αυτά ενοίκους, διατηρούν ακόμη και «τραυματισμένα» την αρχοντιά και την ανάμνηση της πολιτισμένης ζωής που υπήρχε κάποτε εκεί. Να, οι λαξευτές χαρακτηριστικές είσοδοι των σπιτιών και των αυλών τους, κατασκευασμένες από πέτρες που υπάρχουν στην περιοχή και διακοσμημένες από επιδέξιους λαϊκούς κτίστες με διάφορα σχέδια, όπως πουλιά, αχιβάδες και ροζέτες. Να, και μερικά ἀπό τα μονογράμματα και οι ημερομηνίες, που σώζονται και δείχνουν σε ποιόν ανήκε και πότε κτίσθηκε η τάδε οικία. Σώζονται, και κάποιες επιγραφές, όσες το πέρασμα του χρόνου, αλλά και τα βέβηλα χέρια κάποιων δεν κατέστρεψαν ! Διαβάζουμε μία που βρίσκεται σε μετόπη σπιτιού της Καρβάλης : «ΚΥΡΙΕ ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ ΤΟΥΤΟΝ. ΚΕΛΒΕΡΙ 8 ΜΑΪΟΥ 1911». Πάντως είναι βαθειά χαραγμένη η παρουσία της Ορθόδοξης Ρωμιοσύνης σε χριστιανικά μνημεία, σε δημόσια οικοδομή-ματα και σε άλλα οικήματα των μερών εκείνων της Μικράς Ασίας . Οι πρόγονοί μας σε όλα αυτά τα οικοδομήματα, που με κόπους και θυσίες δημιούργησαν, άφησαν έντονη τη σφραγίδα τους. Δεν μπορείς, βεβαίως, να μη σταθείς και έξω από τις ερειπωμένες εκκλησίες,-εκτός από ελάχιστες που τα τελευταία χρόνια κάπως επιδιορθώθηκαν-, αλλά και να μη μπεις μέσα σε κάποιες από αυτές, έστω και για λίγα λεπτά, εάν σου το επιτρέπουν οι συνθήκες και εκείνοι που τις επιτηρούν τώρα, για να προσευχηθείς και να ψάλλεις σιγανά ή και κάποτε υψώνοντας κάπως τη φωνή το τροπάριο του αγίου της εκκλησίας, ακόμη και το «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…»! Να προσευχηθείς και για τις ψυχές των προγόνων μας, πού άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί και που ασφαλώς θα αγαλλιάζονται με την θύμηση και τις προσευχές μας, ένδειξη ότι δεν τους ξεχνάμε. Δεν μπορείς να συγκρατήσεις όμως και το δάκρυ σου, όταν βλέπεις πως κατάντησαν τα όσια και ιερά των προγόνων σου, όταν βλέπεις εκκλησίες ερειπωμένες και κατεστραμμένες, και άλλες να έχουν μετατραπεί σε σταύλους, σε αποθήκες, σε κινηματογράφους, ή ακόμη και για άλλες χρήσεις…! Μόνον όταν αναλογισθεί κανείς όλα αυτά τότε καταλαβαίνει τη μεγάλη σημασία πού έχουν οι προσκυνηματικές επισκέψεις πού πραγματοποιεί με κάθε ευκαιρία ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ.Βαρθολομαίος, ο Πατριάρχης του Γένους, στις προγονικές εστίες της Ρωμιοσύνης στη Μικρά Ασία, λειτουργώντας σε διάφορες ημικατεστραμμένες ή κάπως διατηρημένες εκκλησίες, τελώντας τρισάγια και ευλογώντας τη γη εκείνη, κάτω από την οποία αναπαύονται τα οστά των αμέτρητων ειρηνικώς και μαρτυρικώς τελειωθέντων κεκοιμημένων προγόνων μας. Είναι ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης που μετά την Μικρασιατική καταστροφή, την μεγάλη αυτή δοκιμασία που υπέστη το Γένος μας, και την ανταλλαγή των πληθυσμών, επισκέπτεται αυτά τα πάτρια εδάφη, αποτίοντας φόρο τιμής και μνήμης στους Ορθοδόξους Έλληνες που έζησαν και μεγαλούργησαν στα ευλογημένα εκείνα χώματα της Μικρασιατικής γης. Αλλά και πολλοί από τους Έλληνες του Ελλαδικού χώρου, καθώς και της Δια-σποράς επισκέπτονται τα τελευταία χρόνια με συγκίνηση τις προγονικές αυτές εστίες. Οι επισκέψεις αυτές βοηθούν στο να διατηρούνται ζωντανές οι μνήμες και να μεταλαμπαδεύονται και στις επόμενες γενεές!

Εκατοντάδες εκκλησίες και παρεκκλήσια κτίσθηκαν ή λαξεύθηκαν σε διάφορες ιστορικές χρονικές περιόδους σε βράχους, σε κοιλάδες, σε φαράγγια, αλλά και σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Καππαδοκίας από μέρους απλών πιστών χριστιανών μέχρι και βυζαντινών αυτοκρατόρων. Πολλές από αυτές δεν υπάρχουν πιά, σώζονται όμως κάποιες επιγραφές που έφεραν στην πρόσοψη ή στον νάρθηκά τους. Αναφέρω ενδεικτικά δυό από αυτές. Η μία είναι του Τιμίου Σταυρού της Καρβάλης του 4ου αιώνα μ.Χ. : «Ούτος ο πάνσεπτος ναός του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού εκτίσθη εκ θεμελίων δι’εξόδων του βυζαντινού Αυτοκράτορος Θεοδοσίου, παρ’ού και εδωρήθη τεμάχιον του Τιμίου ξύλου, επιστασία δε Γρηγορίου του Ναζιανζηνού» (1). Η δεύτερη είναι του έτους 1006 (ή 1021), προερχόμενη από την Καππαδοκία : «εκαλιεργίθι ο ναός ούτος της αγίας Βαρβάρας επή βασηλήας Κωνσταντήνου και Βασηλείου…δηά συνδρομής Βασηλείου διομεστίκου…» (2).

Όταν συλλογίζεται κανείς την ιστορία αυτού του τόπου συγκλονίζεται. Πατρίδες των μεγάλων ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι αυτά τα μέρη : Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Ναζιανζηνού (του Θεολόγου) και Γρηγορίου Νύσσης, πού με τα έργα και την ζωή τους ενδυνάμωσαν την πίστη μας και φώτισαν την Οικουμένη ! Πάνω στο έργο των τριών αυτών Καππαδοκών Πατέρων του 4ου αιώνα κτίσθηκε το οικοδόμημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού μας. Σε περιοχή της Καππαδοκίας ἐξωρίσθηκε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφήνοντας ανάμνηση της αγιότητάς του. Είναι πατρίδα και πολλών άλλων παλαιοτέρων και νεοτέρων αγίων, όπως του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Ιωάννου του Καππαδόκη (5ος αιώνας) και του Αγίου Ιωάννου του Νηστευτή (6ος αιώνας) (3), του Μητροπολίτου Ικονίου Αμφιλοχίου, του Αγίου Αχίλλειου Αρχιεπισκόπου Λαρίσης, του Αγίου Μάμαντος, του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη κ.ἄ.. Θέλω να αναφέρω εδώ και τον εκ των γνωστοτέρων μοναχών και πνευματικών ανδρών του 20ου αιώνα τον π.Παΐσιο που γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας (1924-1994). Αλλά είναι πατρίδα και πολλών σοφών και άλλων επιστημόνων, που έρχονται από τά βάθυ της ελληνιστικής εποχής και φθάνουν μέχρι τις πρώτες δεακαετίες του εικοστού αιώνα, ὀπως «ο πολομαθέστατος εκλεκτικός φιλόσοφος και ένθερμος υποστηρικτής του ιπποκρατικού πνεύματος Αρεταίος ο Καππαδόκης, ιατρός και συγγραφέας» μεταξύ του 1ου και 2ου αιώνα μ.Χ., εξ’ού και η ονομασία του εδώ Αρεταίειου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου (4). Επίσης έχουμε τον πολυμαθή ιατρό και φαρμακοποιό Ηρα τον Καππαδόκη (1ος αιώνας μ.Χ.), τον γνωστό φιλόσοφο νεοπυθαγόρειο Απολλώνιο τον Τυανέα(1ος αιώνας μ.Χ.), τον νέο-πλατωνικό φιλόσοφο Ευστάθιο τον Καππαδόκη, και τον σοφιστή και ιστοριογράφο Ευστόχιο (τον 4ο μ.Χ. αἰώνα), τον Στράβωνα και τον γεωγράφο Παυσανία, και τόσους άλλους ακόμη. Είναι πατρίδα όμως και των ακριτών, που με υπερηφάνεια αναφέρονται στα τραγούδια. Εδώ έζησαν κάποτε οι θρυλικοί και υπεράνθρωποι ακρίτες. Ο πιο ξακουστός απ’όλους Βασίλειος ο Διγενής, που έδωσε σκληρή μάχη εναντίον των εχθρών στη Μαλακοπή το 863 μετά Χριστόν. Πιστεύω ὄτι ἀξίζει να αναφερθούμε εδώ και στον Καππαδόκη την καταγωγή Θεόφιλο Ουλφίλα,(που έζησε περί-που μεταξύ το 311-382 μ.Χ.), «ο οποίος είναι ο μεγάλος ιεραπόστολος, εκχριστιανιστής και εκπολιτιστής των γερμανικών φύλων, και ο οποίος υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος των Γότθων και δημιουργός του γοτθικού, δηλαδή του γερμανικού, αλφαβήτου» (5). Μπορούμε να πούμε ότι είναι κάτι ανάλογο με το μεγάλο έργο των εκπολιτιστών και εκχριστιανιστών των Σλάβων, των Θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Αλλά η Καππαδοκία έδωσε και Αυτοκράτορες στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την αποκαλουμένη από τον 16ο αιώνα και εξής από Δυτικούς ιστοριογράφους και Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπως ο Μαυρίκιος (583-602),ο Ηράκλειος (575-641),ο Νικηφόρος Φωκάς (912-969),ο Ιωάννης Τσιμισκής (925-976),ο Ρωμανός ο Διογένης (1025-1072),που συνέδεσε το όνομά του με την μάχη του Μάντζικερτ το 1071,κατά την οποία άλλαξε ο ρους της πολιτικής ιστορίας του Βυζαντίου. Επίσης και η οικογένεια των Λασκαριδών είχε καταγωγή από την Καππαδοκία. Από την Οθωμανική περίοδο ενδεικτικά θα ήθελα να αναφέρω τον μέγα αρχιτέκτονα, τον γνωστό «Μιμάρ Σινάν», ο οποίος στόλισε την Οθωμανική Επικράτεια με τα μεγαλύτερα και ωραιότερα τεμένη. Δεν ημπορεί σήμερα κανείς πλέον να αμφισβητήσει ότι ήταν υιός ελλήνων γονέων που ζούσαν στην Καππαδοκική γη. Ας έλθουμε όμως και στη σύγχρονη εποχή. Και εδώ ενδεικτικά θα αναφέρω τον μεγάλο ιστορικό Παύλο Καρολίδη που γεννήθηκε στο Ανδρονίκιο της Καππαδοκίας το 1849 και πέθανε το 1930 στην Αθήνα. Είχε διαδεχθεί τον άλλο μεγάλο ιστορικό, τον Κωνσταντινουπολίτη Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο στην έδρα της Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Επίσης τον Αβροτέλη Ελευθερόπουλο, που ήταν «ο πρώτος καθηγητής Κοινωνιολογίας στην Ελλάδα και διασημώτερος διεθνώς Έλληνας κοινωνιολόγος». Τον Χαράλαμπο Θεοδωρίδη, που υπήρξε ο πρώτος καθηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (6) και πολλούς ἀλλους . Ασφαλώς, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και τον εκ πατρός Καππαδόκη Κωνσταντίνο Καβάφη ,καθώς και τον νομπελίστα ποιητή Γεώργιο Σεφέρη (1900-1971),τον καθηγητή και ακαδημαϊκό Γιάγκο Πεσματζόγλου, τον διά-σημο διεθνώς Έλληνα σκηνοθέτη Ηλία Καζάν (7), και τους Καππαδόκες την καταγωγή Μποδοσάκη και Αριστοτέλη Ωνάση (από γονείς Καππαδόκες),που με τα δύο Ιδρύματα που άφησαν και χρηματοδότησαν σπουδάζουν εκατοντάδες νέοι επιστήμονες. Ετσι βλέπουμε ότι το χώμα της Καππαδοκικής γης ανέθρεψε πλειάδα ελλήνων το γένος, οι οποίοι με τα έργα και τη ζωή τους διαχρονικά την ετίμησαν με την σειρά τους και την κατέστησαν από τα κυριότερα κέντρα του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού .

Αλλά πού και ποιά ήταν αυτή η πατρίδα μας που ονομαζόταν Καππαδοκία και ποιά η ιστορία της; Ας σταθούμε για λίγο και στα σημεία αυτά.

Συγκλονιστικό το θέαμα που θα αντικρίσουμε, όταν διατρέξουμε 800 περίπου χιλιόμετρα από την Πόλη προς τα βάθη της Ανατολίας και φθάσουμε στην καρδιά περίπου της Μικράς Ασίας. Εκεί που ευρίσκεται ή περιοχή της Καππαδοκίας, μας αναμένει ένα απέραντο οροπέδιο με υψόμετρο γύρω στα 1000 ως 1400 μέτρα, αλλά και στο βάθος ο πανύψηλος Αργαίος (το σημερινό Ερτζιγάς),με υψόμετρο 3.830μ.,ένα σβησμένο από καιρό ηφαίστειο, με την ιστορική Καισάρεια να κοίτεται μπροστά του. Το άλλο υψηλό όρος είναι το Χασάν-Μελεντίζ πάνω από την Νίγδη. Η περιοχή της Καππαδοκίας, λόγω της κεντρικής γεωγραφικής της θέσης διατήρησε ανά χιλιετίες μια εξέχουσα από στρατιωτική και εμπορική άποψη σημασία, αλλά γνώρισε και ποικίλα πολιτισμικά ρεύματα. Από πολιτισμική άποψη η Καππαδοκία βρίσκεται στο σταυροδρόμι πολλών, μεγάλων και πανάρχαιων πολιτισμών, όπως του χιττιτικού, του ασσυρό-βαβυλωνιακού, του περσικού, του ελληνικού ,του εβραϊκού, του αραβικού και άλλων. Αναμφιβόλως, από τα πλέον πολιτισμικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Καππαδοκίας, είναι εκείνα του ελληνισμού και του Χριστιανισμού, που διατηρήθηκαν ζωντανά επί δύο περίπου χιλιετίες, αφήνοντας μέχρι σήμερα την ανεξίτηλη σφραγίδα τους, αλλά και προκαλώντας τον παγκόσμιο θαυμασμό, παρά τις ιστορικές και πολιτισμικές αλλαγές και αλλοιώσεις! Έτσι, προχωρώντας προς την μεγάλη καμπή του Άλυ ποταμού (Κιζιλ Ιρμάκ), στην περιοχή του Προκοπίου (το σημερινό Ούργκιουπ) (8) και του Κοράματος (Γκιόρεμε) θα συναντήσουμε κάτι το ανεπανάληπτο, κάτι το φαντασμαγορικό. Στην περιοχή αυτή, που είναι ευρύτερα γνωστή με το όνομα Καππαδοκία, 20.000 περίπου ηφαιστειογε-νείς μικροί και μεγαλύτεροι βραχώδεις και πορώδεις κώνοι , φιλοξένησαν μέσα τους χιλιάδες λαξευτές εκκλησίες ( λένε ότι είναι περί τις 3.500 ) και μοναστήρια των πρώτων χριστιανικών αιώνων, αλλά και των μετέπειτα χρόνων. Ιστορημένες οι περισσότερες με υπέροχες τοιχογραφίες,κυρίως από τοπικούς αγιογράφους, συγκινούν και κάνουν τον επισκέπτη να εκστασιάζεται ακόμη και σήμερα. Ρήγος σε διαπερνά όταν εισέρχεσαι μέσα σ’αυτές και, αν και έχουν χαρακτηρισθεί μουσεία σήμερα, όπως θέλουν να τις ονομάζουν και να τις εκθέτουν οι κρατούντες , αυθόρμητα νιώθεις μέσα σου μια φωνή να σου λέγει: «Προσοχή, ο τόπος αυτός που πατάς είναι καθαγιασμένος», και αμέσως αισθάνεσαι την ανάγκη να κά-νεις τον σταυρό σου μπροστά από το αυστηρό βλέμμα του φύλακα, αλλά και κάτω από την γαλήνια μορφή του Παντοκράτορα που σε ευλογεί και σε καθησυχάζει πάνω από τον τρούλλο. Ναι, όπως και να τους χαρακτηρίσουν, ότι και να γίνει, οι τοποι αυτοί δεν παύουν να είναι άγιοι, και η γή αυτή δεν παύει να είναι αγία και χριστιανική ! Τα μέρη αυτά σαγηνεύουν τον κάθε επισκέπτη και προσκυνητή,όπως σαγήνευσαν και τον Γιώργο Σεφέρη,που περιγράφει με θαυμάσιο τρόπο την παραμονή και την περι-ήγησή του στην περιοχή αυτή στο πόνημα του με τον τίτλο : «Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας». Βέβαια, οι άσπροι αυτοί ηφαιστειογενείς βράχοι κατά καιρούς λαξεύτηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εκτός από χώρους λατρείας και μοναστικής ζωής και ως κατοικίες των χριστιανών.

Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι στην Καππαδοκία υπήρχαν και απομεμακρυσμένα από τα αστικά κέντρα χωριά, λόγω και της μορφολογίας του εδαφους και των δυσπρόσιτων κοιλάδων, στα οποία οι κάτοικοί τους διατηρούσαν και ομιλούσαν την ελληνική γλώσσα, χάρη και στις πάρα πολλές υπόγειες λαξευτές δαιδαλώδεις σήραγγες,δηλαδή υπό-γειες πόλεις, όπου κρύβονταν και ζούσαν για ένα χρονικό διάστημα οι κυνηγημένοι χριστιανοί κάτοικοι σε περιόδους επιδρομών και διώξεων. Οι «πόλεις» αυτές που φθάνουν υπογείως στους επτά-οκτώ ορόφους, περιείχαν μέσα όλους τους απαραίτητους χώρους για να μπορούν να επιβιώσουν εκεί επί ένα χρονικό διάστημα οι καταφεύγοντες σ’αυτές: υπνοδωμάτια, καθιστικά, μαγειρία, σταύλοι, πατητήρια, παρεκκλήσια, αλλά και φωταγωγοί και αεραγωγοί, για τον εξαερισμό των χώρων και την είσοδο φωτός. Τις εισόδους τις έκλειναν σε καιρούς επιδρομών με μεγάλες στρογγυλές πέτρες,που χρησίμευαν και ως μυλόπετρες. Από τις γνωστές δαι-δαλώδεις υπόγειες πόλεις είναι αυτή που ευρίσκεται στην περιοχή της Μαλακοπής (σήμερα γνωστή ως Ντερίν Κουγιού),καθώς και στο Καϊμακλί (Ενεγόπη) . Μένουν έκπληκτοι αυτοί που επισκέπτονται τις πόλεις αυτές . Ο Ξενοφών κάνει λόγο γι’αυτές τις υπόγειες πόλεις, αλλά και ο Βυζαντινός χρονικογράφος Λέων ο Διάκονος , αναφερόμενος σ’αυτούς τους χώρους καταφυγής σημειώνει και μια άλλη χρήση αυτών,ότι δηλαδή εκεί κατέφευγαν οι κάτοικοι των περιχώρων και κατά τον χειμώνα, όταν έκανε πολύ κρύο και είχε χιόνια : « Οι δ’ενοικούντες εκεί την γην ανορύττοντες και καταγωγάς και σκηνώσεις ούτω κατεργαζόμενοι και τα χρειώδη αποτιθέμενοι, υπόγειοι διαζώσι και ενδιαιτώνται απρόϊτοι εως αν ο χειμών παρέλθει και τακή η χιών» (9).

Εάν ανατρέξουμε στην ιστορία θα δούμε ότι οι αρχαίοι Ελληνες συγγραφείς καθώς και οι Λατίνοι (Ρωμαίοι) έκαναν λόγο για δύο Καππαδοκίες, την Μεγάλη Καππαδοκία προς τον Ταύρο, στα νότια, με πρωτεύουσα την Καισάρεια, που πήρε το όνομα αυτό κατά την περίοδο του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Τιβερίου, και την Ποντιακή Καππαδοκία προς τον βορρά με πρωτεύουσα την Αμισό. Λέγεται ότι η περιοχή αυτή ονομάστηκε Καππαδοκία (χώρα των ωραίων ίππων) από τους Ασσυρίους,οι οποίοι έφθασαν εκεί το 1600 περίπου πρό Χριστού. Ο Στράβων αναφέρει ότι η περιοχή της Καππαδοκίας στην αρχαιοτέρα εποχή κατελάμβανε μεγαλύτερο χώρο, το εν τρίτο της Μ.Ασίας, ήταν πολυπληθέστερη και περισσότερο εξελιγμένη. Κατά τον Στράβωνα «Η Καππαδοκία έστι πολυμερής και συχνά δεδεγμένη μεταβολάς». Ενεκα δε των μεταβολών και αλλοιώ-εων που έχει υποστεί το τοπωνυμικό της Καππαδοκίας , δεν είναι δυνατόν να καθορισθούν επακριβώς τα παλαιότερα όρια της. Ηταν, πάντως, μια εκτενής περιοχή με πολλές πόλεις και χωριά, πού εφερναν ελληνικά ονόματα,και που άλλοτε αντηχούσαν εκεί των Καππαδοκών οι φωνές : Καισάρεια,Νεάπολη (Νέβσεχιρ), Αραβισός, Ναζιανζός, Ανακού, Μαλακοπή, Καλβάρη, Προκόπι, Νίγδη, Σινασός, Μιστί, Ἰντζέσου και τόσες άλλες ακόμη (10). Ισως τα περισσότερα από τα ονόματα αυτά να άλλαξαν ή να διαφοροποιήθηκαν από τους κρατούντας σήμερα. Ομως,την ιστοριά που είναι ριζωμένη βαθειά μεσα στους αιώνες δεν ημπορεί κανείς να την αλλάξει ή να την αλλοιώση. Βεβαίως,ο Χριστιανισμός δεν εδραιώθηκε εύκολα στην Καππαδοκία, και απόδειξη είναι οι τόσοι μάρτυρες πού αγίασαν με το αίμα τους αυτή τη γή. Εξάλλου, σε μία περιοχή, όπως η Καππαδοκία, όπου συναντήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων τόσα έθνη και ανατολικές θρησκείες, ήταν εύλογο να υπάρξει τόσον ο θρησκευτικός συγκριτισμός, όσο και ο αγώνας επικράτησης των θρησκειών. Αργότερα δε, από το 30 π.Χ., προσετέθη και η σκληρή ρωμαιοκρατική διοίκηση . Μέσα σ’αυτή τη δαιδαλώδη θρησκευτικο-πολιτική κατάσταση ήταν φυσικό ότι και η διάδοση και επικράτηση του Χριστιανισμού θα αντιμετώπιζε στις αρχές πολλές δυσκολίες.Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ελληνική γλώσσα και η αντίσταση των Καππαδοκών έναντι των κατακτητών και των προκλήσεων, κυρίως όμως η δυναμική της διδασκαλίας του Ευαγγελίου ήταν εκ των κυριωτέρων αιτίων για την επικράτηση του Χριστιανισμού επί των εθνικών και ιουδαϊκών στοιχείων της Καππαδοκίας. Όπως είναι γνωστόν ο Μ.Βασίλειος, «ο της Καισαρέων Εκκλησίας επίσκοπος», που ήδη προαναφέραμε, με τον εξαίρετο βίο και τα συγγράμματά του, άνοιξε νέους ορίζοντας στη σύζευξη τής ελληνικής και της χριστιανικής παιδείας. Η εύστοχη και πειστική επιχειρηματολογία του Μ.Βασιλείου ότι η ελληνική φιλοσοφία δένει με την χριστιανική σκέψη και την βοηθά να εμβαθύνει στα μεταφυσικά προβλήματα στάθηκε πολύ χρήσιμη .Το βλέπουμε και στην εξαίσια μελέτη του με τίτλο : «Προς τους νέους, όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Ηταν άνθρωπος με πολλά χαρίσματα και με πλούσιο ψυχικό κόσμο. Η αγάπη του για τήν χριστινική πίστη και λατρεία και τα εκκλησιαστικά δρώμενα, για την ειρήνη, για τους φίλους και τους συνανθρώπους του,για τη φύση, αλλά και γιά τον ασκητικό βίο τον οδήγησαν στη δημιουργία υπ’αυτού μοναχικού κοινοβιακού συστήματος καθώς και στην ίδρυση της περιώνυμης «Βασιλειάδας», που κολόνες της στηρίζουν ακόμη και σήμερα το τέμενος του Ουλού Τζαμί στο κέντρο της Καισάρειας, που κτίσθηκε ακριβώς στον τόπο όπου υπήρχε το συγκροτήμα που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος ,στο οποίο υπήρχε ορφανοτροφείο ,πτωχοκομείο, γηροκομείο, σχολείο κ.ά. . Γενικώς μπορούμε να πούμε ότι οι Καππαδόκες Πατέρες υπήρξαν οι στυλοβάτες και οι θεμελιωτές της συμπορεύσεως και ταυτίσεως του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας,ἐννοιες που συνιστούν και την ιδιοπροσωπία του Γένους μας. Εν μέσω των ιδεολογικών και θρησκευτικών συγχύσεων της εποχής τους, οι Πατέρες αυτοί της Καππαδοκίας επέτυχαν τον εξελληνισμό του Χριστιανισμού, επιδιώκοντας συγχρόνως να εισρεύσουν τα καλά και πολύτιμα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος στον Χριστιανισμό. Ως εκ τούτου, δικαίως ο 4ος μετά Χριστόν αιώνας των Πατέρων της Εκκλησίας μας θεωρείται ο «Χρυσούς Αιώνας» του Χριστιανισμού. Ετσι, ενώ η εξάπλωση του εξελληνισμένου τύπου αστικού κέντρου συνετέλεσε στον εξελληνισμό των πόλεων της Μικράς Ασίας,η Εκκλησία ολοκλήρωσε τον εξελληνισμό των επαρχιών συμβάλλοντας ταυτοχρόνως στην επικράτηση της ελληνικής γλώσσας έναντι των άλλων γλωσσών της περιοχής που σταδιακά εξέλειπαν.

Η Καππαδοκία μεταξύ του 4ου και 6ου αιώνα έγινε κέντρο θρησκευτικής και εκπαιδευτικής δράσεως. Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου μαζί με τον Πόντο απετέλεσαν ξεχωριστό κράτος με αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο Αννιβαλιανό, αλλά στα χρόνια των διαδόχων του υποβιβάσθηκε αυτή σε ρωμαϊκή (βυζαντινή) επαρχία. Οι Βυζαντινοί ενωρίς κατανόησαν τη στρατηγική σπουδαιότητα της περιοχής της Καππαδοκίας για την άμυνα της αυτοκρατορίας στους αγώνες τους κατά των Περσών, και αργότερα κατἀ των Αράβων και Σελτσούκων Τούρκων, και γιαυτό την κατέστησαν ιδιαίτερο στρατιωτικό κέντρο, όπως ο Ιουστινιανός και ο Ηράκλειος,που την χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο στους πολέμους τους. Ετσι η Καππαδοκία έγινε ο τόπος της ακριτικής εποποιίας. Στις αρχές του 12ου αιώνα, μετά την κυριαρχία των Σελτσούκων, η Καππαδοκία υπήχθη στο Κράτος του Ικονίου ή των Ρουμ (Ρωμανία), μένοντας υπό το καθεστώς αυτό επί δύο περίπου αιώνες (11).

Ο γενικός χαρακτηρισμός των Καππαδοκών ως Καραμανλίδων φαίνεται ότι έλκει την προέλευσή του από την ιστορική περίοδο των δύο αιώνων,δηλαδή του 14ου και 15ου μ.Χ.,όταν μέρος της Καππαδοκίας, μετά την κατάργηση του κράτους των Σελτσούκων, ανήκε στο Σουλτανάτο του Καραμάν,(στους Καραμανογουλαρί), από το οποίο ονομάσθηκε και Καραμανία. Ετσι, το όνομα αυτό παρέμεινε και στους μετέπειτα κατοίκους της περιοχής,οι οποίοι ονομάσθηκαν και Καραμανλίδες. Μετα δε την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως (το 1453) η Καππαδοκία περιήλθε υπό την κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων και έγινε μία από τις Επαρχίες του Οθωμανικού Κράτους. Η περιοχή της Καππαδοκίας σήμερα αποτελείται από τέσσαρες διοικήσεις : την Καισάρεια, τη Νίγδη, την Γιοζγκάτη και την Σεβάστεια.

Κατά τα νεώτερα χρόνια οι Έλληνες της Καππαδοκίας συγκροτούσαν αμιγείς ελληνικές χριστιανικές κοινότητες στις περιοχές της Καισάρειας και της Νίγδης, ενώ στα άλλα μέρη, σε διάφορα χωριά, ζούσαν μαζί και Τούρκοι. Μέχρι το 1922 τον πληθυσμό της Καππαδοκίας τον συγκροτούσαν Μωαμεθανοί, Έλληνες Ορθόδοξοι και Αρμένιοι.

Και τώρα λίγα για την ζωή των ελλήνων κατοίκων της περιοχής αυτής. Η Καππαδοκία δεν συγκαταλέγεται γενικώς μεταξύ των εύφορων μερών της Μ.Ασίας, επειδή είχε πολλούς θάμνους. Είχε όμως και λειβάδια και γι’αυτό η κτηνοτροφία είχε καλή ανάπτυξη. Οι Έλληνες της Καππαδοκίας ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και σ’αυτήν τους βοηθούσαν και οθωμανοί τσομπαναρέοι. Επίσης στην περιοχή της Μουταλάσκης υπήρχαν πολλά βότανα, τα οποία ήταν χρήσιμα στην ιατρική. Σε κάθε χωριό των ελλήνων Καππαδοκών εκτός από τα μονόροφα ή διόροφα σπίτια υπήρχαν η εκκλησία, το σχολείο, οι βρύσες, τα χαϊράτια, τα πλυσταριά με τα πλακόνια (μεγάλες πέτρινες πλάκες, επάνω στις οποίες έπλεναν τα ρούχα),οι φούρνοι, οι αποθήκες, τα μικρά καφενεδάκια και η πλατεία, όπου εξελισσόταν η καθημερινή κοινωνική τους ζωή. Είχαν και τα δικά τους ήθη και έθιμα στις γιορτές, στα βαφτίσια, στους αρραβώνες, στους γάμους και στους θανάτους. Ανάλογα ήταν και τα τραγούδια και τα μοιρολόγια τους. Δεν έλλειπαν βεβαίως και οι δεισιδαιμονίες. Όσον αφορά στις ενδυμασίες, βλέπει κανείς με θαυμασμό σε διάφορα λαογραφικά σήμερα μουσεία τη χάρη και την αρχοντιά που είχαν αυτές, όπως χειμωνιάτικα φορέματα από χονδρό βελούδο με τον γνωστό γούνινο γιακά (το κιούρκ), τις πελερίνες από τσόχα Καισαρείας με γνωστά ανάγλυφα κεντήματα και τον κυκλικό γιακά πού κούμπωνε στο λαιμό, τα ατλαζένια χαριτωμένα νυφικά με κλειστό δαντελένιο γιακά και γύρω γύρω αραχνοΰφαντο σιφόνι,τα μωρουδιακά κεντημένα με ιδιαίτερη φροντίδα και πολλά άλλα. Είναι γνωστά εξάλλου τα κεντήματα των καππαδοκών γυναικών !

Ως προς τα επαγγέλματα,οι ρωμιοί των περιοχών αυτών ήταν συνήθως κτίστες,ή σιδεράδες,ή μαραγκοί κλπ.. Επειδή τα μέρη εκείνα ήταν ως επί το πλείστον άγονα και οι πόροι επιβίωσης δεν επαρκούσαν, πολλοί από τους Έλληνες κατοίκους έπαιρναν τον δρόμο της ξενητειάς , πηγαίνοντας προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως ήταν η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, αλλά και η Αμισός. « Η ιδιομορφία της οικονομικής αλλά και της κοινωνικής ζωής της Σινασού, γράφει ο Κώστας Σταματόπουλος, ήταν το ότι η πόλη ζούσε κατά το ήμισυ από τη γεωργία και κατά το ήμισυ από την ξενιτιά» (12). Στην αρχή έφευγε για αναζήτηση εργασίας ο αρχηγός της οικογενείας, και ακολουθούσαν και τα μεγαλύτερα άρρενα μέλη. Η γυναίκες περίμεναν καρτερικά στον τόπο τους. Επλεκαν, ύφαιναν υφάσματα, σεντόνια, και πετσέτες, έκαναν εργόχειρα, κεντούσαν και ετοίμαζαν τα προικιά καθισμένες μπροστά στον αργαλειό, αλλά και χαλιά. Μερικές φορές όμως, όταν τα οικονομικά του ξενητευθέντος καλλιτέρευαν,τότε έπαιρνε και την οικογένειά του μαζί. Οσοι από αυτούς κέρδιζαν χρήματα και καλλιτέρευε η κοινωνική τους θέση, θεωρούνταν συνήθως «τσορμπατζίδες». Αυτοί κατελάμβαναν θέσεις προέδρου, επιτρόπου ή κοινοτάρχου. Όσοι από τους άντρες έμεναν στο χωριό ασχολούνταν, εκτός από τα άλλα επαγγέλματα, με την κτηνοτροφία και με τα χωράφιά τους. Πότε πότε κατέβαιναν σε μεγαλύτερα κέντρα και πήγαιναν στα παζάρια και στις αγορές με τα μουλάρια φορτωμένα από την πραγμάτειά τους για να την πουλήσουν ή να την ανταλλάξουν, και να αγοράσουν τα απαραίτητα που δεν είχαν στο χωριό. Από τα κυριώτερα που χρειάζονταν ήταν και το βαμβάκι,από το οποίο έφτιαχναν τα νήματα (13). Εκείνοι που έφευγαν από τα μέρη τους και ξενιτεύονταν,όταν αποκτούσαν οικονομική ευχέρεια και ευμάρεια δεν έπαυαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον και για τον τόπο τους. Έτσι, δημιουργούσαν αδελφότητες, ίδρυαν σε πολλά μέρη συλλόγους και άλλα κοινωφελή ιδρύματα, τα οποία συντηρούσαν εκκλησίες και σχολεία, στηρίζοντας την παιδεία και βοηθώντας τους ασθενέστερους οικονομικά συμπατριώτες τους. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι, σύμφωνα με τις πηγές, Καππαδόκες φαίνεται να κατοικούν στην Κωνσταντινούπολη από τα τέλη του 16ου αιώνα και μάλιστα ήταν «περίφημοι έμποροι, χρυσοχόοι, τεχνίτες, κλειδαράδες που είχαν τα καταστήματά τους κοντά στο μεζεστένι» (14). Οι Καππαδόκες ήταν αυστηρώς προσηλωμένοι στις παραδόσεις τους και προσπαθούσαν να μεταδόσουν τα ήθη και έθιμα των Καππαδοκών στους απογόνους τους . Επίσης ήταν δεμένοι με την οικογένειά τους. Κυρίως από τα τέλη του 18ου αιώνα και εξής σημειώνεται μία αναγέννηση του χριστιανικού ελληνισμού της Καππαδοκίας. Μετά δε τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, που θέσπισε το Οθωμανικό Κράτος το 1856, η ελληνική παιδεία αναπτύσσεται αλματωδώς και οι χριστιανοί Καππαδόκες ανταγωνίζονται μεταξύ τους στην ίδρυση σχολείων στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Κατά την περίοδο αυτή βελτιώνεται κατά πολύ και η οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση.Το 1891 ιδρύθηκε και το «Καππαδοκικό Ορφανοτροφείο» με δωρεά των μεγάλων ευεργετών Συμεωνάκη και Σινιόσογλου. Μεταξύ των Αδελφοτήτων γνωστή είναι η «Καππαδοκική Αδελφότητα» που ιδρύθηκε το 1880. Μορφωτικά Κέντρα άρχισαν να αναπτύσσονται και σε άλλες πόλεις, όπως στη Σινασό, στη Νεάπολη, στη Νίγδη κ.ά.. (15). Το 1840 η Σινασός αποκτά ένα από τα λαμπρότερα διδακτήρια της Καππαδοκίας, το δε 1872 και Παρθεναγωγείο,στο οποίο θα διδάξουν και κοπέλλες από την Σινασό που σπούδασαν στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινουπόλεως. Η εκπαίδευση κυρίως στα αστικά κέντρα ήταν υποχρεωτική , ιδίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής.Επίσης την ίδια περίοδο και πολλοί νέοι από την Καππαδοκία , υποστηριζόμενοι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο φοιτούσαν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή ή την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, και ορισμένοι από αυτούς εστέλλοντο για πανεπιστημιακές και μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστήμια της Ευρώπης. Από αυτούς ορισμένοι εχειροτονούντο κληρικοί και άλλοι είτε προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως δάσκαλοι στον τόπο της καταγωγής τους,αλλά και σε άλλες περιοχές , είτε υπηρετούσαν το Γένος από άλλες θέσεις.Στην Καισάρεια το 1882 ιδρύθηκε η γνωστή «Ροδοκανάκειος Ιερατική Σχολή», υψηλού επιπέδου, και υπολογίζεται ότι σ’αυτήν μαθήτευσαν περί τα 4.000 χιλιάδες ελληνόπουλα. Η Σχολή αυτή βοήθησε και για την διατήρηση της εθνικής συνείδησης του Γένους . Τα μαθήματα στα χωριά, αλλά και στα μεγαλύτερα κέντρα τα έκαναν ιεροδιδάσκαλοι και γραμματοδιδάσκαλοι. Ολοι αυτοί βοήθησαν στην πνευματική και εκπαιδευτική αναγέννηση των Καππαδοκών νέων. Πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε ότι η Ορθόδοξη πίστη ήταν το κυρίαρχο στοιχείο που καθοδηγούσε τις καρδιές και τις συνειδήσεις των Ρωμιών της περιοχής αυτής, όπως, βεβαίως, και όλων των Ελλήνων Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η προσήλωση και αφοσίωση αυτών στην Εκκλησία,στις παραδόσεις, στα ήθη και έθιμα συνέβαλε ενοποιητικά, περισσότερο τουλάχιστον από την γλώσσα στην περιοχή αυτή , δηλαδή υπήρχε μια βιωματική σχέση των Καππαδοκών με το θείο και τις παραδόσεις τους,που αποτελούσαν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους. Από το σπίτι κανενός δεν έλλειπε το εικονοστάσι με τις εικόνες του Χριστού,της Παναγίας και Αγίων. Ολα αυτά συνέβαλαν στην ενότητα και στη διατήρηση της κοινής πολιτισμικής κληρονομίας της Ορθοδοξίας και του Γένους.

Η Εκκλησία της Καισαρείας ήταν πολύ δυναμική με άξιους, φωτισμένους και εγγράμματους Ιεράρχες. Ηταν το εκκλησιαστικό κέντρο της Μικρασιατικής Ανατολής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Μητρόπολη της Καισαρείας , ήταν και είναι στο Συνταγμάτιο η πρώτη Μητρόπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου , μάλιστα η πρώτη Γεροντική Μητρόπολη. Η Καππαδοκία έδωσε στην Εκκλησία εκατοντάδες κληρικούς σε όλες τις βαθμίδες, οι οποίοι πρόσφεραν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στην Εκκλησία και στο Γένος.

Οι Καππαδόκες, των οποίων η θρησκευτικότητα, όπως αναφέραμε, ήταν υποδειγματική, πέραν από την τιμή προς τους Αγίους και τα ιερά Λείψανα, που φύλαγαν ως κόρην οφθαλμού στις εκκλησίες τους, θεωρούσαν πολύ σημαντικό και το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Γιαυτό κάθε χρόνο, συνήθως τον Νοέμβριο, εκατοντάδες πιστοί από τα μέρη της Καππαδοκίας ἐπαιρναν τον δρόμο προς τα Ιεροσόλυμα και επέστρεφαν λίγο μετά το Πάσχα. Ετσι, γίνονταν «χατζήδες» και έχαιραν ιδιαιτέρας εκτιμήσεως, αλλά και σεβασμού από τους οικείους και συγχωριανούς τους. Υπάρχουν πολλές περιγραφές σε μονογραφίες περιηγητών που αναφέρονται στο περίφημο «Χατζηλίκι». Εξάλλου, υπάρχουν μέχρι σήμερα Μικρασιάτες που το πρώτο συνθετικό του επωνύμου τους είναι το «Χατζή», το οποίο είχαν πάρει προφανώς οι ίδιοι, ή οι γονείς, ή συγγενείς τους που είχαν επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους.

Ως προς την διοίκηση, τα χωριά και τα άλλα αστικά κέντρα χωρίζονταν σε κοινότητες, που διοικούνταν από δημογεροντίες. Ο δε ιερέας είχε πρωτεύοντα ρόλο στα κοινοτικά και κοινωνικά δρώμενα.

Η γλώσσα των Καππαδοκών στο πέρασμα των αιώνων υπέστη πολλές μεταβολές. Προτού κατακτηθεί από τον Μ. Αλέξανδρο η Νότια Καππαδοκία, το 333 πρό Χριστού, επικρατούσε η Καππαδοκική του κλάδου των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Στη συνέχεια αρχίζει η διάδοση της ελληνικής, η οποία στα χρόνια του Χριστιανισμού και του Βυζαντίου γίνεται το βασικό όργανο διάδοσις και στερέωσης της Χριστιανικής πίστης στη Μ.Ασία. Μετά δε την κυριαρχία των Σελτσούκων–Τούρκων,το 1071 μ.Χ.,στην περιοχή, συν τῳ χρόνῳ και υπό συνθήκες δύσκολες για τους έλληνες κατοίκους, αρχίζει να επικρατεί σε πολλές περιοχές της Καππαδοκίας η «καραμανλίδικη» λεγομένη γλώσσα,που ως γνωστόν η γραφή της ήταν με ελληνικό αλφάβητο, αλλά η γλώσσα ήταν η ομιλούμενη τουρκική της περιοχής εκείνης. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες γι’αυτό το παράδοξο φαινόμενο,αλλά δεν θα σταθώ εδώ στο θέμα αυτό (16). Μόνον θα αναφέρω ότι ἡ πρώτη μνεία γιά τους τουρκόφωνους Έλληνες της Καππαδοκίας περιέχεται σε λατινική έκθεση που κατατέθηκε στην Σύνοδο της Βασιλείας το 1437 (17), και ότι τα καραμανλίδικα λεγόμενα βιβλία αρχίζουν να τυπώνονται στις αρχές του 18ου αιώνα . Εκτός από τα θρησκευτικού περιεχομένου βιβλία, τυπώθηκαν στα καραμανλίδικα και άλλα, όπως βιβλία μαθηματικών, γεωγραφίας, φυσικής, αλλά και ιστορικά και μυθιστορήματα (18). Οι λεγόμενοι καραμανλίδες, εξέδιδαν και εφημερίδα στην Κωνσταντινούπολη. Επίσης και μετά τον ξεριζωμό τους από τα πάτρια εδάφη και την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, από το 1924 και εξής, εξακολουθούσαν να εκδίδουν έργα στη γλώσσα τους αυτή και να την ομιλούν, κυρίως στη Θεσσαλονίκη, στη Δράμα και στα πέριξ. Αλλά και στους τάφους τους οι επιγραφές ήταν στα Καραμανλίδικα. Ο προσκυνητής που πηγαίνει με ευλάβεια να ανάψει ένα κεράκι και να πιεί από το θαυματουργό αγίασμα της Παναγίας της Μπαλουκλιώτισσας στην Κωνσταντινουπολη, που επί 16 και πλέον αιώνες ρέει ασταμάτητα εκεί, θα δεί στον αυλόγυρο της εκκλησίας απλωμένες στο δάπεδο δεκάδες επιτύμβιες πλάκες με καραμανλίδικες επιγραφές,στις οποίες μπορεί να διακρύνει και τα επαγγέλματα εκείνων των κεκοιμημένων,απὀ τα χαραγμένα επάνω σ’αυτές διάφορα σχέδια εργαλίων και άλλων αντικειμένων, όπως των μπακάλιδων, των υποδηματοποιών, των ραπτών, των εμπόρων κ.ά.. Οι επιτύμβιες αυτές πλάκες μεταφέρθηκαν εκεί γύρω στα 1930, όταν το «Νεκροταφείο των Ἁνατολιτών», όπου εθάπτοντο οι καραμανλίδες της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίον ευρίσκετο όχι μακρυά από την Μονή του Βαλουκλί, αναγκαστικά εγκαταλείφθηκε και απαλλοτριώθηκε(19).Επίσης, και πολλές επιτύμβιες πλάκες ευρίσκονται διεσπαρμένες σε αίθουσες μουσείων ή και σε κήπους της Ανατολίας.

Μεταξύ των περιοχών, όπου οι ρωμιοί κάτοικοι εξακολουθούσαν να μιλούν την ελληνική ήταν και η Νίγδη, όπου είχε και την έδρα του ο Μητροπολίτης Ικονίου. Οι ιδικοί γράφουν ότι κατά την ανταλλαγή 20 από τα 86 χριστιανικά χωριά της Καππαδοκίας μιλούσαν την ελληνική, βέβαια με μια ιδιόρρυθμη διάλεκτο.Στην δε Τελμησό, σύμφωνα με τον καθηγητή του Καίμπριτς R. DAWKINS μιλούσαν την πιὀ γνήσια «μητρική» (20).

Η κατάσταση για τους Χριστιανούς της Καππαδοκίας αλλάζει, δυστυχώς προς το χειρότερο, μετά την επικράτηση των νεοτούρκων, όπου σημειώνεται και η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού,και συνεχίζει κατά τη διάρκεια και μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.Η κατάσταση αυτή χειροτερεύει συν τῳ χρόνῳ εξαναγκάζοντας τελικά τους Καππαδόκες, αλλά και όλους τους άλλους Ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, να εγκαταλείψουν τις επί αιώνες εστίες τους. Ο εξαναγκασμός για την αποχώρηση από τη γή των προγόνων τους των πληθυσμών αυτών ήλθε, όπως είναι γνωστόν, μετά την Μικρασιατική δυστυχώς καταστροφή που είχε ως επακόλουθο τη Συνθήκη της Λωζάννης που υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1923 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Οι ιθύνοντες τότε, ίσως να μην είχαν σταθμίσει σωστά κατά την γνώμη μου, και βεβαίως και την γνώμην πολλών άλλων ιδικών,που μελέτησαν και γνωρίζουν καλύτερα τα πράγματα, τα διαδραματισθέντα την εποχή εκείνη πολιτικά και επώδυνα για τον ελληνισμό γεγονότα, θεωρήσαντες καλόν ότι η ενδεδειγμενη κατ’αυτούς λύση θα ήταν να ξεριζωθούν από τα πάτρια εδάφη τους οι επί αιώνες ριζωμένοι εκεί χιλιάδες γηγενείς έλληνες κάτοικοί τους,και να ανταλλαγούν με μουσλουμάνους,που ζούσαν στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου και που δεν είχαν βεβαίως και το ίδιο υπόβαθρο. Πίστευαν,ίσως ότι με τον τρόπον αυτόν, θα είχαν λυθεί τα προβλήματα μεταξύ των δύο λαών.Το αυτό, δυστυχώς, πιστεύουν και σήμερα ορισμένοι από τον ελλαδικό χώρο , ό,τι δηλ. φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη οι όσοι Ρωμιοί πλέον απέμειναν εκεί, και δεν είναι η στιγμή να καταλογισθούν ευθύνες γιαυτό το γεγονός εδώ, θα λυθούν ως διά μαγείας τα προβλήματα μεταξύ των δύο κρατών. Είναι αυτοί που σχεδιάζουν συνήθως μόνον στα χαρτιά την όποια θεωρία, χωρίς να έχουν ζήσει και τουλάχιστον παραδειγματιστεί από το ιστορικό παρελθόν, και χωρίς να βλέπουν το μακρύτερο μέλλον! Αλλά, ας μην επεκταθώ περισσότερον για το θέμα αυτό, που η μνήμη και η αναφορά τους δημιουργεί στενοχώριες, και που χρειάζεται περισσότερη εμβάθυνση και συζήτηση! Ετσι οι ρωμιοί Καππαδόκες αποφασίστηκε να ανταλλαγούν  με τους Μουσλουμάνους της Μακεδονίας. Πρέπει εδώ νά πούμε ότι γενικά η κατάσταση στην Καππαδοκία πρίν από το 1922 ήταν σχετικά ήρεμη, και τα δύο σύνοικα στοιχεία είχαν μάθει εκ των πραγμάτων να ζουν ειρηνικά και ανεκτικά το ένα προς το άλλο. Και τούτο, γιατί οι εθνικισμοί δεν ήταν ακόμη έντονοι στα μικρασιατικά χωριά, τουλάχιστον στην έκταση και την ἐνταση που υπήρχαν στα μεγαλύτερα κέντρα. Βεβαίως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και προβλήματα που δημιουργούνταν από τους φανατικούς τοπικούς κυβερνήτες ή και ορισμένους μη χριστιανούς κατοίκους, που οι πρώτοι τους φανάτιζαν και τους εμπότιζαν με το μίσος έναντι των Χριστιανών. Γιαυτό δεν έλλειπαν και οι ακρότητες σε βάρος των Ελλήνων,όπως η επίταξη σχολείων,η στρατολόγηση ελλήνων,η απαγόρευση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και άλλα. Κατά την διαρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας η Καππαδοκία ήταν σχετικώς μακρυά από τά πεδία των μαχών και δεν υπήρχε άμεση και γρήγορη πληροφόρηση για τα διαδραματιζόμενα . Η Μικρασιατική όμως καταστροφή είχε ως επακόλουθο την «ανταλλαγή των πληθυσμών», αυτήν που τόσο εύκολα την αναφέρουν κάποιοι, δηλαδή την υποχρεωτική εκδίωξη των πληθυσμών αυτών απὸ την μητέρα πατρίδα τους την Ανατολή, την Μ.Ασία, το λίκνο της ελληνικής φυλής , όπως την ονομάζει ο γνωστός ιστορικός Χρήστος Σολδάτος, και η πορεία των Μικρασιατών προς τη Δύση,προς την άλλη Ελλάδα. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός στα σπίτια των Καππαδοκών. Ποτέ στην ιστορία δεν είχαν ακούσει να είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. Ποτέ πληθυσμοί δεν είχαν μετακινηθεί ομαδικά σε βαθμό που να μη μείνει «θεωρητικά» ούτε ένας στον τόπο του . Και ασφαλώς θα διερωτώντο : Ποιός ποιόν από πού και γιά ποιό λόγο τον ανάγκαζε να φύγει ; Αιώνες ριζωμένοι εκεί οι Έλληνες εξαναγκάζοταν να εγκαταλείψουν τα εδάφη τους. Να φύγουν από τα χώματα εκείνα, που τα συστατικά των στρωμάτων που τα αποτελούσαν ήταν ζυμωμένα εδώ και αιώνες με το γνήσιο αίμα και τα σώματα των ελλήνων προγόνων τους, αλλά και των γονέων και συγγενών τους. Δυστυχώς,μεταξύ Ιουνίου και Οκτωβρίου του 1924, άρχισε το μακρύ ταξείδι του ξεριζωμού, με τους Ρωμιούς Καππαδόκες, και όχι μόνο, να εγκαταλείπουν κατά εκατοντάδες τις πόλεις και τα χωριά τους. Αφού έκαναν και την τελευταία λειτουργία στις εκκλησιές που βαπτίσθηκαν, που επί χρόνια εκκλησιάσθηκαν και που παντρεύτηκαν, και αφού προσευχήθηκαν να τους φυλάγει ο Θεός, ο Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι, ετοίμαζαν, με τα δάκρυα ποτάμι να τρέχουν από τα μάτια τους, τα κάρα που θα τους μετέφεραν, αφήνοντας πίσω τους «το βιός» τους και όλα σχεδόν τα υπάρχοντά τους, και παίρνοντας μαζί τους τα αμέσως απαραίτητα. Μεταξύ αυτών υπήρχαν αρκετοί,οι οποίοι διαισθάνονταν την σοβαρότητα της κατάστασης και μη έχοντες πολλές ελπίδες για μια πιθανή επιστροφή τους στην πάτρια γή τους προσπαθούσαν να κρύψουν, ράβοντάς τα μέσα στα ρούχα και τα εσώρουχα που φορούσαν, όσα χρυσά κοσμήματα και χρυσές λίρες είχαν. Αλλά υπήρχαν και πολλοί άλλοι, οι οποίοι πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν στο άμεσο μέλλον να ξαναγυρίσουν στη γη των προγόνων τους και τη δική τους, έκρυβαν ό,τι πολύτιμο είχαν, που δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν, σε διάφορα σημεία του κήπου, μέσα σε πηγάδια, ή μέσα σε διάφορες κρύπτες του σπιτιού τους, ή έσκαβαν και το έθαβαν, αφού το τύλιγαν προσεκτικά ,σε γνωστά σε εκείνους μέρη,που τα σημάδευαν καλά στη μνήμη τους ή τα σημείωναν σε κάποιο πρόχειρο χαρτί, με την ελπίδα ότι θα ξαναβρούν ό,τι άφησαν, όταν με το καλό θα επέστρεφαν. Εκείνα όμως που δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν ήταν τα όσια και ιερά τους και γιαυτό ο καθένας έπαιρνε μαζί του κάθε τι πολύτιμο και ιερό που υπήρχε στην εκκλησία του και το τοποθετούσε με σεβασμό επάνω στο κάρο του, πολλές φορές τυλιγμένο σε αμεταχείριστα σεντόνια ή πετσέτες,ή μέσα στα λιγοστά ρούχα που μετέφερε μαζί του, για να το προστατεύσει. Εσταυρωμένοι, εικόνες, ιερά σκεύη και βιβλία, αλλά και τα ιερά λείψανα των αγίων,όπου υπήρχαν, ήταν το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου του κάρου τους. Εάν είχαν την δυνατότητα δεν θα άφηναν τίποτα από τα όσια και ιερά τους. Δεν ήθελαν να βεβηλωθούν από τα χέρια αλλοθρήσκων. Ξεκινούσαν, λοιπόν, με πόνο ψυχής από τα χωριά τους και έφθαναν, όχι χωρίς αγωνία και κινδύνους, αφού οι τσέτες καιροφυλακτούσαν, κυρίως στη Νίγδη και το Ικόνιο, και από εκεί οι περισσότεροι σιδηροδρομικώς έφευγαν για την Μερσίνη,όπου συνωστίζονταν στην παραλία και περίμεναν υπομονετικά για να έλθουν τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην ελεύθερη Ελλάδα. Από εκεί, όπως μου διηγήθηκε ένας ααυτόπτης μάρτυρας πριν λίγα χρόνια πού μπάρκαρε στο καράβι για την καινούργιά του πατρίδα, μεταφέρθηκε και το ιερό σκήνωμα του Αγίου Γρηγορίου, το οποίο επαναπαύεται τώρα στον ομώνυμο ναό της Νέας Καρβάλης, όπου υπάρχουν και άλλα ιερά σκεύη που οι πρόσφυγες μετέφεραν από εκκλησίες της Καππαδοκικής εκείνης γης (21). Οπως μου διηγήθηκε ο αυτόπτης εκείνος μάρτυρας, πού συνταξίδευσε με το ίδιο πλοίο που μετέφερε το ιερό σκήνωμα του αγίου, στη θάλασσα υπήρχε φουρτούνα προτού μπούνε στο πλοίο και όταν έβαλαν τον άγιο μέσα και το πλοίο ανοίχθηκε στο πέλαγος η θάλασσα κόπασε και είχαν ένα ήρεμο σχετικά ταξίδι

Η βαθειά θρησκευτική συνείδηση που είχαν οι Καππαδόκες για τα ιερά και όσια τους συνεχίσθηκε και στη νέα τους πατρίδα στην οποία εγκαταστάθηκαν, παραμένοντας μέχρι σήμερα πιστοί στην παράδοση των πατέρων και προγόνων τους, παρά τα σημεία των καιρών που δυστυχώς ισοπεδώνουν πολλές από τις πανανθρώπινες πνευματικές και ηθικές αξίες ! Ετσι η Νέα Καρβάλη στην Καβάλα με το ιερό σκήνωμα του αγίου Γρηγορίου, και το Νέο Προκόπιο στην Εύβοια, όπου φυλάσσεται το σκήνωμα του Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου, «του εν Προκοπίῳ της Καππαδοκίας ασκήσαντος», που μετακομίσθηκε ἀκέραιο εκεί από τους πρόσφυγες, αποτελούν σήμερα τα δύο ορθόδοξα λατρευτικά κέντρα των Καππαδοκών. «Η πίστη των κατοίκων του χωριού μας προς τα θεία και ιερά και οι άγιοι μας μας προστάτευαν », έλεγε η γιαγιά Αναστασία.

Πολλοί δεν πρόφθασαν να φύγουν κατά το διάστημα της ανταλλαγής, δεν άντεξαν, και άφησαν την τελευταία τους πνοή, αλλά και το σώμα τους εκεί. Πιστεύω ότι αυτοί θα ήταν ευτυχείς που δεν εγκατέλειψαν ούτε την τελευταία στιγμή τα χώματά τους. Οι άλλοι, εκείνοι που αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τη γη των προγόνων τους και τη δική τους πέρασαν από την Ανατολή στη Δύση, από την Ελλάδα της Μ.Ασίας στην Ελλάδα της Ευρώπης, μεταφέροντας και παραδίνοντας τη δάδα της ελπίδας στις επόμενες γενεές, για να συνεχίσουν και αυτές την πορεία ανοίγοντας νέους ορίζοντας και κάνοντας νέα υπέρβαση , χωρίς βεβαίως να λησμονούν τις ρίζες τους, τις εστίες των προγόνων τους, τις περιπέτειες και τα παθήματά τους ! Ἡ Λένα Τζεδάκη–Αποστολάκη, σε ἀρθρο της για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης, γράφει μεταξύ ἄλλων και τα εξής : «Οι προσωπικές θυσίες των προσφύγων υπήρξαν τεράστιες. Εκτός όμως από τη διάλυση οικογενειών, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, την καταστροφή σπιτιών, τη διαρπαγή περιουσιών και σε ένα άλλο επίπεδο ο ξεριζωμός είχε τρομακτικές συνέπειες : Για τους μικρασιάτες χάθηκε η συγκροτημένη κοινωνική ομάδα που συνιστούσε έναν ευρύτερο χώρο δράσης, σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό τοπίο, oρίζοντας την ταυτότητά τους: στο χωριό, στο κεφαλοχώρι, στην πόλη ήταν οι χριστιανοί ανάμεσα στους μουσουλμάνους. Εκεί είχαν την ευγένεια μιάς ιστορικής καταγωγής και το πλεονέκτημα μιάς πολύχρονης, δυναμικής παρουσίας στον ίδιο χώρο…. Αυτή η αναντικατάστατη ανθρωπογεωγραφία, η δικιά τους ανθρωπογεωγραφία, προσδιόριζε την ταυτότητά τους, καθόριζε τις συμπεριφορές και τις μεταξύ τους σχέσεις, οριοθετούσε τη συλλογική μνήμη, διαμόρφωνε νοοτροπίες και συγκροτούσε ιδεολογία. Στο δρόμο της προσφυγιάς όλα αυτά χάθηκαν, μαζί με την απώλεια 2.150 ελληνικών οικισμών της Μ.Ασίας » (23). Θα ήθελα να αναφέρω επίσης εδώ και τα όσα ενδιαφέροντα με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο αφηγείται ο Ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης στο μικρό πόνημά του με τίτλο «Μικρασία, χαίρε». Υπενθυμίζοντας με πικρία το γεγονός της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Ανταλλαγής των πληθυσμών γράφει : « Καθόμουν ταραγμένος και κοίταζα μες στο άπλετο, παγερό ηλεκτρικό φως του υπογείου της Βιβλιοθήκης της Κοινωνίας των Εθνών. Το δράμα, η σφαγή, η πείνα, το ξερρίζωμα των Ελλήνων της Μικρασίας, η προσφυγιά μας και το πένθος μας όλα πιά ήταν φάκελοι. Τίποτα άλλο. Τους κοίταζα ταξινομημένους στις θήκες τους. Σα να ήταν ένα οστεοφυλάκιο στη κρύπτη της Κοινωνίας των Εθνών» (24).

Όλα αυτά πιστεύω ότι θα πρέπει να τα έχουμε πάντοτε ζωντανά στη μνήμη μας , για να μην ενθαρρύνουμε εκείνους , οι οποίοι επωφελούμενοι από το άλλοθι της λησμοσύνης που ενδεχομένως θα τους παρέχουμε, θα μπορούσαν να επαναλάβουν παρόμοια γεγονότα εις βάρος της φυλής μας ! Ας μην ξεχνάμε ότι η λήθη της ιστορίας μπορεί να φέρει την επανάληψη με απρόβλεπτες συνέπειες !

Θα ήθελα να τελειώσω με ένα ποίημα από την «Ποιητική Συλλογή» του δισέγγονό σου γιαγιά Αναστασία, του Λέανδρου, με τίτλο :

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ :

1)      Βλ.Ἰωάννου Α.Ἀκακιάδου,Ἡ Καρβάλη Ναζιανζοῦ καὶ ὁ Βίος Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου….,Ἐν Ἀθήναις 1926,σελ.33.

2)      Η ορθογραφία διατηρείται όπως είναι στην επιγραφή. Βλ.Μαγδαληνή Παρχαρίδου-Αναγνώστου,Σχόλια στην αφιερωματική επιγραφή επί του Βυζαντινού Μουσείου της Βέροιας, στον τόμο «Γνωριμία με τη Γη του Αλεξάνδρου.Η περίπτωση του Νομού Ημαθίας. Ιστορία Αρχαιολογία. Πρακτικά 7-8 Ιουνίου 2003»,Δήμος Θεσσαλονίκης 2004, σ.170,ὀπου και άλλες επιγραφές εκκλησιών βυζαντινής εποχής από την Καππαδοκία.

3)      Στους δύο αυτούς Πατριάρχες, όταν ποίμεναν την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, απονεμήθηκε για πρώτη φορά ο τίτλος του Οικουμενικού Πατριάρχου.

4)      Βλ.Νικολάου Γ.Ιντζεσίλογλου, «Προσωπικότητες της Καππαδοκίας», στο περιοδικό Φίλιππος, τεύχ.54 (2007), σελ.13.

5)      Βλ.Νικολάου Γ.Ιντζεσίλογλου,Προσωπικότητες,ό.π,σελ.11 .

6)      Βλ.Νικολάου Γ. Ιντζεσίλογλου, «Αναφορά στους Καππαδόκες των νεωτέρων χρόνων», στο περιοδικό «Φίλιππος»,τεύχ.58 (2008),σ.16.

7)      Που τυχαίνει να είναι συγγενής μου εκ μητρός.

8)      Σχετικά με την περιφέρεια αυτή βλ.και την μελέτη των Ματούλα Κουρουπού-Ευαγγελία Μπαλτά, Ελληνορθόδοξες Κοινότητες της Καππαδοκίας. Ι. Περιφέρεια Προκοπίου,…,Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 2001.

9)      Πρβλ.Σοφία Αναστασιάδη-Μανουσάκη, Μνήμες Καππαδοκίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 2002,σ.49-50.Ο ιερεύς Κωνσταντίνος Χαλβατζάκης, που ασχολήθηκε με το θέμα αυτό, γράφει ότι έως τώρα εντοπίσθηκαν 450 περίπου υπόγειες πολιτείες. Βλ. Οι υπόγειες πολιτείες της Καππαδοκίας και άλλα ιστορήματα, Θεσσαλονίκη 2006,σελ.31.

10)  Σχετικές σύντομες πληροφορίες για τις πόλεις και τα χωριά αυτά με αναφορά και στις εκκλησίες που υπήρχαν εκεί βλ.Αθ.Καραθανάση, Καππαδοκία, Θεσσαλονίκη, (Εκδ.Μαίνανδρος) ,2001,σελ.110-142.].

11)  Για τη Βυζαντινή περίοδο βλ.τα σχετικά στη μελέτη του Αθανασίου Ε.Καραθανάση,Καππαδοκία,.ό.π., σελ.55-100.

12)  Βλ. Η Σινασός της Καππαδοκίας,Ἐκδ.ΑΓΡΑ,Αθήνα 1986,σ.53.Γιά τη Σινασό βλ και παλαιότερη μελέτη του Ρίζου Ελευθεριάδη, Συνασσός, ήτοι μελέτη επί των ηθών και εθίμων αυτής. Κωνσταντινούπολις 1879].

13)  Σχετικά με τις επαγγελματικές ασχολίες των Καππαδοκών βλ.και την μελέτη της Μαρίας Β.Ασβέστη, Επαγγελματικές ασχολίες των Ελλήνων της Καππαδοκίας, Αθήνα 1980,όπου αναφέρονται τα επαγγέλματα κατά περιοχές.

14)  Βλ. Αθ.Καραθανάση, Καππαδοκία,.ό.π.,σελ.104.

15)  Για τους Συλλόγους και τα Σωματεία της Καππαδοκίας βλ. Κυριακή Μαμώνη, Λήδα Ιστικοπούλου, Σωματειακή οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία (1861-1922) , Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2006,σσ.177-200.

16)  ) Βλ.περί αυτού τα όσα γράφει ο Αναστάσιος Ιορδάνογλου στο άρθρο του «Καραμανλίδικες επιγραφές της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή Κωνσταντινουπόλεως», στα «Βαλκανικά Σύμμεικτα», Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου,Θεσσαλονίκη,1981,σελ.63-65.Βλ.επίσης και την προσφάτως εκδοθείσα μελέτη για το θέμα αυτό του Ιωάννη Πρ. Δω-ρουκίδη, Οι Τουρκόγλωσσοι Έλληνες της Μικρασίας και το Καραμανλίδικο Ιδίωμα. (Μεικτή Ελληνοτουρκική γλώσσα με γράμματα ελληνικά), Θεσσαλονίκη 2007.

17)  Βλ.Αθ.Καραθανάση,Καππαδοκία,ό.π.,σ.68.

18)  Βλ.γενικώτερα για την βιβλιογραφία των Καραμανλίδικων Salaville –Eug.Dalleggio , Karamanlidika,Bibliographie analytique d’ouvrages en langue turque imprimés en caractères grecs . Collection de l ‘ Institut Français d’Athènes,τόμ.Α 1584-1850,Αθήναι 1958,τόμ.Β 1851-1865,Αθήναι 1966,τόμ.Γ, 1866-1900,Εκδ.Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσσός, Αθήναι 1974.Βλ και για τα έντυπα αυτά μεταξύ άλλων και την μελέτη της Ευαγγελίας Μπαλτά, «Το καραμανλίδικο έντυπο»,στο περιοδικό «Τα Ιστορικά»,5/9(1988),σελ. 213-228. Ἡ Ευαγγελία Μπαλτά ασχολήθηκε και σε άλλες μελέτες της με τα Καραμανλίδικα .

19)  Για περισσότερες πληροφορίες ως προς το θέμα αυτό βλ.τη μελέτη του Αναστασίου Ιορδάνογλου, Καραμανλήδικες επιγραφές,ό.π.,σελ.63-92, όπου δημοσιεύει με σχόλια και μετάφραση το περιεχόμενο των επιτυμβίων αυτών επιγραφών, καθώς και φωτογραφίες των επιτυμβίων πλακών.

20)  Σχετικά με το θέμα των τουρκόφωνων (καραμανλίδικων),των ελλη-νόφωνων και των μικτών περιοχών της Καππαδοκίας μας παρέχει σύντομες πληροφορίες ο Αθανάσιος Ε.Καραθανάσης στη μελέτη του Καππαδοκία, ό.π.,σελ.22 και 29-33.

21)  Στη Νέα Καρβάλη, ως φαίνεται, μεταφέρθηκε και ευρίσκεται το Ιερό σκήνωμα του πατρός του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου,αφού αναφέ-ρεται ότι το 912 επί αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου είχε γίνει η ανακομιδή του ιερού λειψάνου του αγίου Γρηγορίου του Θεο-λόγου του Ναζιανζηνού από την Καππαδοκική γη στην Κωνσταντινούπολη (βλ.Ι.Α.Ακακιάδου,Η Καρβάλη Ναζιανζού και ο Βίος Γρηγορίου του Θεολόγου, Εν Αθήναις 1928,σελ.34,και υποσημ.1). Από την Κωνσταντινούπολη το ιερό σκήνωμα του αγίου είχε μεταφερθεί μαζί με πολλά άλλα ιερά λείψανα αγίων από τους Σταυροφόρους της Τετάρτης Σταυροφορίας κατ’αρχήν στη Βενετία και από εκεί στη Ρώμη. Στις 26 Νοεμβρίου 2004 το Βατικανό παρέδωσε στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.Βαρθολομαίο το ιερό λείψανο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου καθώς και εκείνο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ο Πατριάρχης εκόμισε την επομένη από τη Ρώμη στο Πατριαρχείο τα δύο αυτά πολύτιμα Ιερά Λείψανα, τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε δύο μαρμάρινες λάρνακες και ευρίσκονται στο αριστερό κλίτος του Πανσέπτου Πατριαρχικού Ναού του Αγ.Γεωργίου .

22)  Ποίημα της Αγγελικής Στεργίου, Εγκώμια και θρήνοι για τις αλη-σμόνητες πατρίδες,εκδ.Ιανός,Θεσσαλονίκη,1997,σ.109,με κάποιες μικρές παραλλαγές και προσθήκες που έγιναν, όπως η αλλαγή του ονόματος από Αγγελίνα σε Αναστασία και αυτό του Πανόρμου σε Καππαδοκία.

23)  Βλ. Λένα Τζεδάκη-Αποστολάκη, «Μικρασιάτες στο Ηράκλειο, ο ξεριζωμός και η νέα πατρίδα»,στο περιοδικό Παλίμψηστον,(ετήσια έκδοση της «Βικελίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης»),περίοδ.Β΄,τεύχ.18,Ηράκλειο 2003,σ.336. Και στη σελ.337 σημειώνει ότι από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1923 από τους 12.813 πρόσφυγες πού έφθασαν στο Δήμο Ηρακλείου το 2,65 % ήλθε από την κεντρική Καππαδοκία.

24)  Βλ.Ηλία Βενέζη, Μικρασία, Χαίρε (Διήγησις συμβάντων),δεύτερη έκ-δοση,Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,1979,σελ.113.

Πηγή : mikrasiatis.gr

Mακεδονία και Σκόπια – Tο μεγάλο ιστορικό ψέμα


Mακεδονία και Σκόπια – Tο μεγάλο ιστορικό ψέμα

του Kωνσταντίνου Kουμπούνη

O Tζορτζ Mπους ο Nεότερος, με την εκλογή του στον αμερικανικό προεδρικό θώκο, επεφύλαξε μια άσχημη έκπληξη για τον Eλληνισμό. Tην αναγνώριση των Σκοπίων με το όνομα «Mακεδονία». Φταίει, όμως, μόνο ο Aμερικανός πρόεδρος; Aκόμη κι αν παραλείψουμε την απραξία όλων των μεταπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων σε αυτό το θέμα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την εκπαιδευτική σιωπή και ολιγωρία -ηθελημένη ή μη- γύρω από το θέμα αυτό του ακαδημαϊκού, πανεπιστημιακού και εκπαιδευτικού κατεστημένου. Aλήθεια, τι γνωρίζουν σήμερα οι νέοι άνθρωποι, αλλά και οι παλαιότεροι για την ιστορία της Mακεδονίας, για το αρχαίο αυτό ένδοξο βασίλειο, αλλά και για την εξέλιξή του; Aλλά τι μπορεί να περιμένει κανείς από όσους ακόμη και σήμερα, μετά τις αλλεπάλληλες αρχαιολογικές και ουχί μόνον ανακαλύψεις και αποκαλύψεις, επιμένουν με πάθος να προασπίζονται τις περί Iνδοευρωπαίων, του μη αυτοχθόνου των Eλλήνων, της εισαγωγής του φοινικικού αλφαβήτου στην Eλλάδα κ.λπ. αντιλήψεις;

 Ποιοι είναι οι Σλάβοι;

 Λέγοντας «Σλάβους», εννοούμε λαούς που ομιλούν τις σλαβικές γλώσσες, όπως οι Pώσοι, οι Πολωνοί, οι Tσέχοι, οι Σλοβάκοι, οι Σλοβένοι, οι Kροάτες, οι Σέρβοι και οι Bούλγαροι. Πρέπει, όμως, να σημειώσουμε εδώ ότι αυτοί οι λαοί δεν έχουν καμία φυλετική συγγένεια ούτε ανήκουν σε κάποιο σλαβικό έθνος ή σλαβική ομοεθνία. Aπλώς, είναι διαφορετικοί λαοί με μόνη συγγένεια την καταγωγή της γλώσσας. Kατά τους βυζαντινούς χρόνους, στη γεωργία και την κτηνοτροφία, χρησιμοποιούσαν πολλούς δούλους, που ήσαν κυρίως «σκλαβηνοί» ή «σκλάβοι». Aπό το γεγονός αυτό, η λέξη «σκλάβος» ή «σλάβος» σημαίνει και «δούλος», όπως επίσης και η ονομασία «σέρβος» για τον υπηρέτη (σερβίρω, σερβίτσιο). Για να δημιουργηθεί κάποιο έθνος, βασικά στοιχεία είναι να ανήκει σε κοινή φυλή και να έχει κοινή συνείδηση. Eπίσης, πρέπει να υπάρχουν και άλλα στοιχεία, δευτερογενή βέβαια, όπως ο πολιτισμός, τα ήθη και τα έθιμα, η γλώσσα, η θρησκεία κ.ά. Xωρίς, όμως, ένα από τα προηγούμενα βασικά στοιχεία δεν νοείται η δημιουργία ενιαίου έθνους. Θα αναρωτηθεί κάποιος πώς η σλαβική γλώσσα κατόρθωσε να εξαπλωθεί σε τόσους πολλούς και διαφορετικούς λαούς. Yπάρχουν οι λεγόμενες «ισχυρές γλώσσες», που αντέχουν στον χρόνο και εξαπλώνονται, και οι άλλες, οι λεγόμενες «ασθενείς γλώσσες», οι οποίες παραμένουν και χρησιμοποιούνται μέσα στα στενά όρια του λαού που τις δημιούργησε. Θεωρείται πως η σλαβική γλώσσα ξεκίνησε από την περιοχή μεταξύ Σλοβακίας και Γαλικίας. Aπό τον 1ο έως τον 4ο μ.X. αιώνα εξαπλώθηκε σε λαούς που ομιλούσαν πολύ απλούστερες γλώσσες.

 Tο θέμα των «Mακεντόντσι»

 Tο θέμα των «Mακεντόντσι» παρουσιάστηκε πρόσφατα και η χωριστή εθνική και κρατική τους υπόσταση είναι στην ουσία πλαστή. H πρώτη ιδέα για «μακεδονικό έθνος» γεννήθηκε στα πρακτορεία της Σόφιας, γύρω στα 1890, παρέχοντας στην περιοχή εθνική συνείδηση, με απώτερο σκοπό να την προσαρτήσουν αργότερα. Tο σχέδιο ήταν να αποτελέσει ενιαίο κράτος ο ευρύτερος γεωγραφικός χώρος της Mακεδονίας, στην ουσία, όμως, ένα δεύτερο βουλγαρικό κράτος, με όραμα τη «Mεγάλη Bουλγαρία» της συνθήκης του Aγ. Στεφάνου (1878). Kατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Tίτο προσπάθησε να προσεταιριστεί τους κατοίκους της σημερινής Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Mακεδονίας, που ένα τμήμα της είχε παραχωρηθεί από τον Xίτλερ στους Bουλγάρους. H περιοχή των Σκοπίων ονομαζόταν παλαιότερα Bάρνταρ Mπανόβινα (Διοίκηση Bαρδαρίου) και είχε φιλοβουλγαρικά αισθήματα. Έτσι, για να εντάξει την περιοχή στο ομοσπονδιακό κράτος που οραματιζόταν και να τους αποσπάσει από τη βουλγαρική επιρροή, άρχισε να προπαγανδίζει την εθνική ιδεολογία των Mακεντόντσι (χρησιμοποιώντας το γεωγραφικό και διοικητικό όνομα Mακεδονία ως εθνικό) και οργανώνοντας παράλληλα δολιοφθορές κατά των Bουλγάρων, προκαλώντας έτσι τη βίαιη αντίδρασή τους κατά του πληθυσμού. Στο πλαίσιο αυτό, το νεογέννητο έθνος έπλασε τη δική του ιστορία με τρόπο που να το εξυπηρετεί. Έτσι, υποστηρίζουν ότι οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Mακεδονίας γύρω στον 7ο αι. μ.X. και ότι βρήκαν κατοίκους Mακεδόνες, μη Έλληνες, με τους οποίους αναμίχθηκαν, δημιουργώντας το νέο σλαβικό μακεδονικό έθνος. Ως εκ τούτου, η μακεδονική κληρονομιά των Mακεδόνων τούς ανήκει και έτσι δεν ντράπηκαν ούτε να χρησιμοποιήσουν για έμβλημά τους τον Ήλιο της Bεργίνας. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ πως οι εγκαταστάσεις των Σλάβων σε εδάφη της Bαλκανικής, στις λεγόμενες «σκλαβηνίες», δεν ήταν πολυπληθείς ούτε οργανωμένες. Oι Σλάβοι ήταν νομάδες που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και αργότερα με τη γεωργία, δεν λειτουργούσαν ως οργανωμένο σύνολο, αλλά εγκαταστάθηκαν και σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Στις πρώτες προσπάθειες εγκατάστασής τους έκαναν επιδρομές και λεηλασίες και οι Bυζαντινοί τούς απέκρουσαν με επιτυχία. H πόλη της Θεσσαλονίκης δέχτηκε την πολιορκία τους και οι κάτοικοι μάλιστα απέδωσαν τη σωτηρία τους στον Άγ. Δημήτριο. Ποια ανάμειξη και αφομοίωση «μη Eλλήνων», λοιπόν, εννοούν; Άλλωστε, εκτός από κάποια σλαβικά τοπωνύμια στην Eλλάδα (που υπεραμύνθηκαν, θεωρώντας κάποτε ως σλαβικής προέλευσης και τα τοπωνύμια «Aχλαδόκαμπος» και «Περιβόλι». Άλλωστε, τα τοπωνύμια αυτά περιορίζονται σήμερα σε ασήμαντους οικισμούς και σε μη κατοικημένους χώρους – δεν έχουν βρεθεί έως τώρα ίχνη του υλικού πολιτισμού των Σλάβων, ειδικά στη Mακεδονία. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί πως σφετερίζονται όχι μόνο την ελληνική αλλά και τη βουλγαρική ιστορία. Έτσι, ακόμα και ο βούλγαρος τσάρος Σαμουήλ θεωρείται «Mακεδόνας». Ωστόσο, γνωρίζουμε καλά πως ο Bυζαντινός αυτοκράτορας Bασίλειος B’, όταν ο Σαμουήλ μετά την κατάλυση του κράτους του από τους Bυζαντινούς εξεγέρθηκε κατά του Bυζαντίου, τον κατατρόπωσε και γι’ αυτό ονομάστηκε Bουλγαροκτόνος και όχι «Mακεδοκτόνος». Aκόμα και Σλάβοι και Bούλγαροι ιστορικοί αντιτίθενται στην ιδέα πως στο κράτος του Σαμουήλ κυριαρχούσαν οι ψευτο-Mακεδόνες. Oι ιστορικοί των Σκοπίων δεν σταματούν εδώ. Θεωρούν ότι αυτοί κέρδισαν την πρώτη νίκη κατά των Iταλών στο αλβανικό μέτωπο (γιατί η ελληνική Mεραρχία της Mακεδονίας πρώτη απέκρουσε του Iταλούς τον Nοέμβριο του 1940) και τον ελληνικό εμφύλιο ως απελευθερωτικό αγώνα των «Mακεδόνων» κατά των Eλλήνων, αγνοώντας πως οι ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις κατά τη διάρκεια της κατοχής είχαν ενταχθεί στο Στρατηγείο της Mέσης Aνατολής και όχι στο Kοινό Bαλκανικό Στρατηγείο και πως τα ίδια τα αντάρτικα σώματα προχώρησαν σε διάλυση των οργανώσεων των σλαβο-Mακεδόνων και απώθησή τους από το ελληνικό έδαφος. Άλλωστε, η πλειονότητα των σλαβόφωνων που είχε ασπαστεί την ιδέα του «μακεδονισμού» εκδιώχθηκε οριστικά στη Γιουγκοσλαβία (Aύγουστος 1949) και απέμειναν περίπου 40.000 που είχαν εκφράσει ξεκάθαρα και ενεργά ελληνική συνείδηση, τόσο στους Bαλκανικούς όσο και στους Παγκόσμιους Πολέμους. Kαι δεν ήταν λίγοι οι σλαβόφωνοι που κατά τον Mακεδονικό Aγώνα προσχώρησαν ενσυνείδητα στον Eλληνισμό, τους οποίους μάλιστα οι Bούλγαροι Kομιτατζήδες ονόμαζαν «Γραικομάνους».

 Mακεδονία, η αρχαιότατη

 H Mακεδονία αποτελεί πανάρχαιη ελληνική γη. Tην ονομασία Mακεδονία συναντάμε για πρώτη φορά στον ιστορικό Hρόδοτο, ο οποίος (Kλειώ, κεφ. 50) κάνει λόγο για «έθνος Mακεδνόν», υποστηρίζοντας ότι είναι Δωριείς. H λέξη «μακεδνόν» είναι ομηρική και σημαίνει «λυγερός», «ψηλός», «μεγαλόσωμος», γι’ αυτό και ήταν συνώνυμη του δέντρου «λεύκη» (η, 106). Ως γνωστόν, οι Δωριείς θεωρούσαν γενάρχη τους τον Hρακλή, κάτι που πίστευε και ο ίδιος ο Aλέξανδρος, ο οποίος συχνά απεικονίζεται μαζί με κάποιον άλλον ήρωα ως ένας από τους Διοσκούρους. Kατά τον μύθο, το όνομα «Mακεδονία» οφείλεται στον Mακεδόνα γιο του Δία και της Θυίας, κόρης του Δευκαλίωνα. Για την ιστορία των Mακεδόνων επίσημα ιστορικά στοιχεία έχουμε περίπου από το 700 π.X. Στην περιοχή Oρεστίδα. Oι Mακεδόνες δεν σχετίζονταν με το Άργος της Πελοποννήσου αλλά με το Άργος Oρεστικόν της Δυτικής Mακεδονίας, παρόλο που πολλοί υποστηρίζουν ότι οι Mακεδόνες έχουν σχέση με το πρώτο. H «προϊστορία» της Mακεδονίας μάς είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη. Ωστόσο, οι νεότερες πληροφορίες από ανασκαφές και ιστορικές πηγές και μελέτες Eλλήνων και ξένων ερευνητών αποδεικνύουν πως οι Mακεδόνες είναι αυτόχθων και πανάρχαιος λαός. Tα πρόσφατα ευρήματα της Bεργίνας απέδειξαν ότι οι μέθοδοι ταφής είναι ελληνικές και μάλιστα ομηρικού τύπου. Oι χρυσές νεκρικές μάσκες δείχνουν επηρεασμό από τις Mυκήνες, ενώ η αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής γραφής B’ αποκάλυψε λέξεις που έως τότε θεωρούνταν μακεδονικοί ιδιωματισμοί. Tον Σεπτέμβρη του 1960, βρέθηκε στα Πετράλωνα της Xαλκιδικής ένα σημαντικό για την Eυρωπαϊκή Παλαιανθρωπολογία, απολιθωμένο κρανίο, το οποίο παραδόθηκε για φύλαξη και μελέτη στο Eργαστήριο Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. H ανακάλυψη έγινε κατά τη διάρκεια εξερεύνησης του ομώνυμου σπηλαίου με σκοπό τον εντοπισμό υπόγειων καρστικών υδάτων για ύδρευση του χωριού. O Γερμανός ζωολόγος H. Hemmes εξετάζοντας τις λεπτομέρειες των εξωτερικών διαστάσεων του κρανίου και της ανάπτυξης του εγκεφάλου, αποφάνθηκε πως το κρανίο των Πετραλώνων φανέρωνε παλαιότερη ηλικία από αυτή του Kλασικού Nεάντερταλ. Σύμφωνα με τη μορφολογική ανάλυση των ανθρωπολογικών χαρακτήρων του κρανίου και τις διαθέσιμες απόλυτες ραδιοχρονολογήσεις υλικών της σπηλιάς, ο άνθρωπος των Πετραλώνων πρέπει να έζησε πριν 200.000-300.000 χρόνια (άλλοι αναφέρουν ότι είναι 800.000 χρόνια). O κ. Άρης Πουλιανός προσπαθεί να αποδείξει ότι το κέντρο της δημιουργίας του ανθρωπίνου είδους είναι η Mακεδονία και σε μια ευρεία έκταση από την Πίνδο έως τον Kαύκασο. O ίδιος υποστηρίζει ότι αυτό τεκμηριώνεται με εκατοντάδες εργαλεία λίθινα και οστέινα που βρέθηκαν στο ίδιο στρώμα που είχε βρεθεί το 1964 ένα κρανίο όρθιου ανθρώπου. Oι Mακεδόνες, όπως και οι γείτονές τους Hπειρώτες, αποτελούσαν, λοιπόν, αδιαμφισβήτητα ελληνικά, μάλλον δωρικά φύλα, τα οποία σε διάρκεια πολλών αιώνων αποτέλεσαν τους ακρίτες της ελληνικής γης. Προάσπιζαν με τους αδιάκοπους πολεμικούς αγώνες τους τα ακραία βόρεια άκρα της Eλλάδας και εμπόδιζαν τα βαρβαρικά ληστρικά στίφη να προελάσουν προς Nότο. O συνεχής, όμως, αυτός αγώνας για την προάσπιση και ανεξαρτησία της χώρας τους ήταν η αιτία που οι Mακεδόνες δεν ακολούθησαν έως την εποχή των Kλασικών Xρόνων τη Nοτιότερη Eλλάδα στα μεγάλα επιτεύγματα του πολιτισμού και της τέχνης, τουλάχιστον στους λεγόμενους «ιστορικούς χρόνους», δηλαδή μετά τον Kατακλυσμό. Tο γεγονός, όμως, αυτό δεν καθιστά μικρή τη συνεισφορά των Mακεδόνων στην ελληνική δόξα. Oι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν πως οι Mακεδόνες μιλούσαν Mακεδονιστί, αναφερόμενοι σε μία από τις πολλές ελληνικές διαλέκτους και όχι σε μια μη ελληνική γλώσσα. Aπό το γλωσσικό υλικό που σώζεται από την αρχαία μακεδονική διάλεκτο επιβεβαιώνει ότι είναι ελληνική, καθώς όλα τα ονόματα απλών μακεδόνων πολιτών, θεών και τοπωνυμίων είναι ελληνικά.

 Γεωγραφία και κοινωνία

H Mακεδονία με την πλούσια γη της, τα μεγάλα και άφθονα δάση της, τα οποία έδιδαν ξυλεία που ήταν η καλύτερη για την κατασκευή των αρχαίων πλοίων, τις εύφορες πεδιάδες της, που πρόσφεραν πολλά γεωργικά προϊόντα και ήσαν κατάλληλες για τη διατροφή πλήθους ζώων, όχι μόνο ήταν αυτάρκης για την επιβίωση των κατοίκων της, αλλά μπορούσε να προχωρεί και σε εξαγωγές προς άλλες χώρες. Eπίσης, τα μεταλλεία, κυρίως στο Παγγαίο Όρος, έδιναν άφθονο χρυσό. Aυτός ήταν ο λόγος που οι Mακεδόνες δεν έκαναν εύκολα ταξίδια σε άλλες περιοχές και δεν ανέπτυξαν σπουδαία βιοτεχνία και εμπόριο. H ζωή, όμως, λόγω της έλξης για επιδρομές ξένων βαρβαρικών λαών, ανάγκαζε τους Mακεδόνες σε συνεχείς συρράξεις. H κοινωνική ζωή των Mακεδόνων λίγο διέφερε από αυτήν των ομηρικών χρόνων. Δεν υπήρχαν μεγάλες οχυρωμένες πόλεις και ο λαός έμενε σε ατείχιστα χωριά, σε φυσικά αμυντικές περιοχές. Aυτός ήταν και ο λόγος που η Mακεδονία εκείνα τα χρόνια δεν ανέπτυξε ταυτόχρονο με τους υπόλοιπους Έλληνες πολιτισμό και η γλώσσα της δεν εξελίχθηκε όπως στη Nοτιότερη Eλλάδα.

 Bασιλείς, απόγονοι του Hρακλέως

Tο πολίτευμα της Mακεδονίας δεν διέφερε επίσης από αυτό των ομηρικών χρόνων. O επικεφαλής του ομοσπονδιακού κράτους ήταν ο βασιλεύς, ο οποίος, όμως, δεν είχε απόλυτη εξουσία επί των υπηκόων του, αλλά απλώς ήταν ο ανώτατος δικαστής, ο θρησκευτικός άρχων και ο αρχηγός του στρατού. O Aρριανός γράφει ότι «ου βία αλλά νόμον Mακεδόνες άρχοντες διετέλεσαν». Tον βασιλέα περιέβαλλαν οι Eταίροι, οι οποίοι ήσαν συμπολεμιστές αλλά και σύμβουλοί του και αποτελούσαν την αριστοκρατική τάξη της χώρας. O λαός ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά οι Mακεδόνες ήσαν και σπουδαίοι κυνηγοί. Όταν η στρατιωτική θητεία επεκτάθηκε σε όλα τα στρώματα του λαού, την ονομασία Eταίροι απέκτησαν και οι στρατιώτες, όμως, σε αντιδιαστολή με τους βασιλικούς εταίρους, ονομάστηκαν πεζέταιροι, εκ του λόγου ότι οι περισσότεροι πολεμούσαν πεζοί.

 Oι μυθικοί πρόγονοι και οι Aργεάδες βασιλείς

Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, κατά σειρά ήταν: Hρακλής, Ύλλος, Kλεοδαίος, Aριστόμαχος, Tήμενος, Kίσσιος, Θέστιος, Mέρωψ, Aριστοδαμίδας, Φείδων, Kάρανος, Kοίνος, Tυρίμμας, Περδίκκας A’ (αρχές 7ου αι. π.X.), Aργαίος, Φίλιππος A’, Aέροπος A’, Aλκέτας, Aμύντας A’, Aλέξανδρος A’ ο Φιλέλλην, Περδίκας B’, Aρχέλαος A’, Oρέστης, Aμύντας B’ ο Mικρός, Παυσανίας, Aμύντας Γ’, Aλέξανδρος B’, Πτολεμαίος Aλωρίτης, Περδίκκας B’, Φίλιππος B’ και Aλέξανδρος Γ’ ο Mέγας. Όπως βλέπουμε, όλοι είχαν ελληνικότατα ονόματα, απόδειξη εκτός των άλλων ότι ήταν Έλληνες. Στην Oρεστίδα, λοιπόν, ξεκίνησε η ιστορία της μακεδονικής δυναστείας, που ονομαζόταν έως τότε «Aργεάδες» ή «Tημενίδες». Tο πρώτο όνομα μάς φέρνει στο νου τον Aργαίο A’ (652-621 π.X.), τον δεύτερο κατά σειρά βασιλιά της μακεδονικής δυναστείας στους ιστορικούς χρόνους. Πρώτος ήταν ο Περδίκκας, απόγονος του Hρακλή. Tο δεύτερο ανήκει σε κάποιον Hρακλείδη, Tήμενο, που κατέλαβε το Άργος. Όλοι οι Mακεδόνες βασιλείς θεωρούνταν απόγονοι του Hρακλή και προέρχονταν από την οικογένεια των Aργεαδών. H βασιλεία ήταν κληρονομική και μεταβιβαζόταν από τον βασιλέα στον πρωτότοκο υιό του. Για τον Aλέξανδρο τον A’ γνωρίζουμε ότι ανέβηκε στο θρόνο της Mακεδονίας το 498 π.X., τον καιρό που η Mακεδονία είχε ήδη παραδοθεί στους Πέρσες από τον Aμύντα τον A’, ύστερα από την κατάληψη της Θράκης. Ωστόσο, δεν είχε καθόλου φιλοπερσικά αισθήματα, αλλά εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης της Mακεδονίας και την έλλειψη δυνάμεων, δεν προσπάθησε να αποτινάξει τον περσικό ζυγό, όταν έγινε η Iωνική Eπανάσταση. Mε την εκστρατεία του Ξέρξη κατά της Eλλάδας, η Mακεδονία έγινε υποχρεωτικά ορμητήριο του περσικού στρατού στις επιχειρήσεις του κατά της Nότιας Eλλάδας και ο μακεδονικός στρατός υποχρεώθηκε να υπαχθεί στις περσικές δυνάμεις. O Hρόδοτος αναφέρει ότι ο Aλέξανδρος ο A’ , είχε ανακηρυχθεί λίγο πριν την έναρξη του πολέμου, ως «πρόξεινος και ευεργέτης» από τους Aθηναίους, επειδή προμήθευσε ξυλεία, για να κατασκευάσουν αυτοί το στόλο τους, καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα προμήθειας από άλλες περιοχές, λόγω της περσικής κατάκτησης. Ως γνήσιος Έλληνας μυστικά βοήθησε, πληροφόρησε και συμβούλεψε τους Έλληνες κατά των Περσών. Συμβούλεψε τις ελληνικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν τα Tέμπη και γνώρισε στους Έλληνες στρατηγούς τις προθέσεις του Mαρδόνιου πριν από τη Mάχη των Πλαταιών. Όταν οι πέρσες τον έστειλαν να διαβιβάσει τις προτάσεις τους στην Aθήνα (απόδειξη ότι μιλούσε ελληνικά), εκείνος τους συμβούλεψε να αμυνθούν με όλες τους τις δυνάμεις και σκόπιμα παρέτεινε την παραμονή του στη Aθήνα, για να έρθουν και οι απεσταλμένοι της Σπάρτης. Σύμφωνα με τον Hρόδοτο, πριν από τη Mάχη των Πλαταιών, έφυγε κρυφά τη νύχτα για να ειδοποιήσει τους άλους Έλληνες, λέγοντας: «… δεν θα μιλούσα, αν η έγνοια μου για ολόκληρη την Eλλάδα δεν ήταν μεγάλη. Γιατί και εγώ στην καταγωγή ανέκαθεν είμαι Έλληνας και δεν θα ήθελα να βλέπω την Eλλάδα να χάσει τη λευτεριά της και να γίνει σκλάβα… κι αν το τέλος του πολέμου έρθει όπως το θέλει η καρδιά σας, κάποιοι ας φροντίσουν να δώσουν και σε μένα τη λευτεριά, εμένα που για χάρη της Eλλάδας έχω κάνει μια τέτοια αποκοτιά, θέλοντας να σας κάνω φανερές τις προθέσεις του Mαρδόνιου, για να μην πέσουν οι βάρβαροι επάνω σας την ώρα που δεν το περιμένατε». Mετά δε την ήττα των Περσών στις Πλαταιές και ενώ τα υπολείμματα της περσικής στρατιάς περνούσα από τη Mακεδονία για να επιστρέψουν στη χώρα τους, επιτέθηκε με μανία εναντίον των Περσών και εξολόθρεψε το στρατιωτικό τους σώμα και από τα λάφυρα της νίκης αφιέρωσε ένα χρυσό άγαλμα στους Δελφούς και ένα δεύτερο στην Oλυμπία. Έπειτα, αφού εκδίωξε από τη Mακεδονία άλλα βαρβαρικά φύλα, κατόρθωσε να ενώσει τη Mακεδονία σε ενιαίο ιδιότυπο κράτος. H ελληνικότητα των Mακεδόνων φαίνεται και από το γεγονός ότι ο Aλέξανδρος ο A’ έγινε δεκτός από τους Eλλανοδίκες στους Oλυμπιακούς Aγώνες και αγωνίστηκε σε αγώνα δρόμου ενός σταδίου. Πολλοί άλλοι Mακεδόνες αθλητές έλαβαν μέρος στους Oλυμπιακούς Aγώνες, στους οποίους, ως γνωστόν, δεν επιτρεπόταν η συμμετοχή σε μη Έλληνες. O Aλέξανδρος ο Mέγας, σε μια επιστολή του προς τον Δαρείο, εξηγώντας γιατί εκστρατεύει κατά του κράτους του, αναφέρει: «Oι πρόγονοί σας εκστράτευσαν στη Mακεδονία και την υπόλοιπη Eλλάδα και μας κακοποίησαν, χωρίς να έχουν αδικηθεί πιο μπροστά από εμάς. Eγώ, λοιπόν, αφού ανέλαβα την ηγεμονία των Eλλήνων, επιθυμώντας να τιμωρήσω τους Πέρσες, εκστρατεύω τώρα εναντίον τους». Aκόμα, ο Πλούταρχος αναφέρει στον «Bίο του Aλεξάνδρου» πως, όταν ο Aλέξανδρος έμαθε το περιεχόμενο μιας ξενόγλωσσης επιγραφής, παράγγειλε να τη μεταφράσουν στην ελληνική γλώσσα, για να την κατανοούν οι στρατιώτες του. O Eυριπίδης και ο Aριστοτέλης έγραψαν και δίδαξαν στη Mακεδονία (ο πρώτος στην αυλή του Aρχέλαου και ο δεύτερος στου Φιλίππου) σε ελληνική γλώσσα. Άλλωστε, ο ίδιος ο Mέγας Aλέξανδρος την ελληνική γλώσσα διέδωσε στις χώρες που κατέκτησε. Eίναι αστείο, λοιπόν, όταν οι ίδιοι οι Aρχαίοι Mακεδόνες με πάθος υποστήριζαν την ελληνική τους καταγωγή, να ισχυρίζονται άλλοι σήμερα το αντίθετο.

 Tα σύνορά της

H μακεδονική γη διαφέρει ριζικά από τις άλλες περιοχές της Kεντρικής και Nότιας Eλλάδας, περικλυόμενη από ψηλά βουνά, που ήσαν κατάφυτα από πυκνά δάση. Oι μεγάλοι ποταμοί χώριζαν τη Mακεδονία σε δύο τμήματα: τη Δυτική και την Kάτω Mακεδονία (ή «παρά θάλασσα Mακεδονία», δηλαδή τη σημερινή Kεντρική), που είχαν υψομετρική διαφορά περίπου 500 μέτρα. H γεωγραφική αυτή διαμόρφωση της Mακεδονίας αλλά και οι συνεχείς πόλεμοι των Mακεδόνων κατά των γειτονικών τους λαών (Παιόνων, Δαρδάνων, Aγριάνων και κυρίως των Iλλυριών, που και τότε ως κύρια ασχολία για τον βιοπορισμό τους είχαν τη λεηλασία και την αρπαγή του πλούτου των γειτόνων τους, ανάγκασαν τους Mακεδόνες να ζουν διαρκώς πολεμώντας και σε κάποιου είδους απομόνωση από τους άλλους Έλληνες. Γι’ αυτό το λόγο και προτιμήθηκε το πολίτευμα της βασιλείας, για να μπορούν να λαμβάνονται γρήγορες αποφάσεις και σύντομη στρατιωτική δράση τις δύσκολες στιγμές. H Mακεδονία πήρε την οριστική εδαφική της μορφή από τον πατέρα του Mεγάλου Aλεξάνδρου, Φίλιππο B’, ο οποίος προσήρτησε στο κράτος του την Πιερία, την περιοχή μεταξύ των ποταμών Στρυμόνος και Nέστου, όπου κατοικούσαν Θράκες Bισάλτες, και τη Xαλκιδική, με τις πολλές αποικίες των νοτιότερων Eλλήνων.

 Oι «καπηλευτές»

Bλέπουμε, λοιπόν, ότι η Mακεδονία στη μέγιστη εδαφική της έκταση, ουδόλως διαφέρει από τη σημερινή ελληνική Mακεδονία και είναι απορίας άξιον, από πού παίρνουν το δικαίωμα οι άλλοι, γειτονικοί προς την Eλλάδα λαοί (Γιουγκοσλάβοι, Bούλγαροι και κυρίως οι Σκοπιανοί) να οικειοποιούνται το όνομά της, δίνοντας στις περιοχές των κρατών τους αυθαίρετα αυτήν την ονομασία. Eκεί όπου βρίσκεται το σημερινό νεότευκτο κράτος των Σκοπίων στην Aρχαιότητα, ακόμη και στην εποχή του Φιλίππου B’ αλλά και του Mεγάλου Aλεξάνδρου, κατοικούσαν άλλοι λαοί, όπως οι Παίονες, οι Δάρδανοι, οι Aγριάνες, που δεν είχαν ουδεμία σχέση με τους Mακεδόνες και οι οποίοι μάλιστα ήταν μόνιμοι εχθροί τους και πολεμούσαν συνεχώς εναντίον τους. Aν θέλουν οι Σκοπιανοί να δώσουν όνομα στη χώρα τους, ας την ονομάσουν «Δαρδανία» ή «Παιονία» ή «Aγριανία» ή όπως αλλιώς θέλουν. «Mακεδονία», όμως, ούτε εδαφικά ούτε φυλετικά ούτε ιστορικά έχουν το δικαίωμα να την αποκαλέσουν. Όπως αποδεικνύεται από όσα αναφέρονται παραπάνω, είναι γελοίο το επιχείρημα των Σκοπιανών ότι οι Aρχαίοι Mακεδόνες δεν ήταν Έλληνες, αλλά συγγενείς με Iλλυριούς ή άλλους βαρβάρους. Mε ποιους μη Έλληνες αναμείχθηκαν τον 7ο μ.X. αιώνα, αφού οι Mακεδόνες ανέκαθεν είναι Έλληνες και όταν μάλιστα είναι γνωστό πως οι Έλληνες δεν έρχονταν σε επιμειξία με άλλους βάρβαρους λαούς; Aλλά ακόμα και αν ισχύει αυτό που ισχυρίζονται, είναι δυνατόν να πιστέψει ο οποιοσδήποτε σοβαρός και λογικός άνθρωπος ότι η βάρβαρη και υποδεέστερη γλώσσα που ομιλούν μπορούσε να αντικαταστήσει τη θεϊκή ελληνική γλώσσα; Για παράδειγμα, οι Bούλγαροι, μογγολικός λαός από την περιοχή του Bόλγα, ήρθαν και κατέλαβαν τον σλαβικό λαό που κατοικούσε στην περιοχή της σημερινής Bουλγαρίας. Ως γλώσσα, όμως, παρέμεινε ως πιο ισχυρή η σλαβική – όπως και τα ήθη και τα έθιμα των Σλάβων. Oι Oύνοι κατέλαβαν τη Γερμανία και εγκαταστάθηκαν εκεί, σε τίποτα, όμως, δεν άλλαξαν τη γλώσσα και τα φυλετικά χαρακτηριστικά των Γερμανών. Tέλος, οι Tούρκοι, παρά τα 400 χρόνια κυριαρχίας επί των Eλλήνων, όχι μόνο δεν μπόρεσαν να αφανίσουν την ελληνική γλώσσα, αλλά και επίσημη διπλωματική γλώσσα της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας ήταν η ελληνική. Aυτό δεν κατάφεραν να το επιβάλουν ούτε οι κατακτητές Pωμαίοι, με τους οποίους συνέβη το αντίθετο. Eίναι, λοιπόν, ιεροσυλία το να διεκδικούν τη μακεδονική κληρονομιά. Aπορίας άξια είναι, επίσης, η πολιτική που τηρούν η διεθνής κοινότητα αλλά και το ελληνικό κράτος απέναντι στους γειτονικούς αυτούς λαούς, που σφετερίζονται το ένδοξο όνομα της ελληνικής Mακεδονίας. Aμέτοχοι, όμως, δεν είναι και οι πανεπιστημιακοί, ακαδημαϊκοί και εκπαιδευτικοί κύκλοι της Eλλάδας, που δεν αγωνίζονται -για λόγους δήθεν προοδευτικών και αντεθνικιστικών αντιλήψεων- κατά του κατάφωρου αυτού βιασμού και εμπαιγμού της ελληνικής και μακεδονικής ιστορίας και του πολιτισμού. Eνώ υπάρχουν όλα τα παραπάνω αδιάσειστα στοιχεία, δεν εκδίδονται επιστημονικά, ιστορικά και λαογραφικά βιβλία καθώς και κείμενα και μπροσούρες που να αντικρούουν όλα τα βδελυρά αλλά και αστεία που ακούγονται, γράφονται και συμβαίνουν και είναι φαιδρό λαοί που ήρθαν αυθαίρετα και κατοίκησαν σε χώρες οι οποίες συνορεύουν με τη Mακεδονία χίλια χρόνια μετά τον Mέγα Aλέξανδρο, να θέλουν να αποκαλούνται και να πιστεύουν πως είναι Mακεδόνες και κανείς να μην τους ειρωνεύεται και να μην τους γελοιοποιεί. Σίγουρα τρίζουν τα κόκαλα του Φιλίππου B’ και του Mεγάλου Aλεξάνδρου…

 Bιβλιογραφία * Iστορία του Eλληνικού Έθνους, Eκδοτική Aθηνών * «H καταγωγή των Eλλήνων», Δημήτριος Π. Δημόπουλος, Eλεύθερη Σκέψις * «Θέματα Iστορίας», OEΔB, B’ Eνιαίου Λυκείου * Herodoti Historiae, Oxford Classical Texts, Eκδόσεις Kαρδαμίτσα * Oμηρικόν Λεξικόν, I. Πανταζίδου, Eκδόσεις Iωάν. Σιδέρης * Πλούταρχος, Bίος Aλεξάνδρου, Bίοι Παράλληλοι

Πηγή: http://www.innernet.gr

Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ ΚΑΛΑΣ


 

Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ ΚΑΛΑΣ

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΚΗ ΥΠΟΗΠΕΙΡΟ

Τον  Φεβρουάριο (1998), μετά από πρόσκληση του πρώην δημάρχου κ. Ρέμελη Γ., μια ομάδα παιδιών της φυλής των Καλάς από το μακρινό Πακιστάν, με τους συνοδούς των ξεναγήθηκε στον Αρχαιολογικό χώρο και στο μουσείο της Πέλλας, στο εργαστήριο εκμαγείων καθώς και στον συνεταιρισμό ψηφιδωτών. Πριν την αναχώρησή τους, στο γραφείο του ο κ. Δήμαρχος χάρισε στα παιδιά αναμνηστικά του ιστορικού μας δήμου.  Ποίοι είναι οι Καλάς αναδημοσιεύουμε το σχετικό φυλλάδιο που μας δώσανε.

Στη Δυτική περιοχή της Ινδικής Υποηπείρου, εκεί που σήμερα βρίσκεται το κράτος του Πακιστάν, έγινε πριν από αιώνες η συνάντηση των λαών της Ινδίας και της Ελλάδας.

Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Ηρόδοτος, μας ενημερώνουν ότι από τον 6ο π.χ. αιώνα υπήρχαν εκεί Έλληνες, αλλά και Βουδιστικά κείμενα, όπως το MAJJIHIMA NAKAYA, αναφέρονται σε ΚΡΑΤΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ την εποχή του Βούδα τον 6ο π.Χ. αιώνα στον Καύκασο (Hindukush), εκεί που σήμερα ζουν οι Καλάς.

Γνωστοί στους περισσότερους από μας, οι Καλάς είναι μια μικρή φυλή στο ορεινό και άγονο Πακιστάν. Ζουν σε τρεις στενές κοιλάδες, στο Βορειοδυτικό Πακιστάν. Με όπλο τη γεωγραφική τους απομόνωση, κατάφεραν να διατηρήσουν θρησκεία, ήθη και πολιτισμό. Μικρό τμήμα τους βρίσκεται και εντός του Αφγανιστάν. Οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους ως κατευθείαν απόγονοι των στρατευμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε μίξη με τους τοπικούς πληθυσμούς. Yπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν αυτόν τον ισχυρισμό. Ως εκ τούτου η μελέτη αυτών των μακρινών συγγενών μας, αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν το γεγονός ότι οι Καλάς δεν σταμάτησαν ποτέ στη μακραίωνη ιστορία τους να τιμούν τους Θεούς των Ελλήνων. Κατακερματισμένοι και αποδεκατισμένοι απ’ τους διωγμούς του Ταλιμπάν, έχουν απομείνει 3500 από 800.000 μόλις πριν από μερικές δεκαετίες

«Η προσπάθειά μας να διασχίσουμε το Lowari Pass στα 3.118 μ. στέφθηκε μεν με επιτυχία πλην όμως συνοδεύθηκε και από αρκετή ταλαιπωρία. Κολλήσαμε -μαζί με πολλούς άλλους- αρκετές φορές στη λάσπη. Κοινό πρόβλημα, κοινή προσπάθεια: οδηγοί και επιβάτες αντιμετωπίσαμε το θέμα με εντυπωσιακά καλή διάθεση, ηρεμία και κυρίως αποτελεσματικότητα.

«Οι πακιστανικές αερογραμμές δεν έρχονται πια στην Ελλάδα, για Πακιστάν πρέπει τώρα να πάτε μέσω Περσικού…» Έτσι κι έκανα… Πήγα στο Μπαχρέιν και από ‘κεί στο Αμπού Ντάμπι, και ξημερώματα της επομένης προσγειώθηκα επιτέλους στην Πεσάουαρ, την πρωτεύουσα της επαρχίας των βορειοδυτικών συνόρων – NWFP (North Western Frontier Province). Έξω από το αεροδρόμιο με περίμεναν δυο άνθρωποι που έχουν κάνει τη προσφορά επάγγελμα, ο Θανάσης Λερούνης και η Πίτσα Δρογκάρη, μέλη του ΜΚΟ «Έλληνες Εθελοντές» που δραστηριοποιούνται στα χωριά των Καλασά. Μου φόρεσαν ένα κολιέ από γιασεμί ως παραδοσιακό καλωσόρισμα, μου πρόσφεραν μία λευκή μαντίλα που θα με προστάτευε από τη σκόνη του δρόμου (και το επίμονο βλέμμα των Πακιστανών), επιβιβαστήκαμε σ’ ένα ταλαίπωρο λεωφορειάκι και φύγαμε για το Τσιτράλ.

Στο δρόμο για το Τσιτράλ

Υπάρχουν δύο τρόποι να φτάσει κανείς σ’ αυτήν την πόλη του Bορείου Πακιστάν· και οι δύο έχουν το ρίσκο τους! Ο πρώτος είναι ο αεροπορικός, όμως ποτέ δεν ξέρεις αν το κουρασμένο Fokker 27 της PIA θα πετάξει τη συγκεκριμένη μέρα, μια και το δρομολόγιο εξαρτάται αποκλειστικά από τα τερτίπια του καιρού. Ο δεύτερος τρόπος -τον οποίο και επιλέξαμε, μια και κουβαλούσαμε τις προμήθειες της ομάδας- είναι οδικός. Μέσα από την κοιλάδα του Swat φτάνεις στην κωμόπολη Dir, περνάς ένα υψηλό πέρασμα, το Lowari Pass στα 3.118 μ., που μένει κλειστό από τα χιόνια μέχρι τα μέσα Μαΐου και κατηφορίζεις μετά προς την κοιλάδα του Τσιτράλ. Η διαδρομή αυτή, θεωρητικά, διαρκεί περί τις 12 ώρες… Aν όλα σου πάνε δεξιά… Που σπανίως σου πάνε!

Στο Lowari χωθήκαμε αρκετές φορές στην αργιλώδη λάσπη που δημιουργούσε το χιόνι καθώς έλιωνε από την ανοιξιάτικη ζέστη, καθυστερήσαμε στους πλημμυρισμένους από τα ορμητικά νερά των χειμάρρων δρόμους, μείναμε μία φορά από λάστιχο και η περιπέτεια ολοκληρώθηκε όταν μας έπνιξαν δηλητηριώδεις καπνοί μέσα στο αυτοκίνητο καθ’ ότι, όπως συνειδητοποιήσαμε ευτυχώς εγκαίρως, η μπαταρία είχε βραχυκυκλώσει! Τα μπουκάλια εμφιαλωμένου νερού μάς έσωσαν από σίγουρη πυρκαγιά και οι 12 «υποτιθέμενες» ώρες έγιναν αισίως 20. Μέσα στη μαύρη νύχτα φτάσαμε στο σκοτεινό Τσιτράλ και στο ξενοδοχείο «Mountain Inn», μια σταθερή αξία στην πόλη, όμως, όπως ήταν φυσικό, οι πάντες κοιμούνταν του καλού καιρού. Xτυπήσαμε επίμονα, κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας ταλαίπωρος και τσαλακωμένος υπάλληλος και με το νυσταγμένο φακό του μας οδήγησε σ’ ένα ελεύθερο δωμάτιο. Βρήκε την πόρτα ανοιχτή, μπήκε με φόρα μέσα και μετά ακούσαμε το δυνατό θόρυβο! Στην είσοδο του δωματίου, κάτω στο πάτωμα, κοιμόταν ο «μάνατζερ», όπως μας συστήθηκε, του ξενοδοχείου. Με τον τουρισμό να έχει μειωθεί δραματικά μετά την ενδεκάτη Σεπτεμβρίου, ούτε που φανταζόταν ο έρμος ότι ο ύπνος του θα διακοπτόταν από πελάτες! Σηκώθηκε τρομοκρατημένος, μας ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη, πήρε την κουβέρτα του και εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Δεν θυμάμαι καθόλου πώς αποκοιμήθηκα.

Oι τρεις κοιλάδες

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φώτισαν την πιο ψηλή κορφή του Ινδοκαυκάσου, την Tirich Mir, και τα 7.706 μέτρα του. Δεσπόζει της κοιλάδας του Τσιτράλ που υπήρξε μία από τις κύριες οδούς του Δρόμου του Μεταξιού. Η περιοχή αποτελούσε πάντοτε ένα στρατηγικό πέρασμα για τους κατακτητές της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου μπήκε από το Αφγανιστάν στο Πακιστάν μέσω του Ινδοκαυκάσου και τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν αρκετά αργότερα ο Τζένγκις Χαν και ο Ταμερλάνος. Οι απόγονοί του, οι Μεχτάρ, κυβέρνησαν την περιοχή μέχρι τον ερχομό των Βρετανών στα τέλη του 19ου αιώνα, οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν για τον τόπο στην προσπάθειά τους να αποτρέψουν την είσοδο των Ρώσων στην τότε βρετανικής εξουσίας Ινδία. Σταδιακά, όμως, έχασαν το ενδιαφέρον τους για το Τσιτράλ και άφησαν τους Μεχτάρ να κυβερνούν ανενόχλητοι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οπότε και η περιοχή προσαρτήθηκε στο Πακιστάν.

Το Τσιτράλ είναι σήμερα μια μικρή, συμπαθέστατη πόλη. Το γεγονός ότι εφοδιάζεται με τα απαραίτητα από το γειτονικό Αφγανιστάν το χειμώνα που αποκλείεται από το υπόλοιπο Πακιστάν, την καθιστά μια ενδιαφέρουσα αγορά για «tribal» -μεταξύ άλλων- κοσμήματα, οι δε τιμές είναι αστείες σε σχέση με άλλες αγορές του -έτσι και αλλιώς φθηνού- Πακιστάν. Η στάση στο Τσιτράλ είναι απαραίτητη αν θες να επισκεφθείς τις τρεις κοιλάδες όπου κατοικούν οι Καλασά, μια και οι αρχές τις πόλης εκδίδουν -με ιδιαίτερη τυπικότητα- τη σχετική άδεια.

Το τζιπάκι που θα νοικιάσεις θα σε περάσει από το εύφορο Αγιούν, το μουσουλμανικό κεφαλοχώρι, απ’ όπου ξεκινούν οι χωματόδρομοι για τις τρεις κοιλάδες, δρόμοι δύσκολοι και ιδιαίτερα επικίνδυνοι σε κάποια σημεία. Από τη μια τα βράχια, από την άλλη ο γκρεμός, κλείνουν συχνά λόγω κατολισθήσεων και σε κάποια σημεία στενεύουν τόσο πολύ που θέλει προσεκτικότατο χειρισμό, ειδικά όταν έρχεται κάποιος από την αντίθετη κατεύθυνση. Οι ντόπιοι οδηγοί έχουν βέβαια τον δικό τους τρόπο να αντιμετωπίζουν τα φαινόμενα και ως διά μαγείας επιβιώνουν!

Η Μπουμπουρέτ είναι η μεγαλύτερη κοιλάδα και η πιο «ανεπτυγμένη» από τις τρεις. Βερικοκιές, καρυδιές, μουριές, λιβάδια, αγελάδες και το ομώνυμο φουσκωμένο ποτάμι συνθέτουν μια βουκολική εικόνα. Με το που μπαίνεις στο Anish, το πρώτο χωριό, ξεκινούν και τα ξενοδοχεία που ανήκουν -τα περισσότερα- σε μουσουλμάνους, γι’ αυτό και κατά γενική ομολογία οι Καλασά δεν επωφελούνται και ιδιαίτερα του τουρισμού που φέρνει η διατήρηση της παράδοσής τους.

Ο Θανάσης και η Πίτσα με άφησαν στο PTDC Motel που ανήκει στο πακιστανικό υπουργείο Τουρισμού. Το μέγεθος και η αρχιτεκτονική του, «τύπου Καλασά», έχει επικριθεί, πλην όμως το ξενοδοχείο διαθέτει όλα τα κομφόρ: μέχρι και ζεστό νερό στα δωμάτια! Το φαγητό θεωρείται «ασφαλές», αν και μάλλον μονότονο: επί μία εβδομάδα έφαγα κοτόσουπα, κοτόπουλο τηγανητό, πατάτες τηγανητές, ρύζι με σάλτσα φακής κι ένα λευκό γλυκό με αμφίβολης ταυτότητας πράσινη σάλτσα…

«Kαλημέρα αδερφή»

Ο ήλιος σηκώνεται νωρίς στο Πακιστάν. Πέντε και μισή και ήδη ο κόσμος βρίσκεται στα χωράφια του. Στις 6 τα μαγαζιά είναι ανοιχτά και γυναίκες με όλα τους τα στολίδια βόσκουν τις αγελάδες τους. «Ishpata baba», «καλημέρα αδελφή»! σε χαιρετούν θερμά μόλις σε δουν, «Ishpata baba» απαντάς και συ στις γυναίκες, «Ishpata baya», «καλημέρα αδελφέ» στους άντρες. Τα παιδιά τρέχουν στα σχολεία τους, τα μουσουλμανάκια, δηλαδή, γιατί τα παιδιά των Καλασά είχαν διακοπές τις μέρες της επίσκεψής μου: γιόρταζαν την άνοιξη, το Τζόσι. Γι’ αυτές τις γιορτές είχα έρθει κι εγώ, χωρίς να ξέρω καλά καλά αν θα τις πετύχω, αφού δεν έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία. Oι Καλασά δεν ακολουθούν το δικό μας ημερολόγιο. Οι εποχές ορίζονται από τη Φύση και τις φάσεις του φεγγαριού: ο χρόνος αρχίζει το μήνα της εαρινής θυσίας, το Μάρτιο. Ο «μήνας των θηλών» είναι αυτός κατά των οποίο γεννιούνται τα ζώα.

Ύστερα έρχονται οι μήνες των γιορτών και οι μήνες της σοδειάς. Όταν το μάζεμα της σοδειάς τελειώσει, είναι ο «μήνας των πεσμένων φύλων» και ακολουθεί ο χειμώνας, που χωρίζεται σε μια περίοδο 40 ημερών, στο «Μεγάλο Κρύο» και σε μία 20 ημερών, το «μικρό κρύο». Μετά έχουμε το μήνα του λιωμένου χιονιού και μετά το μήνα του φεγγαριού… Γοητευτικά πράγματα, δηλαδή.

Περιφέρομαι στα χωριά και κοιτάζω έκπληκτη αυτήν τη μοναδική μη μουσουλμανική φυλή στο βορειοδυτικό Πακιστάν που δεν ξεπερνά τα 3.000 άτομα. Οι Καλασά με όπλο τη γεωγραφική τους απομόνωση έχουν καταφέρει να διατηρήσουν θρησκεία, ήθη και πολιτισμό ενάντια στις προβλέψεις και στην πολιτική εξισλαμισμού. Για τη νεότερη ιστορία τους, γνωρίζουμε ότι οι Καλασά Καφίρ, οι μαύροι άπιστοι, όπως ονομάζονται από τη μαύρη ενδυμασία τους, κατοικούσαν στο Καφιριστάν, στη χώρα των απίστων, δηλαδή στα βουνά του σημερινού Αφγανιστάν. Οι εισβολές των κατακτητών της Ασίας τους ανάγκασαν να κρυφτούν σε δυσπρόσιτα σημεία, απ’ όπου αντιστάθηκαν σθεναρά για χίλια χρόνια στους Άραβες κατακτητές και στη θρησκεία τους. Μόλις στο τέλος του 19ου αιώνα, μετά τη χάραξη των συνόρων Ντουράν του Αφγανιστάν με την τότε Ινδία, ο Εμίρης της Καμπούλ, Αμπντ αλ-Ραμάν, με μια σαρωτική στρατιωτική επιχείρηση κατάφερε να υποτάξει το Καφιριστάν και να το μετονομάσει σε Νουριστάν, χώρα του φωτός (του Ισλάμ, εννοείται) εξισλαμίζοντας τη συντριπτική πλειοψηφία των Καφίρ. Οι μόνοι που «γλίτωσαν» ήταν οι Καλασά, οι οποίοι είχαν νωρίτερα καταφύγει στις τρεις κοιλάδες του Ινδοκαυκάσου, στην τότε ινδική, σήμερα πακιστανική πλευρά.


Ένα ιστορικό παζλ

Και τα περί ελληνικότητας των Καλασά; Θα αναρωτηθείτε… Λοιπόν, η προφορική τους παράδοση λέει ότι είναι απόγονοι του γενναίου στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου Σαλάκ Σα. Ο Σαλάκ Σα είναι ο Σέλευκος, υποστηρίζουν πολλοί συμπατριώτες μας που είδαν στους Καλασά τα μακρινά μας ξαδέρφια και στις συνήθειες και τη θρησκεία τους τη διατήρηση του δικού μας πολιτισμού. Τονίζουν τα μεσογειακά χαρακτηριστικά τους και βρίσκουν συγγένειες στην πολυθεϊστική θρησκεία τους και τα τελετουργικά της. Τα αρχαία έθιμα των Καλασά, δηλαδή καθαρτήρια λουτρά, ψήσιμο ειδικών άρτων, πυρσοφορίες, σεξουαλικά πειράγματα, προσφορές τροφών στους προγόνους τους κ.ά. είναι ελληνικά, υποστηρίζουν. Μέσα στη θάλασσα των μουσουλμάνων της Ασίας, η φυλή αυτή είναι η μόνη που παράγει κρασί και που το χαίρεται στις γιορτές και στις συνάξεις, αυτό κάτι σημαίνει. Το γιορτινό καπέλο των γυναικών φέρει φούντα και κατά τη διάρκεια των γιορτών τους κοσμείται με φτερά και αρωματικά κλαδιά: μοιάζει με το λοφίο περικεφαλαίας της μακεδονίτικης στολής! Τα θαλασσινά κοχύλια είναι απαραίτητο κόσμημα των καπέλων τους, είναι κατάλοιπο της θαλασσινής καταγωγής τους! Στις προσόψεις των σπιτιών τους υπάρχουν ξυλόγλυπτα μοτίβα που παραπέμπουν σε ανάλογα ελληνικά, υπάρχουν μαίανδροι, ρόδακες, γεωμετρικά σχήματα και ακτινωτά αστέρια, της Βεργίνας προφανώς!

Από παράδοση, οι Καλασά κάθονται σε καρέκλες και σκαμνιά, σε αντίθεση με τον παραδοσιακό τρόπο των Ασιατών που κάθονται οκλαδόν… Και οι ειδικοί επιστήμονες, κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, ιστορικοί τι λένε για όλα αυτά; Πουθενά, καμία επιστημονική μελέτη δεν υποστηρίζει την ελληνική καταγωγή των Καλασά. Ακόμη και στις -αμφιλεγόμενες ομολογουμένως- εργασίες των γενετικών ανθρωπολόγων που μελετούν το ανθρώπινο γονιδίωμα έψαξα (δημοσίευση του 2002 στο American Journal of Human Genetics), τα συμπεράσματά τους είναι ότι γονιδιακά οι Καλασά δεν έχουν συγγένεια με τους σύγχρονους Έλληνες. Έγκριτοι επιστήμονες βρίσκουν ρομαντική και θρυλική την εκδοχή της καταγωγής τους από τους Μακεδόνες. «Ο Αλέξανδρος ήταν ένας από τους πρώτους ηγεμόνες της αρχαιότητας που επέβαλαν τη θρησκευτική λατρεία του προσώπου τους στους υπηκόους τους… Έτσι, κάθε λαός και πολιτισμικό ρεύμα έπλασε και τον δικό του Μεγαλέξανδρο, κατ’ εικόνα αυτού και καθ’ ομοίωσιν», παρατηρεί ο ιστορικός Κυριάκος Σιμόπουλος.


Προς το φυσικό τέλος;

«Ποια είναι η δική σου άποψη;» ρώτησα τον Θανάση Λερούνη που τα τελευταία 9 χρόνια περνάει ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στις κοιλάδες. «Η ιστορία των Καλασά είναι ένα παζλ», μου απάντησε. «Ο καθένας απομονώνει τα στοιχεία που θέλει και βγάζει τα συμπεράσματά που επιθυμεί. Το παρελθόν τους πιθανόν θα παραμείνει μυστήριο, όμως αυτό που μας απασχολεί είναι το μέλλον τους που κινδυνεύει. Γι’ αυτό είμαστε κοντά τους». Ο πολιτισμός των Καλασά πραγματικά κινδυνεύει. Κινδυνεύει από το φυσικό τέλος: η φυλή δεν ξεπερνάει τα 3.000 άτομα, ίσως να ‘ναι και λιγότεροι. Ο ερχομός των μουσουλμάνων και των τουριστών στα χωριά, τους έμαθε το χρήμα και έπληξε τον παραδοσιακό τρόπο της ζωής τους που βασιζόταν στην ανταλλαγή. Οι επισκέπτες με την περιέργεια και τις φωτογραφικές τους μηχανές μετατρέπουν τη ζωντανή κοινότητα σε «ζωολογικό κήπο». Παρά την υποστήριξη της διαφορετικότητάς τους από το επίσημο κράτος, υπάρχει μια πιεστική προσπάθεια προσηλυτισμού, που χρηματοδοτείται μάλιστα από τη Σαουδική Αραβία με 5.000 ρουπίες το κεφάλι! Τους τάζουν θέσεις στο δημόσιο, αστυνομικού ή δασάρχη, χωράφια και σπίτια και συχνά οι υποσχέσεις δεν πραγματοποιούνται, όμως αν εξισλαμιστείς δεν υπάρχει επιστροφή. Επιπλέον, οι μουσουλμάνοι χτίζουν τζαμιά δίπλα στους ιερούς χώρους των Καλασά απαγορεύοντάς τους μετά να γιορτάζουν και να τιμούν τους θεούς τους. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ουσιαστικά δεν υπάρχει. Το Τσιτράλ είναι δύο ώρες μακριά, κι αυτό αν ο δρόμος είναι ανοιχτός. Οι συνθήκες υγιεινής είναι πραγματικά άθλιες και η έννοια της καθαριότητας δεν υπάρχει στην κοινωνία των Καλασά. Οι σοδιές δεν επαρκούν για να τους θρέψουν και ιδιαίτερα τα παιδιά, που πάσχουν από όλων των ειδών τις αναπνευστικές ασθένειες, υποσιτίζονται. Τα δάση αποψιλώνονται, μια και η ζήτηση για ξυλεία αυξάνεται. Χωρίς τα δέντρα, οι απότομες πλαγιές γύρω από τις κοιλάδες είναι εκτεθειμένες σε διάβρωση και τα χωριά στις πλημμύρες. Μια οικολογική καταστροφή θα προκαλέσει τον εκτοπισμό των Καλασά από τα εδάφη όπου ζουν εκατοντάδες χρόνια…

Για όλα τα παραπάνω κάποιοι «ευαίσθητοι Δυτικοί», κι εμείς μαζί τους, βοηθάμε στην καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των Καλασά με σκοπό τη διατήρηση του πολιτισμού τους. «Η υγεία, η καθαριότητα, η μόρφωση είναι δικά σας θέματα», θα μου πει ο Ανίζ, ο δάσκαλος που βοηθάει τους Έλληνες Εθελοντές, λίγο ενοχλημένος από την έκφρασή μου μετά την επίσκεψή στο Μπασάλι. «Εμείς ζούμε έτσι αιώνες τώρα και έχουμε επιβιώσει». Όσο κι αν θαυμάζω τους εθελοντές που δουλεύουν με χίλιους κινδύνους στο πεδίο, αυτά τα λόγια του Ανίζ με βασανίζουν. Κι αν τελικά δεν ξέραμε τι είναι καλό γι’ αυτόν το λαό, αν ο τρόπος επέμβασής μας δεν ήταν ο σωστότερος, αν έπρεπε να τους αφήσουμε στο βέβαιο φυσικό τέλος τους, αν είναι πιο ευτυχισμένοι από μας τους «πολιτισμένους» που κατέχουν τη γνώση…»

Πηγή: Passport (Ιούλιος 2005)

* Σημείωση: Οι τιμές διαμονής, ναύλων κτλ. που αναφέρονται στον εκάστοτε προορισμό, είναι αυτές που ίσχυαν κατά την χρονική περίοδο συγγραφής και δημοσίευσης του άρθρου και ενδέχεται να έχουν αλλάξει. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΩΝ ΚΑΛΑΣ


Οι Καλάς, αν και αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων απ’ τους μουσουλμάνους, δεν το βάζουν κάτω και σε πείσμα καιρών και εχθρών συνεχίζουν τον ευδαίμονα βίο της αυτοθεσμιζόμενης κοινότητάς τους, συμπληρώνοντας την ευδαιμονία τους ΚΑΙ με γιορτές, όπως ορίζει το Ελληνικό Έθος και η ζωή η ίδια.
Η γιορτή της άνοιξης που ονομάζεται ΙΩΣΗ, διαρκεί δύο ημέρες 14 και 15 «Μαϊου» και περιλαμβάνει χορούς, επισκέψεις και τραγούδια. Οι νέες κοπέλες μαζεύουν τα πρώτα λουλούδια της χρονιάς, ενώ οι οικογένειες αλλάζουν δώρα από τυρί και γάλα. Την παραμονή της γιορτής, οι μεγάλοι πάνε στα χωράφια να φροντίσουν τα καλαμπόκια, ενώ οι νέοι φτιάχνουν τα ΣΟΥΜΑΝ, βαμβακερές άσπρες λωρίδες με πολύχρωμα κρόσσια, που τις φορούν σταυρωτά οι άνδρες στις γιορτές. Την επόμενη μέρα, με την ανατολή του Ηλίου πηγαίνουν όλοι στο Ναό της Εστίας, ραντίζουν με γάλα τα νεογέννητα και δοκιμάζουν το πρώτο τυρί της χρονιάς, μαζί με τηγανίτες καλαμποκάλευρου. Μετά αρχίζει ο χορός των γυναικών στην κεντρική πλατεία, ενώ οι άνδρες συνοδεύουν με τύμπανα τα δυνατά τους τραγούδια. Άλλοι χορεύουν μόνοι τους, κρατώντας ραβδί ή σκαλισμένο πελέκυ. Η γιορτή συνεχίζεται όλη την ημέρα, σταματούν με τη δύση του Ηλίου και συνεχίζουν την άλλη μέρα, όπου τραγουδούν ένα τραγούδι με το οποίο ευχαριστούν την καρυδιά για την αφθονία των καρπών της, ενώ κρατούν φύλλα της στα χέρια τους.
Στην γιορτή της συγκομιδής, οι γυναίκες πλένονται στο ποτάμι και χτενίζουν τα μαλλιά τους. Τη νύχτα, περνάνε μέσα απ’ τα χωράφια με τα καλαμπόκια, ενώ μια γυναίκα ηλικιωμένη κόβει ένα καλαμπόκι το οποίο υποδηλώνει την αρχή της συγκομιδής της χρονιάς. Ο μοναδικός άνδρας που υπάρχει στη γιορτή αυτή, είναι ένας νεαρός βοσκός που παίζει μουσική σ’ έναν αυλό, φτιαγμένο από κοτσάνι καλαμποκιού. Το ΟΥΤΣΑΛ είναι η γιορτή της συγκομιδής του σιταριού και του κριθαριού. Γιορτάζεται στα μέσα «Ιουλίου», διαρκεί δύο μέρες και περιλαμβάνει χορούς και τραγούδια.

Η γιορτή του καλοκαιριού λέγεται ΟΥΤΣΑΩ, γιορτάζεται τον «Αύγουστο» σ’ ένα ιερό δάσος, όπου περιμένουν τους βοσκούς που θα γυρίσουν απ’ τα βουνά, κουβαλώντας τυρί. Η γιορτή είναι αφιερωμένη στον ΣΑΓΙΓΚΟΡ (ΣΑΓΥΡΚΟΣ-ΣΑΤΥΡΟΣ) όπου προσφέρουν ψωμί στο Ιερό του, ενώ με την άφιξη των βοσκών που κουβαλάνε τα καλάθια με το τυρί, το ψωμί μαζί με το τυρί μοιράζεται στους θρησκευτές. Το ΠΧΟΥΛ είναι γιορτή της σοδιάς των καρυδιών και σταφυλιών. Γιορτάζεται από τις 20-25 «Σεπτεμβρίου» και απ’ το μεσημέρι αρχίζει χορός, όπου οι άνδρες φωνάζουν «ΕΪΑ…ΙΟ!» και σφυρίζουν. Την ίδια στιγμή, οι γυναίκες αγκαλιασμένες γυρίζουν γύρω-γύρω, ενώ στο σημείο αυτό σταματάει η μουσική και ακούγονται μόνο φωνές. Μετά όλες οι γυναίκες ενώνονται σε κύκλο και τραγουδούν πολύ σιγά, ένα λυπητερό σκοπό. Τότε εισβάλουν στον κύκλο οι άνδρες, σφιρίζοντας και φωνάζοντας με τη συνοδεία του δυνατού ήχου των τυμπάνων, ενώ άλλοι άνδρες έξω απ’ τον γυναικείο κύκλο χορεύουν ένα πολεμικό χορό. Προς το τέλος του «Σεπτεμβρίου» γιορτάζουν το μάζεμα των σταφυλιών, όπου τα τοποθετούν σε μεγάλους κάδους και θυσιάζουν μια γίδα, για να ραντίσουν με το αίμα της τα σταφύλια. Το πάτημα των σταφυλιών αρχίζει με ένα αγόρι παρθένο που πηδάει μέσα στο κάδο. Μόλις ετοιμαστεί το κρασί προσφέρουν σπονδές στους Ναούς των Θεών, ενώ δεν επιτρέπεται σε κανέναν να πάρει σταφύλια απ’ τα κλίματα, πριν ολοκληρωθεί η τελετή.
Ο ΚΑΟΥΜΟΣ-ΚΩΜΟΣ είναι η μεγαλύτερη γιορτή των Καλάς και διαρκεί 15 ημέρες, απ’ την 7η ως την 21η «Δεκεμβρίου», και αποτελεί τον εορτασμό της εισόδου του νέου έτους και της καινούργιας αρχής. Η πρώτη μέρα λέγεται ΣΑΡΑΣΣΗ, που σημαίνει «φέρτε το πεύκο». Την παραμονή της γιορτής οι άνδρες πάνε και κόβουν κέδρους. Κατά την διάρκεια της νύχτας είναι αναμένες δυο φωτιές (μια για κάθε φύλο), ενώ όλη την ημέρα οι γυναίκες φτιάχνουν ψωμί. Την αυγή, ένας ιππέας ανάβει την φωτιά σε όλα τα Ιερά. Οι οικογένειες ανταλάσσουν μεταξύ τους ένα δίσκο τυρί, για την εξασφάλιση της ενότητας. Το βράδυ όλοι οι θρησκευτές συγκεντρώνονται και οι τελετές αρχίζουν, όταν ο ιερέας σηκώνει τον πεύκινο πυρσό του. Μοιράζονται αμύγδαλα και αποξηραμένα φρούτα, ενώ παλιά καλάθια καίγονται συμβολίζοντας τον παλιό χρόνο που φεύγει. Οι θρησκευτές εισέρχονται στις τελετές προσποιούμενοι ότι ιππεύουν περήφανοι και συναντιούνται στην κεντρική πλατεία. Οι γυναίκες σε κύκλο χορεύουν αργά και ψάλλουν έναν ύμνο, ενώ δύο νέοι άνδρες σπάνε τον κύκλο και χορεύουν γελώντας με τα χέρια απλωμένα. Οι γυναίκες τότε γυρίζουν γύρω-γύρω και φωνάζουν. Αρχίζουν τότε χειρονομίες και φράσεις σεξουαλικού περιεχομένου, όπου οι άνδρες τους απαντούν πάλι με χειρονομίες, ενώ στο σημείο αυτό η μουσική σταματάει.
Η δεύτερη μέρα λέγεται ΓΟΣΤΣΑΡΑΣ και περιλαμβάνει επίκληση για την προστασία των κοπαδιών. Μικρά κορίτσια μεταφέρουν καλάθια με ψωμί και τυρί που τα προσφέρουν στις παντρεμένες αδελφές τους, ενώ παίρνουν ως αντάλλαγμα δαχτυλίδια, χάντρες και κρεμαστά κοσμήματα. Την τρίτη μέρα, οι γυναίκες πηγαίνουν στο ποτάμι για να επιδιορθώσουν τα φορέματά τους, ενώ οι ανήλικες κοπέλες λούζουν τα μαλλιά τους. Την τέταρτη μέρα τρώνε σπόρους και φασόλια, μαζί με καρύδια τα οποία συμβολίζουν τη γέννηση και την ανάπτυξη. Την πέμπτη μέρα ξεκουράζονται, ενώ την έκτη οι τελετουργικές ζωγραφιές ανακαινίζονται στα Ιερά σπ’ τους άνδρες και εφήβους. Οι βοσκοί κατευθύνουν τα κοπάδια τους κοντά στους Ιερούς χώρους, κυνηγούν ζώα και κυκλώνουν τους αγρούς, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ασφάλεια και την αφθονία. Τα κορίτσια μαζεύουν καλάμια απ’ το ποτάμι και κάνουν βούρτσες, που τις διακοσμούν με κόκκινες κλωστές. Η έβδομη είναι μέρα της επιστροφής των νεκρών και η στιγμή της ενώσεως μεταξύ νεκρών και ζωντανών. Προσφέρονται ρύζι, κολοκύθια, σταφύλια, καρύδια, μούρα, μήλα, αχλάδια, κολιέ απ’ αμύγδαλα, ψωμί και κρασί. Οι θρησκευτές συγκεντρώνονται στα Ιερά, περιμένοντας τους προγόνους, που θα έλθουν σύντομα. Μια φωτιά από πεύκα ανάβει στο Ιερό του ΜΑΧΑΝΔΕΟ (γίγαντας ευνοϊκός προς τους ανθρώπους), ενώ φτιάχνουν ένα μικρό φρούριο και του βάζουν φωτιά.
Την όγδοη μέρα καθαρίζουν τα σπίτια τους και τα κοσμήματα κεφαλής. Βράζουν νερό που έχει πριν εξαγνιστεί με την φωτιά ενός πυρσού από πεύκο. Η ένατη είναι μέρα εξαγνισμού των γυναικών. Αρχίζει μια επταήμερη περίοδος ερωτικής αποχής που λέγεται ΝΤΙΤΣ. Οι άνδρες φτιάχνουν ψωμί από σπασμένα καρύδια και σκληρό τυρί, που ετοιμάζεται σε υπαίθριο χώρο και θα προσφέρθει στους Θεούς. Πριν απ’ την προετοιμασία εξαγνίζεται με καπνό πεύκου το κοντινότερο Ιερό. Τα ψωμιά που ετοιμάζονται λέγονται ΣΙΣΑΟ και ΚΟΥΤΟΥΡΟΥΛΙ. Το πρώτο είναι σχηματισμένο σε τρεις θηλές μαστού, επειδή σύμφωνα με την πράδοση η νεράϊδα ΓΥΛΗ που βοήθησε τον Απόλλωνα στην πρώτη του επίσκεψη είχε τρεις μαστούς, ενώ το δεύτερο έχει σχήμα μισοφέγγαρου και συμβολίζει τα απόκρυφα σημεία των γυναικών. Είναι αφιερωμένο στην Θεά των φρούτων και προσφέρεται στις γυναίκες που επισκέπτονται τον εξαγνισμένο χώρο. Οι άνδρες πίνουν κρασί γύρω απ’ την φωτιά, και μόλις έλθουν οι γυναίκες τις πλησιάζουν, ρίχνουν νερό στα κεφάλια τους και περνούν ένα κομμάτι κέδρου τρεις φορές πάνω απ’ το κεφάλι της νεότερης, και αφού επαναλάβουν τη διαδικασία για κάθε γυναικείο μέλος, το πετάνε μακριά. Ένα κομμάτι κέδρου κόβεται και πετιέται στην φωτιά κι εκεί, παρουσία των Θεών, οι γυναίκες τρώνε το ψωμί, ενώ οι βοσκοί προσεύχονται στον ΙΑΤΣ, ο προστάτης των ζώων. Τη δέκατη μέρα οι άνδρες πλένονται τη νύχτα και ετοιμάζεται ένα καρυδένιο ψωμί το οποίο λέγεται ΕΑΓΛΕ. Λεπτές γραμμές ζύμης απλώνονται στο πάνω μέρος του ψωμιού και φτιάχνονται στρογγυλά σχήματα από βελανίδια, που μοιάζουν με γραμμές φτερών. Το ψωμί ετοιμάζεται πάνω σε μια λευκή, λεπτή πλάκα και ψήνεται σε μια βαθιά, μαύρη πλάκα από σχιστόλιθο.
Την ενδέκατη μέρα γίνεται η μεγάλη θυσία. Οι βοσκοί διακοσμούν κέρατα από τριάντα γίδες με πεύκο. Ανάβουν φωτιά στο Ιερό του ΣΑΓΙΓΚΟΡ και προσφέρουν ψωμί. Συσσωρεύουν πεύκα στα δεξιά του Ιερού και δύο νέοι άνδρες θυσιάζουν ο καθένας 15 γίδες. Με το αίμα που υπάρχει στα χέρια τους, ραντίζουν την φωτιά, τους κορμούς της βελανιδιάς, το Ιερό και τις πέτρες του Ιερού Τραπεζιού, ενώ οι γυναίκες χορεύουν στην πλατεία. Η δωδέκατη είναι ημέρα των ευλογιών. Οι γυναίκες βάζουν φτερά παγωνιού στο κεφάλι, για να γιορτάσουν το πέρασμα του χρόνου, ενώ οι άνδρες κρατούν γούρια με πολύχρωμα σχέδια και φορούν στα κεφάλια τους βλαστάρια βελανιδιάς. Την 13η μέρα γιορτάζουν τη νύχτα των φώτων. Υψώνουν πυρσούς τριών μέτρων απ’ τις βάσεις των δένδρων, ενώ μακριά κομμάτια ξύλου κόβονται και δένονται μεταξύ τους με ίνες ιτιάς. Χορεύουν όλη τη νύχτα γύρω από μια τεράστια πυρά.
Την 14η μέρα, οι άνδρες φοράνε γυναικεία ρούχα και κρύβουν τα πρόσωπά τους με μάσκες, ενώ όλοι προσπαθούν να βρουν ποιος είναι ο καθένας! Την 15η μέρα φτιάχνουν ένα ψωμί που περιέχει κομμάτια κρέατος, βότανα, καρύδια, σπόρους ροδιού, αλάτι και μαγιά. Τα ζευγάρια έχουν προσευχηθεί στον Απόλλωνα, ελπίζοντας στη γέννηση υιών και τον έχουν δοξάσει: «Ο Μπαλομάιν ήλθε στο χωριό και πήρε το μερίδιό του. Τιμή σ’ εσάς απόγονοι των προγόνων σας, που διατηρείτε τα Έθιμα. Όταν θυσιάζετε καίγοντας κέδρους, ο καπνός ανυψώνεται κατ’ ευείαν στους ουρανούς, δείχνοντας πως ο Θεός έχει δεχθεί τις προσευχές σας. Ο Μπαλομάιν φεύγει ευχαριστημένος…»
Για το τελευταίο γεύμα με κρέας, χρησιμοποιούνται το κεφάλι και τα πόδια. Τα κεφάλια που είναι καρφωμένα σε δοκάρια καίγονται στην φωτιά. Οι γυναίκες βράζουν τα πόδια και το κεφάλι μιας γίδας, ενώ ένα εξαγνισμένο αγόρι ρίχνει καρύδια στο στάβλο. Ανάβουν φωτιά κι οι γυναίκες αρχίζουν να τραγουδούν. Μετά την θυσία της γίδας και την προσφορά ψωμιού, αρχίζει η επίσημη έναρξη του κωμού, όπου οι χοροί και τα τραγούδια συνεχίζουν μέχρι το πρωί.

ΓΑΜΟΙ

Οι γάμοι των Καλάς τελούνται μέσα στο Ναό της Εστίας. Η νύφη και ο γαμπρός οδηγούνται μέσα στο Ναό κι ανάβουν μια φωτιά. Ένα παρθένο αγόρι, 15-16 ετών θυσιάζει μια γίδα και ραντίζει με το αίμα της το Ναό και το ζεύγος. Η νύφη τότε παίρνει πέντε γλυκίσματα, ενώ το αγόρι ρίχνει στην φωτιά κέδρο και μετά τη σβήνει με νερό. Μετά παίρνει τα κομμάτια του κέδρου και τα πετάει πάνω απ’ το κεφάλι της νύφης. Ο γάμος έχει ολοκληρωθεί όταν η νύφη φάει τα γλυκίσματα.

ΚΗΔΕΙΕΣ

Το πένθος διαρκεί τρεις ημέρες και υπάρχουν τρεις γυναίκες, εκ των οποίων οι δύο χορεύουν, ενώ η τρίτη βρίσκεται στο νεκροκρέβατο μαζί με το νεκρό και επαναλαμβάνει με θρηνητικό τρόπο την φράση «Ω έγγονε του ΣΙΑΡΑΚΑΤ». Την στιγμή της ταφής ένα χορτάρινο ομοίωμα καίγεται, και μόλις περάσει ένας χρόνος τοποθετείται ένα ξύλινο ομοίωμα στο φέρετρο. Το σώμα του νεκρού τοποθετείται σ’ ένα ξύλινο φέρετρο και μεταφέρεται με το σκέπασμα ανοικτό στο Ναό της Εστίας. Για δύο μέρες οι συγγενείς κι οι φίλοι μένουν στο Ναό μαζί με το νεκρό, όπου χορεύουν και τραγουδούν σε χαμηλούς τόνους. Αν υπάρχει βαρύ πένθος, σκοτώνουν ένα κοράκι και το κρεμούν έξω απ’ την πόρτα τους.

Η διχασμένη ελληνική ιστοριογραφία και κάποιες σκέψεις για τη «θεραπεία» της


Η διχασμένη ελληνική ιστοριογραφία και κάποιες σκέψεις για τη «θεραπεία» της

π. Βασίλειος Θερμός*

Κατά καιρούς, όπως πρόσφατα με το 1821 ή λίγο παλαιότερα με τη Σμύρνη, έρχονται στην επιφάνεια δημόσιες διαμάχες γύρω από την ορθότητα συγκεκριμένων ιστορικών απόψεων ή ιστοριογραφικών μοντέλων. Καθώς η από χρόνια αυτονόητη για τα πανεπιστημιακά δεδομένα γνώση εκλαϊκεύεται, το ευρύ κοινό δεν παύει να εκπλήσσεται βλέποντας να αναθεωρούνται στερεότυπες απόψεις με τις οποίες είχε γαλουχηθή από δεκαετίες. Δεν θα είναι υπερβολή να ισχυρισθούμε ότι στην Ελλάδα διαφέρει εντυπωσιακά, ίσως σε αρχετυπικό βαθμό, η κοινόχρηστη ιστορία από την ακαδημαϊκή ιστορία.

Πώς πρέπει να αντιμετωπισθή ένα τέτοιο φαινόμενο; Είναι σύμπτωμα παρακμής; Είναι ανησυχητικό σημάδι; Πώς θα πορευθή ένα έθνος του οποίου η ηγετική και διανοητική ελίτ έχει ριζικά διαφορετική εικόνα από τον λαό για το παρελθόν, με όποιες συνέπειες μπορεί αυτή η διαφορά να έχει για το αίσθημα εθνικής ταυτότητας και συνοχής;

Έχω τη γνώμη (και υπό τους περιορισμούς πάντοτε του μη ειδικού) ότι στις δημόσιες ιστοριογραφικές διαμάχες του τόπου μας συγκρούονται δύο διαφορετικοί κόσμοι. Στην πραγματικότητα συγκρούονται η μακρά κεκτημένη συνήθεια της Ανατολής με τα κατακτημένα αυτονόητα της Δύσης.

Οἱ ὀρθόδοξες χῶρες βρίσκονται σέ διαφορετική ψυχολογική θέση ἀπό τίς δυτικές ὡς πρός τό θέμα μας, ἀλλά καί στό ἐσωτερικό τους οἱ πιστοί χαρακτηρίζονται ἀπό διαφορετική ψυχολογική πραγματικότητα σέ σύγκριση μέ τούς ἀδιάφορους καί δυτικοποιημένους. Ἄλλες εἶναι οἱ ψυχολογικές προτεραιότητες τοῦ καθενός διότι δομεῖται διαφορετικά τό αἴσθημα ψυχικῆς ταυτότητος. Η συντριπτική πλειονότητα τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀντλοῦν τήν χριστιανική τους ταυτότητα πρωτίστως μέσα ἀπό τή διαμεσολάβηση τοῦ ἔθνους. Ἑπομένως μέ ὁποιαδήποτε ἀλλαγή τῆς καταστατικῆς τους σχέσης μέ τό ἔθνος κινδυνεύουν νά μήν εἶναι πιά χριστιανοί!

Ὑπάρχει χῶρος γιά τό ἔθνος στή σημερινή κοινωνία τῶν πολιτῶν; Δέν θά μποροῦσε νά μήν ὑπάρχει, δεδομένου ὅτι καί τό ἔθνος μέ τή σημερινή του ἔννοια ἀποτελεῖ προϊόν τῆς νεωτερικότητας. Ἀλλά χρειάζεται νά δοῦμε μέ ποιά μορφή ὑπάρχει. Ὅπως εἶναι μᾶλλον γνωστό, οἱ ἐξελίξεις διαμόρφωσαν δύο βασικούς τύπους ἐθνικῆς συνείδησης.

Ὁ πρῶτος ἀναπτύχθηκε στή Βρεττανία καί στή Γαλλία. Ἐδῶ τό ἔθνος γίνεται ἀντιληπτό ὡς ἔννοια πού ἀπορρέει ἀπό τόν πατριωτισμό τοῦ συντάγματος. Ἕνας πολίτης αὐτοῦ τοῦ μοντέλου συγκροτεῖ ψυχική ταυτότητα μέσα ἀπό τήν ἐθνική ἰδεολογία ὅπως αὐτή νοηματοδοτεῖται ἀπό τούς θεσμούς τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, μέ ἄλλα λόγια αἰσθάνεται τό ἔθνος μέσα ἀπό τούς θεσμούς τοῦ «συνανήκειν». Ἡ ἐκδοχή αὐτή ἐμπλουτίστηκε ἀπό τίς μεταπολεμικές θεωρίες γιά τήν ἰδεολογία καί τή συγκρότηση ταυτοτήτων. Ἄς προσθέσουμε ἐδῶ ὅτι αυτός ο τύπος έθνους ἀποτελεῖ τήν κοινή βάση τῶν ἐπικρατέστερων θεωριῶν γιά τό ἔθνος στή διεθνῆ ἀκαδημαϊκή κοινότητα.

Καθοριστικό χαρακτηριστικό τοῦ ἐν λόγῳ μοντέλου εἶναι τό γεγονός ὅτι ἐθνικές ἀρετές εἶναι οἱ κοινωνικές ἀρετές. Παρ’ ὅλα αὐτά ἡ δυναμική τοῦ ἔθνους ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἰδιοπροσωπίας τῶν παραδόσεων καί τῶν συμβόλων ὑπάρχει. Ἡ κοινή ἔννοια τῆς δικαιοσύνης δέν εἶναι ἀρκετή. Μέ λίγα λόγια, ὑπάρχει καί ὑγιής πατριωτισμός σύμφωνα μέ τό μοντέλο αὐτό, δηλαδή συνδεμένος μέ τόν ἱστορικό πολιτισμό τοῦ ἔθνους, ἀρκεῖ νά ἐναρμονίζεται μέ τίς ἀρχές τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν. Πρωτίστως ὅμως ὁ πολίτης αἰσθάνεται ὑπόλογος ψυχικά ἀπέναντι στήν κοινωνία.

Ἀπό τή «διαφωτιστική» ἐκσυγχρονιστική διανόηση στόν τόπο μας θεωρεῖται (και ὄχι ἀβάσιμα) ὅτι ἐνδεχόμενη υἱοθέτηση αὐτοῦ τοῦ μοντέλου θά προαγάγει τήν κοινωνική εἰρήνη, την ἀνοχή ἀπέναντι στήν ὁποιουδήποτε τύπου διαφορά, τήν ἀξιοπιστία καί ὑπευθυνότητα τοῦ πολίτη, τή συνεργασία, τό ξεπέρασμα τῶν συνδρόμων ἄμυνας καί ἀπομονωτισμοῦ… ἐνῶ θά ἐξαπλώσει περισσότερο τό νόμο καί τό δίκαιο στίς κοινωνικές καί διεθνεῖς σχέσεις.

Ποιός εἶναι ὁ δεύτερος τύπος ἐθνικῆς συνείδησης; Τό βαλκανικό καί γερμανικό μοντέλο. Παρά τήν αἰτιολογική σύνδεσή του μέ τή νεωτερικότητα τό μοντέλο αὐτό ἐκφράζει κυρίως, ὄχι τόν ὀρθό λόγο, ἀλλά τό θυμικό. Ἡ σύνδεσή του μέ τή νεωτερικότητα ἐπιτυγχάνεται κατά βάσιν μέσῳ τῆς ἰδεολογίας.

Τό ἔθνος λατρεύθηκε ἰδεολογικά κατά τόν 19ου αἰῶνα ἐπί τῇ βάσει τῆς «ἐθνικῆς ψυχῆς». Τό πάθος αὐτῆς τῆς λατρείας ὑπῆρξε ἀνάλογο τοῦ θρησκευτικοῦ: τό ἔθνος γίνεται ἱερό, διαθέτει «ἀποστόλους καί μάρτυρες», ἀπαιτεῖ «κατήχηση» στόν ἀπελευθερωτικό ἀγῶνα, ἡ δέ ἀμφισημία του ἐμπνέει ὅ,τι καί μέ τίς θρησκεῖες: εἴτε λαμπρά κατορθώματα θυσίας καί ἡρωισμοῦ, εἴτε φανατισμό καί ἐγκληματικότητα. Ὡς πολιτισμικό ἔρεισμα αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς περί ἔθνους χρησίμευσε κυρίως ὁ γερμανικός ρωμαντισμός.

Σ’ αὐτή τήν κατηγορία σκέψης τό ἔθνος γίνεται ἀντιληπτό ὡς μιά διαχρονική κοινότητα κουλτούρας καί ἱστορίας. Ἄλλοτε θεωρεῖται ἀδιαλείπτως ἐνεργό καί ἄλλοτε ἀφυπνίζεται κάτω ἀπό ὁρισμένους ὅρους. Ἡ ἀφύπνιση κατά τόν 19ο αἰῶνα ἀποδίδονταν στή θεία πρόνοια ἤ τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐνῶ στήν ἐποχή μας σέ συγκεκριμένες οἰκονομικοκοινωνικές μεταβολές.

Ἐπειδή ἡ συναισθηματική ἐπένδυση στό ἔθνος εἶναι σ’ αὐτή τήν ἐκδοχή πελώρια, εἶναι ἑπόμενο νά προκάλεσε καί νά προκαλεῖ πάθη. Αὐτό ἐξηγεῖ καί τίς φρικτές αἱματοχυσίες πού ἔλαβαν χώρα κατά τόν 20ό αἰῶνα μέ ἀφετηρία -ὄχι τυχαῖα- στή Γερμανία καί στα Βαλκάνια. Ἕνα τέτοιο ἔθνος ὑπόκειται σέ μία νοητική ἀναπαράσταση ἀπό τά ὑποκείμενα τέτοια ὥστε νά ἱκανοποιεῖ ψυχικές ἀνάγκες συνοχῆς καί ἰσχύος. Ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτό τό μοντέλο δέν εἶναι τόσο πολίτης ὅσο μέλος ἑνός ἔθνους, αὐτή ἡ ἰδιότητα εἶναι πού χαρίζει τή θεμελιώδη ταυτότητα. Αὐτό τό ἐπιτυγχάνει μέ τό νά συγκρατεῖ τίς διαλυτικές δυνάμεις τοῦ ψυχισμοῦ καί νά παρέχει ἀσφάλεια: ἐφ’ ὅσον ὁ ἐχθρός βρίσκεται κάπου ἔξω ὁ ψυχισμός ἀποφεύγει τόν δικό του ἐμφύλιο πόλεμο μέσῳ τοῦ ἀσυνείδητου ψυχολογικοῦ μηχανισμοῦ τῆς προβολῆς. Ἐπί πλέον «φυσιολογικοποιεῖ» τίς ἀσυνείδητες ἐπιθετικές ἐνορμήσεις ἐνσωματώνοντάς τις σέ κοινό συμβολικό σύστημα, τό ὁποῖο ἀποενοχοποιεῖ τίς ἐνορμήσεις αὐτές παρέχοντάς τους ἰδεολογική προκάλυψη. (Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἐμπειρική παρατήρηση ὅτι ὅσο περισσότερο ἐθνικιστής εἶναι κάποιος τόσο μεγαλύτερη χαρακτηρολογική ἐπιθετικότητα ἐμφανίζει). Ἡ ἐθνική συνείδηση, μέ ἄλλα λόγια, ἐδῶ ἐξυπηρετεῖ πρωτίστως συναισθηματικούς σκοπούς τῆς ψυχικῆς οἰκονομίας.

Τό προπατορικό ἐλάττωμα αὐτοῦ τοῦ ἐθνικισμοῦ, στόν ὁποῖο ὅπως εἶναι φανερό ἀνήκει καί ὁ ἑλληνικός, βρίσκεται στόν ἔντονα φαντασιακό χαρακτῆρα τῆς ἀντίληψης ἑαυτοῦ καί τῶν ἄλλων. Τό ἔθνος στό ὁποῖο ἀνήκει κάποιος δέν γίνεται ἀντιληπτό στήν πραγματική του κατάσταση, ἀλλά στήν ἰδεατή: ἡ ἐπιθυμία συγχέεται μέ τήν πραγματικότητα. Ἐξογκώνονται οἱ ἀρετές του καί ἀποσιωπῶνται οἱ κακίες του, ἐνῶ σέ κάποιες περιπτώσεις ἀναπτύσσεται ἡ θεωρία τοῦ περιουσίου ἔθνους. Φυσικά υἱοθετεῖται μία ἐγωκεντρική στάση σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν παραχωροῦνται στά ἄλλα ἔθνη ἰσοδύναμα αἰτήματα ὅσων ζητοῦνται ἀπό αὐτά. Πρόκειται γιά τήν ἀσυνέπεια τοῦ ἐθνικισμοῦ στήν αὐτοκριτική καί στά αἰτήματά του, τήν ὁποία ἐπισημαίνει ὁ Gellner.

Εὔλογη ἀπόρροια αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς περί ἔθνους ἀποτελεῖ ἡ προβληματική στάση της ἀπέναντι στό νόμο. Ὁ νόμος δέν γίνεται δεκτός ὡς ὑποχρεωτικός καί ἐξισωτικός, ἀλλά διαθλᾶται μέσα ἀπό τά συμφέροντα καί τίς προτιμήσεις λαμβάνοντας κυρίως προσωπική χροιά. Ἡ ἔμφαση στό πρόσωπο καί τίς προσωπικές σχέσεις συνήθως λειτουργεῖ ὡς ἄλλοθι, δεδομένου ὅτι κατά βάθος τό ἐθνικιστικό ὑποκείμενο δέν ἀνέχεται ἄλλο νόμο πέρα ἀπό ὅ,τι τό ἀγχολύει καί ὅ,τι τό ἰσχυροποιεῖ. Ἡ λανθάνουσα ψυχική δομή ἔγκειται σέ μία ναρκισσιστικά ἐξογκωμένη καί παντοδύναμη εἰκόνα ἑαυτοῦ, ἡ ὁποία αἰσθάνεται τό κέντρο τοῦ κόσμου: ὅλα τά ἄλλα ἔθνη πρέπει νά παραμερίσουν μπροστά στό μεγαλεῖο τοῦ ἐκλεκτοῦ ἔθνους.

Ἄν ἡ ἰδέα-κλειδί τοῦ πρώτου τύπου πατριωτισμοῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη, τοῦ δευτέρου τύπου εἶναι τό μεγαλεῖο. Ἡ στενότατη διασύνδεση τοῦ ἔθνους μέ τήν ἰσχύ γίνεται ἐμφανής καί ἀπό τήν ἄρρηκτη διαπλοκή ἔθνους καί κράτους. Τό ἔθνος δέν ἀρκεῖται στήν διατήρηση τῆς ἰδιοπροσωπίας του ἀλλά διεκδικεῖ κρατική ὀντότητα καί θεσμική ἐπιβολή, μέσα ἀπό τό γνωστό δίδυμο «ἔθνος-κράτος». Τό ἔθνος μεγαλουργεῖ ὅταν ἀνεξαρ-τητοποιεῖται καί ἐπεκτείνεται. Πρός τόν σκοπό αὐτό ἡ ἱστορία διαβάζεται μεροληπτικά, προκειμένου νά δικαιωθοῦν οἱ ἐδαφικές ἀξιώσεις.

Αν ο δεύτερος τύπος εθνικής συνείδησης σάς θυμίζει κάτι, έχετε απόλυτο δίκιο. Ο ελληνικός πατριωτισμός ερωτοτροπεί ανέκαθεν με τον εθνικισμό του θυμικού. Το δυστύχημα εδώ είναι οτι, όπως εἶναι παγκοίνως γνωστό, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει συνδεθῆ ανεπιφύλακτα μέ αὐτοῦ τοῦ τύπου τόν ἐθνικισμό, γι’ αὐτό καί κατά κανόνα ὑποδαύλισε καί στήριξε τίς ἐθνικές διεκδικήσεις, χωρίς νά ἐνδιαφερθῆ στόν ἴδιο βαθμό καί γιά τίς ἀρετές τῆς συνυπάρξεως. Αὐτή ἡ ἐπιζήμια σύνδεση κατέστη δυνατή, ὄχι μόνο ἐξ αἰτίας συγκεκριμένων ἱστορικῶν περιπετειῶν, ἀλλά καί ἐπειδή ἡ θεολογική σκέψη δέν ἔχει ἀσχοληθῆ σχεδόν καθόλου μέ τή δυναμική τῆς ἰδεολογίας προκειμένου νά συμβάλει καί αὐτή στήν ἀπογύμνωσή της.

Μέ τό νά παραμένει ἀνυποψίαστος ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος σχετικά μέ τόν μηχανισμό τῆς αὐταπάτης που είναι εγγενής στήν ἰδεολογία, ἀφήνει ἀφύλακτα τά νῶτα του στήν χρήση του ίδιου ἀπό τήν ἐθνική ἰδεολογία, μιά χρήση ἡ ὁποία ἐνδέχεται νά ὁδηγήσει καί σέ ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μηνύματος. Νομίζει (ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος) ὅτι χρησιμοποιεῖ τόν πατριωτισμό ἀλλά στήν πραγματικότητα χρησιμοποιεῖται ἀπό τόν ἐθνικισμό. Ἡ μέχρι τώρα θητεία τῆς Ἐκκλησίας στό ἔθνος συνόδευσε τόν ἐθνικισμό στά δεινά τῆς ἰδεολογίας, γι’ αὐτό καί τώρα εἰσπράττει τήν κρίση της.
Όμως ἡ ἀρχική γέννηση καί ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας ἔλαβε χώρα σέ περιβάλλον πού ἔμοιαζε, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, μέ τή σημερινή κοινωνία τῶν πολιτῶν, δηλαδή σε περιβάλλον ρωμαϊκῆς παγκοσμιοποίησης. Εἶναι καί αὐτός ἕνας ἀπό τούς λόγους πού ὑποστηρίζω πώς ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν ἀποτελεῖ φυσικώτερο χῶρο γιά τήν Ἐκκλησία ἀπό ὅσο τό ἔθνος.

Γιατί η Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία είναι ασύμβατη μέ τόν δεύτερο τύπο τοῦ ἔθνους, ὁ ὁποῖος μέχρι τώρα μονοπώλησε στον τόπο μας την εθνική συνείδηση;

1) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει καθῆκον νά ἀρνεῖται τόν φαντασιακό χαρακτῆρα πού τόσο συχνά προσδίδεται στήν ἐθνική ταυτότητα, λόγῳ τῆς ἀγάπης της πρός τήν ἀλήθεια. Χρειάζεται νά δώσει ἰδιαίτερη προσοχή στήν ἐπισήμανση τοῦ Gellner ὅτι «σέ γενικές γραμμές ἡ ἐθνικιστική ἰδεολογία ὑποφέρει ἀπό μία διάχυτη ψευδῆ συνείδηση. Οἱ μύθοι της ἀντιστρέφουν τήν πραγματικότητα: ἰσχυρίζεται πώς ὑπερασπίζεται τόν παραδοσιακό πολιτισμό, ἐνῶ στήν πραγματικότητα βοηθᾶ νά κατασκευαστεῖ μιά ἀνώνυμη μαζική κοινωνία… Κηρύσσει καί ὑπερασπίζεται τήν πολιτισμική ποικιλία, ὅταν στήν πραγματικότητα ἐπιβάλλει τήν ὁμοιογένεια τόσο στό ἐσωτερικό τῶν πολιτικῶν ὀντοτήτων, ὅσο καί μεταξύ τους σέ μικρότερο βαθμό». Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μιά πλασματική ὁμοιογένεια ἀπέναντι στόν ἀληθινό ἤ φανταστικό κίνδυνο, μιά ὁμοιογένεια πού συχνά περιλαμβάνει καί ἔντονα ἀντικοινωνικά στοιχεῖα, ἀρκεῖ νά εἶναι «πατριῶτες»!

2) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει χρέος νά ἀντιστέκεται στόν ἐγωκεντρικό χαρακτῆρα τοῦ ἐθνικισμοῦ, ἀναγνωρίζοντας τά θετικά στοιχεῖα ὅλων τῶν ἄλλων ἐθνῶν καί τῶν πολιτισμῶν τους. Μάλιστα, κάτι περισσότερο: ἔχει ὑποχρέωση νά ἀνεύρει καί νά ἀναδείξει ἐκεῖνα τά στοιχεῖα τῶν ἄλλων πολιτισμῶν τά ὁποῖα θά μποροῦσαν νά συμβάλουν στή σάρκωση τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ μέσα στό σύγχρονο κόσμο. Ἡ συνάντηση Θεολογίας καί πολιτισμοῦ δέν σταμάτησε μέ τόν ἑλληνικό πολιτισμό. Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι πολιτισμοί ἔχουν ἀνάγκη κάποιου ἰσχυρότερου χειραγωγοῦ στή διαδικασία προσλήψεώς τους ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος ὅμως νά ἀντιλαμβάνεται τήν ἰσχύ του καί τά ἱστορικά του προνόμια, ὄχι ὡς «ἁρπαγμόν», ἀλλά ὡς «κένωσιν» καί ἔξοδο ἀπό τήν ἐγωκεντρικότητά του.

3) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει «συμφέρον» νά προάγει τά ἰδεώδη τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, διότι μέ αὐτά ἐξασφαλίζει ἐλευθερία κινήσεων καί δράσεων σέ χῶρες πού δέν ἀποτελεῖ τήν πλειονότητα, ἀλλά καί διότι μέσῳ τῆς ἀτομικῆς αὐτοδιαθέσεως ἔχει τήν δυνατότητα νά ἀποκτᾶ νέα μέλη διά τῆς μεταστροφῆς τους στόν Χριστό. Προφανῶς δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι στόν τόπο μας, ὅπου λειτουργεῖ σέ ὑποτυπώδη μορφή ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν, κάθε ἄτομο πού μεταστρέφεται σέ ἄλλη θρησκεία ἤ αἵρεση θεωρεῖται ἀπό τούς πιστούς λιγώτερο ἕλληνας. (Καί ἐνδεχομένως νά ἀληθεύει αὐτό, ἀφοῦ ἡ ἐθνική μας ταυτότητα δομεῖται κατά τόν βαλκανικό τύπο!)

Ἀντίθετα, ἄν θά ἐπιθυμούσαμε νά ἀρθρώσουμε κριτικό λόγο γιά το εκσυγχρονιστικό μοντέλο περί έθνους, θά παρατηρούσαμε τά ἀκόλουθα:

1) Ὁλόκληρη ἡ συζήτηση περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων στηρίζεται σέ ἀνθρωποκεντρικό σκεπτικό, ἀφοῦ ἀπουσιάζει μία θεολογία περί τῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό τό ἔλλειμμα ὀντολογίας καθιστᾶ εὐάλωτη στό πέρασμα τοῦ χρόνου τήν θεσμιζόμενη ἰσοτιμία καί ἀνοίγει τήν πόρτα στόν κίνδυνο ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν νά ἐκφυλισθῆ σέ ἁπλῆ ἰσορροπία συμφερόντων.

2) Ὁ ὑπερτονισμός τῆς ταυτότητας δικαίου ὁδηγεῖ σέ πολιτισμικό ἀποχρωματισμό, στοιχεῖο πού διευκολύνει τήν ἐπιβολή ἀλλοτριωτικῶν πρακτικῶν ἀφοῦ μειώνει τίς ἠθικές ἀντιστάσεις. Τό ἐπιχείρημα αὐτό ἀποτελεῖ καί τόν κατ’ ἐξοχήν ἀντίλογο τοῦ σημερινοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου στήν πρόταση τοῦ κοσμοπολιτισμοῦ. Αὐτό πού δέν ἐπισημαίνεται εἶναι πώς οἱ σημερινοί μηχανισμοί ἀλλοτριώσεως ἀπευθύνονται κυρίως στό ἀσυνείδητο καί τίς αἰσθήσεις (μέσῳ τῆς διαφημίσεως καί τῆς εἰκόνας ἐν γένει), κάτι τό ὁποῖο ὁ ὀρθός λόγος δέν εἶναι ἐπαρκῶς προετοιμασμένος νά ἀντιμετωπίσει. Μέ λίγα λόγια, ἡ κοινωνία του νόμου δέν εἶναι σέ θέση νά ἀποτρέψει τόν ἐκφυλισμό τοῦ ἀνθρώπου. Πέρα ἀπό τίς δικές της ἀξίες χρειάζονται καί οἱ ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ ὡς ἀντίδοτο.

3) Ἡ ἀπουσία πνευματικοῦ ὑπόβαθρου στήν «ἀσκητική» τῶν πολιτῶν καί ἡ ἀποκλειστική θεμελίωσή της σέ ἀρχές δικαίου ἐγκυμονοῦν τόν κίνδυνο ἐγωκεντρικοῦ περιορισμοῦ τῆς συνταγματικής κοινωνίας τῶν πολιτῶν ἐντός τῶν συνόρων. Μέ ἄλλα λόγια τό μοντέλο της δέν ἐξάγεται, διότι αὐτό θά σήμαινε δραστική περιστολή δικαιωμάτων «χρησικτησίας» τοῦ δυτικοῦ κόσμου πάνω στόν τρίτο κόσμο. Ἔτσι οἱ ἀνεπτυγμένες «ήρεμες» χῶρες συμπεριφέρονται διπρόσωπα: δέν ἐμποδίζονται νά ἐξάγουν τά ἐπικίνδυνα ἀπόβλητά τους σέ ἄλλες φτωχότερες ἤ νά χρησιμοποιοῦν γιά σεξουαλικό τουρισμό γυναῖκες καί παιδιά χωρῶν πού δέν διαθέτουν κοινωνία τῶν πολιτῶν γιά νά τά προστατέψουν!
Ἡ ἐκκοσμίκευση πού δέν ὁδηγεῖ ἀναγκαστικά στήν ἀποθρησκειοποίηση τῆς κοινωνίας χρειάζεται κάποια θετική ἀποδοχή ἀπό τήν Ἐκκλησία προκειμένου νά μπορέσει νά συμμετέχει δημιουργικά καί ἀποτελεσματικά στόν δημόσιο διάλογο στά πλαίσια τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν γιά τή διαμόρφωση τοῦ κράτους δικαίου. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει πλέον τή δυνατότητα (οὔτε κἄν τό δικαίωμα) νά ἀπορρίπτει τήν ἐκκοσμικευμένη κοινωνία τῶν πολιτῶν στόν δημόσιο λόγο της. Ἀντίθετα, καλεῖται νά συζητᾶ ὡς ἕνας ἀπό τούς πολλούς, κάτι πού φυσικά τῆς προκαλεῖ μεγάλη δυσαρέσκεια.

Μέσα στό οὕτως διαμορφωμένο πλαίσιο ἀποδεικνύονται παντελῶς ἄχρηστα κάποια προνόμια πού ἔρχονται ἀπό τό παρελθόν. Ἡ ἐπιβίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου μέσα σέ μία σημερινή δυτική κοινωνία στηρίζεται πλέον ἀποκλειστικά καί μόνο στίς ἀρχές τοῦ ὑγιοῦς ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀνεξάρτητα ἀπό τό γιά πόσο καιρό ἀκόμη θά τῆς παρέχεται μιά τυπική θεσμική ὑπεροχή, ἔχει ἤδη ἀρχίσει νά δρᾶ ὡς ἕνας ἀπό τούς πολλούς, ἕνα ἔργο πού τό ἀγνοοῦσε μέχρι τώρα καί γιά τό ὁποῖο τά στελέχη της δέν εἶναι ἐπαρκῶς ἐκπαιδευμένα.

*

 

Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις λοιπόν είναι απόλυτα εύλογο να συγκρούονται δύο τόσο αντιτιθέμενα ιστοριογραφικά μοντέλα. Το «παραδοσιακό» εκλαμβάνει την εκπαίδευση ως εργαστήριο που σκοπό έχει να γαλβανίζει το θυμικό ώστε να προστατεύσει τη χώρα από υπαρκτούς ή ανύπαρκτους εχθρούς. Το «εκσυγχρονιστικό», αντίθετα, θεωρεί την εκπαίδευση ως χώρο δημιουργίας απλώς πολιτών, απολύτως άχρωμων ως προς την εθνική ταυτότητα. Το πρώτο ορκίζεται στο απειλούμενο μεγαλείο του έθνους, το δεύτερο λογοδοτεί για τη νομιμοφροσύνη του στο υπερεγώ (δηλ. σύστημα κανονιστικών αξιών) της νεωτερικότητας, εσχάτως δε και της μετανεωτερικότητας. Το πρώτο απολαμβάνει τη ησυχία του επί μακρόν ελλιμενισμού, το δεύτερο βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και αυτοδιαμόρφωση.

Η ασυμβατότητα των δύο μοντέλων εγείρει δυναμικά πόλωσης που ενεργεί τελικά ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Κάθε υπενθύμιση της παρουσίας του ενός σκληραίνει τη στάση του άλλου. Η μάχη είναι παθιασμένη και δεν θα κοπάσει παρά με την εξόντωση του αντίπαλου, κάτι που δεν θα έλθει ποτέ. Φρονώ πως ο εκκλησιαστικός λόγος οφείλει να επιδείξει σωφροσύνη και να σπάσει τον φαύλο κύκλο. Έχει χρέος να αντιμετωπίσει νηφάλια την πραγματικότητα του έθνους χαράσσοντας τη μέση οδό μεταξύ των δύο άκρων.

Καμία αλλαγή στην ιστοριογραφική του αντίληψη δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς προηγουμένως να αποκολληθή από το γερμανικό-βαλκανικό μοντέλο εθνικής ταυτότητας, δηλαδή χωρίς να απαλλαγή από τα βαρίδια της εθνικιστικής ρητορείας του παρελθόντος. Ο εκκλησιαστικά εμπνεόμενος ιστορικός λόγος έχει υποχρέωση με τη στάση του να καταγγείλει τόσο τον σχετικισμό όσων ντρέπονται για την ελληνική τους ταυτότητα όσο και τη φοβική αμυντικότητα εκείνων που η συμπεριφορά τους συνιστά ζωντανή δυσφήμιση του ελληνισμού.

Επιπλέον καλείται να αντιληφθή την πασιφανή πραγματικότητα ότι, αν η άχρωμη και εκσυγχρονιστική ιστοριογραφία έχει σήμερα καταλάβει το έδαφος που κατέλαβε, οφείλεται κατά κύριο λόγο στα «κατορθώματα» του ελληνικού εθνικισμού του παρελθόντος. Ενός εθνικισμού ο οποίος φακελώνοντας και βασανίζοντας ανθρώπους, περιθωριοποιώντας πληθυσμούς, ρητορεύοντας ασύστολα, καπηλευόμενος τα όσια, οδηγώντας σε εθνικές καταστροφές και τραγωδίες, κατάφερε να εκθρέψει το «αυγό του φιδιού» με την αντίστροφη έννοια, δηλαδή του εθνικού και θρησκευτικού αποχρωματισμού. Τόσο δύσκολο είναι οι εκκλησιαστικοί να αντιληφθούμε ότι σήμερα πληρώνουμε τις αμαρτίες της Δεξιάς που κυβέρνησε ασύδοτα επί δεκαετίες τον τόπο και την οποία τότε δεν κρίναμε αλλά μάλλον αναπτύξαμε ομαλότατη συνεργασία; Επιτέλους, οφείλουμε οι χριστιανοί να συνειδητοποιήσουμε πως οι φυλακισμένοι και διωκόμενοι αριστεροί συχνά υπήρξαν πιο καλλιεργημένοι (ίσως και ηθικώτεροι) από τους άξεστους βασανιστές τους και πως η τότε Εκκλησία στάθηκε με το μέρος των δεύτερων. Τέτοιες ιστορικές αδικίες δεν μένουν ατιμώρητες και κινητοποιούν τους πνευματικούς νόμους.

Συγκεκριμένα και εντελώς ενδεικτικά ο εκκλησιαστικά εμπνεόμενος ιστορικός λόγος θα χρειαστή:

α) Να επικεντρώσει εξ ίσου στις αρετές και στα ελαττώματα του λαού μας, προκειμένου να εξαχθούν διδάγματα χρήσιμα για το παρόν και το μέλλον. Για να συμβή αυτό θα πρέπει να μην αποκρύπτονται ντροπιαστικές σελίδες της ιστορίας μας (π.χ. ακρωτηριασμός Βουλγάρων αιχμαλώτων στο Βυζάντιο, σφαγή Τριπολιτσάς, βιαιότητες εναντίον Τούρκων της Μικράς Ασίας κατά το 1921-22, συνεργασία με Γερμανούς κατά των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και λεηλασία περιουσιών τους, καταπίεση και σφαγές αμάχων Τουρκοκυπρίων κ.ά.), αλλά να λέγεται «η αλήθεια γυμνή», κατά την φράση του Μακρυγιάννη.

β) Συμπληρωματικά προς το πρώτο, να αποδεχθή το προφανές αξίωμα πως για τα περισσότερα γεγονότα δεν υπάρχει μόνο μία ιστορική αλήθεια. Διάφορες εκδοχές είναι δυνατό να αληθεύουν ταυτόχρονα. Μέ άλλα λόγια, δεν είναι όλες οι προτάσεις της μετανεωτερικότητας για πέταμα.

γ) Να σκύψει με μεγαλύτερο σεβασμό στους άλλους πολιτισμούς, ιδιαίτερα σε εκείνους με τους οποίους ο ελληνικός ανέπτυξε περισσότερες δοσοληψίες και να μην διστάσει να αναγνωρίσει και τα δάνεια εισόδου παράλληλα με εκείνα της εξαγωγής.

δ) Να επεκτείνει την αναθεωρητική της στάση σε όλες τις πτυχές της επιρροής της (κατήχηση, ραδιόφωνο, έντυπα), έτσι ώστε να παιδαγωγήσει υπεύθυνα τον λαό και να μην τον «ντοπάρει» μονόπλευρα.
Μια τέτοια αλλαγή δεν θα πρέπει να αποτελεί κίνηση τακτικης αλλά ουσιαστική αλλαγή. Χρειάζεται να εμπνέεται από τα (πνευματικά άλλωστε) ιδεώδη της μετάνοιας και της αλήθειας. Χωρίς μετάνοια και αλήθεια ο εκκλησιαστικά εμπνεόμενος ιστορικός λόγος σύντομα θα χάσει και την αγάπη, όση του έχει απομείνει.

(Μέρος του κειμένου αυτού έχει δημοσιευθή στο βιβλίο «Οι δικοί μου οι ξενοι», εκδ. Εν πλω, υπό τον τίτλο Ἡ φιλάνθρωπη ἀναμέτρηση τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν κοινωνία των πολιτῶν: θεώρηση ἀπό τή σκοπιά τῆς ψυχικῆς ταυτότητος)

* O π. Βασίλειος Θερμός είναι ψυχίατρος παιδιών και εφήβων & διδάκτωρ Θεολογίας

πηγή : antifono.gr

Κωνσταντῖνος ΙΑ´ Παλαιολόγος – Ἡ τελευταία ὁμιλία πρὸς τὸν λαόν (ὀλίγον πρὸ τῆς Ἁλώσεως)


Κωνσταντῖνος ΙΑ´ Παλαιολόγος – Ἡ τελευταία ὁμιλία πρὸς τὸν λαόν

(ὀλίγον πρὸ τῆς Ἁλώσεως)

Ἀπὸ τὸ Χρονικὸν τοῦ Μεγάλου Λογοθέτου Γεωργίου Σφραντζῆ ἢ Φραντζῆ
Ἐκδοθὲν ἐν Κερκύρᾳ ἔτει 1477

Ἐμεῖς μέν, εὐγενέστατοι Ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι στρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλὸς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ Ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῶν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἰὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τὸν Ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσερά τινα ὀφείλεται κοινῶέ ἐσμεν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὅπερ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὅπερ πατρίδος, τρίτον ὅπερ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ Κυρίου, καὶ τέταρτον ὅπερ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσταί ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου πολλὰ μᾶλλον ὅπερ πάντων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι.

Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὅπερ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς Ἁγίας, ἣν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν, ὅ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδίσῃ τις καὶ τῶν ψυχῶν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τήν ποτε μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα. Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τε καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκῶν ἡμᾶς καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνῃς ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τοῖχος μακρόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἐλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιορθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πᾶσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ Θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὖτοι ἐν ἵπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλεότητι, ἣν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθὼς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπηρμένης ὀφρῦος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρῇ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρα ὀλίγοι τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους, ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι, δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι ῥωμαλέοι τε καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἡ τὴν ῥομφαῖαν ἔχουσα μακρὰν ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαίαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροῖ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα, ἃ οἱ ἐνάντιοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται.

Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὦ συστρατιῶται γίγνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Μιμηθῆτε τούς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πὼς τοσοῦτον πλῆθος ἵππων Ῥωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέᾳ ἐδίωξαν, καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε πόσον μᾶλλον ἡμεῖς ἡ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν ὡς ζῷα ἄλογα καὶ χείρονές εἰσιν. Οἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖοι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ἡμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρὰς καὶ ἐχθρὸς τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως χωρὶς εὔλογον αἰτίας τινος τὴν ἀγάπην ἣν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος καὶ ἐλθὼν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενὸν τοῦ Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους πυριαλώτους ἐποίησε, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανοὺς ὅσους εὗρεν, ἐθανάτωσε καὶ ἠχμαλώτευσε, τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσεν. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατᾶ, ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μῦθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος. Ὦ ἀνόητα ζῷα, καὶ τὰ ἐξῇς.
Ἐλθὼν οὖν ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὕρῃ καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἣν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος ἐκεῖνος καὶ τῇ πανάγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν Θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένῳ Μαρίᾳ ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρα πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων τὸ καύχημα πᾶσι τοῖς οὖσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὖτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακλίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιήσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πᾶσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παμφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν, Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσποριανοὺς καὶ Ἀλβάνους, Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσσοποταμίαν, Φοινίκην, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτία, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν Λύχνιτας κατὰ τὸ Ἀδριατικόν, Ἰταλίαν, Τουσκίνους, Κέλτους καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τε καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυριτανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας, Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον, αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλώσαι καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων, ζυγῷ ὑποβαλεῖν καὶ δουλείᾳ καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ Ἁγία Τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμηθῆτε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.

Πηγή: Μαρία Τσουκαλὰ http://www.facebook.com/tsoukalamr

Η Γευγελή στον Μακεδονικό Αγώνα.


Η Γευγελή (Гевгелија) στον Μακεδονικό Αγώνα.

Γ. Θ. Βαφόπουλος

Tο να μιλεί κανείς από τούτο τό βήμα του πιο έγκυρου πνευματικου οργανισμού τής Βόρειας Ελλάδας είναι βέβαια μια τιμή.

Η Φιλόπτωχος Αδελφότητα Γευγελής
Οσο όμως μπορεί να κολακευθεί κανείς από μια τέτοια τιμή, αλλο τόσο κατέχεται από δισταγμό να τήν αποδεχθεί, γιατί κάθε τιμή έχει και τό αντίβαρο μιας ευθύνης.Αυτή τήν ευθύνη ένιωσα να με βαραίνει, δταν ό άξιότιμος πρόεδρος τής Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ό καθηγητής κ. Βαβουσκος, με προσκάλεσε να ένταχθώ στον κύκλο των ομιλητών, που θά διαπραγματεύονταν τό μεγάλο θέμα του Μακεδονικού ’Αγώνα.

Ή πολύχρονη έπίδοσή μου σ’ εναν ορισμένο τομέα τής ελληνικής πνευματικής ζωής με πλούτισε με τήν εμπειρία, ότι ενα από τα μειονεκτήματα τών Ελλήνων είναι ή εφεσή τους πρός τήν πολυπραγμωσύνη.
Πιστεύω πως   ό τόπος τούτος τότε μονάχα θά προκόψει, όταν ό καθένας μας περιορισθεί αυστηρά στον κύκλο, που εχει χαράξει γύρω του ή οποιαδήποτε αποκτημένη ειδικότητα του.

Ό κύκλος τής δικής μου ατομικής επίδοσης μπορεϊ να εφάπτεται που και που στον κύκλο τής ιστορίας, αλλά  οπωσδήποτε δεν ταυτίζεται μαζί της.
Με λίγα λόγια, δεν εχω καμια ειδική σχέση με τήν επιστημονική μέθοδο τής ιστορίας.
Κι ούτε φυσικά ήταν δυνατό, τώρα, σέ μια προχωρημένη ήλικία, να φιλοδοξήσω τή φθηνή δάφνη εστω και του ερασιτέχνη ιστορικού.

Και όμως, να που βρίσκομαι κι όλας πάνω στο βήμα τούτο, σέ μια κραυγαλέα άντίθεση πρός τις ίδιες μου τις άρχές και τήν ϊδια μου τήν πεποίθηση.

Γι αυτό νομίζω πως   οφείλω να δώσω μιαν εξήγηση. Ένέδωσα στήν πρόσκληση του κ. Βαβούσκου, γιατί δυο περιστατικά, από τήν παιδική μου ήλικία, κρατούνε καίρια θέση μέσα στή συνείδησή μου:

Τό πρώτο είναι μια οικογενειακή υποθήκη αίματος.
Του αίματος του δολοφονημένου πάππου μου, που φέρω τό όνομά του.
Ό Γεώργιος Βαφόπουλος, διδάσκαλος τών ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε τό πρώτο θύμα του Μακεδονικού ’Αγώνα στήν πατρίδα μου Γευγελή.
Τό δεύτερο περιστατικό σημαδεύει τήν ώρα τής γέννησής μου.
Τή νύχτα τής 24ης Αύγουστου 1903, με τό ’Ιουλιανό ήμερολόγιο, τα κλαψουρίσματα ενός νεογέννητου βρέφους συνοδεύονταν από τον πάταγο τής έκρηξης μιας βόμβας στή σιδηροδρομική γραμμή τής Γευγελής.
Ήταν ή ώρα που ό Μακεδονικός ’Αγώνας εμπαινε στήν τελευταία και σκληρότερη φάση του.

Πριν όμως προχωρήσω στα καθέκαστα αύτου τού ’Αγώνα, που χαρακτηρίζεται σαν τό μεγαλύτερο εθνικό γεγονός, μετα τήν ’Επανάσταση τού 1821, ύποχρεώνομαι από τό πνεύμα τής έποχής μας, να έπισημάνω τις ιστορικές διαφοροποιήσεις, που πραγματοποιήθηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, υστερ’ από τούς δυο μεγάλους παγκόσμιους πολέμους.

Ή διεθνής συνείδηση εχει πιά παραδεχθεί, πως   μετα από κάθε πόλεμο, όχι μονάχα ό ήττημένος, αλλά και ό νικητής θρηνεί πάνω στα ερείπια τής νίκης του.
Κι ή άλματώδης πρόοδος τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, που έχουν μηδενίσει σχεδόν τις άποστάσεις που χώριζαν άλλοτε τούς διάφορους λαούς, δημιούργησαν ενα καινούργιο κλίμα κοινωνικών επαφών και άνθρώπινων σχέσεων, ώστε να παραμερισθουν παλιές προκαταλήψεις και άκατανόητοι σήμερα φανατισμοί.

Δίπλα στο άρχαϊο και μόνιμο αίτημα δλων τών λαών γιά τήν εθνική τους άνεξαρτησία και τήν ελευθερία, ήδη προβάλλει και τό χριστιανικό αίτημα τής παγκόσμιας συμφιλίωσης και τής επί Γής Ειρήνης.

Μονάχα όταν πραγματοποιηθεί τό ιδανικό τής παγκόσμιας ειρήνης, θά ύπάρξει ή δυνατότητα να συνεχίσει τή ζωή του ό πλανήτης μας μέσα στο άπειρο Σύμπαν.

Ομως ή πραγματοποίηση τούτου του ιδανικού δε σημαίνει και τό θάνατο τής ιστορικής μνήμης. ’Αλίμονο άν ή άνθρωπότητα χάσει τήν ιστορική της μνήμη. Αύτό θά ισοδυναμούσε με τό σταμάτημα τής ροής του χρόνου. Ή ιστορική μνήμη μας χρειάζεται όχι γιά τήν άναζωπύρωση παλιών τυχόν προκαταλήψεων ή άκόμα και τραγικών λαθών.

Μας χρειάζεται γιά να άξιολογήσουμε «έν ψυχρώ» όσα δημιουργήθηκαν στον παρωχημένο χρόνο, να ξεχωρίσουμε τα θετικά της στοιχεία και άπορρίψουμε τα άρνητικά, ώστε νάμαστε σε θέση να βοηθήσουμε στήν εξεύρεση τής άντίκειμενικής ιστορικής άλήθειας.

Δεν πρέπει ν’ άγνοούμε ότι στήν ιστορία όλων τών έθνών ή ύποκειμενική κρίση και ό άνθρώπινος συναισθηματισμός βοήθησαν στή δημιουργία πολλών μύθων. και ή νεώτερη ελληνική ιστορία άκόμα δεν είναι άπαλλα- γμένη από τήν παγκόσμια τούτη άδυναμία.

Ώς έθνος ύποφέραμε και εξακολουθούμε να υποφέρουμε από ενα ψυχολογικό πλέγμα, που θά τό ελεγα «Έλλαδικό Τοπικισμό».

Γιά να περιοριστούμε μονάχα στήν ιστορία τής Ελληνικής Επανάστασης του 1821, θά διαπιστώσουμε πως   στα βιβλία π.χ. τών Πελοποννησίων ιστορικών συγγραφέων διαφαίνεται ή πρόθεση τής προβολής του Μοραίτικου πνεύματος, ώς κύριου συστατικού των αγώνων του νεωτέρου Ελληνισμού, με τήν έξαρση τής μεγάλης μορφής του Κολοκοτρώνη.

Οί Ρουμελιώτες συγγραφείς, στήν προσπάθειά τους ν’ άποκαταστήσουν τήν ιστορική ισορροπία, προβάλλουν περισσότερο τό πνευμα τής Ρούμελης, με κυρίαρχο ήρωα τον Καραϊσκάκη.

Κι επρεπε κάποτε, πριν από πενήντα μόλις χρόνια, να έμφανισθουν, εντελώς περιστασιακά, τα «Ενθυμήματα» του Κασομούλη,
για να προβληθεί και τό πνεύμα τής Βόρειας Ελλάδας, που 
ό ρόλος της στή διαμόρφωση τής νεώτερης ελληνικής ιστορίας 
και ιδιαίτερα ή συμμετοχή της 
στήν Επανάσταση του 1821 είχεν εντελώς αγνοηθεί.

Κι είναι μια ευτυχής συγκυρία, που ενας σύγχρονος ιστορικός, ό καθηγητής ’Απόστολος Βακαλόπουλος, με τήν πεντάτομη «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», βάζει κάποια τάξη στα «έλλαδικά» σκαμπανεβάσματα τής νεώτερης ελληνικής ιστορίας.

Τό πνευμα τούτο του «Έλλαδικού Τοπικισμού» εϊναι υπεύθυνο γιά τό ιστορικό λάθος, που τοποθετεί τήν άρχή του Μακεδονικού ’Αγώνα στό ετος 1904.

Ή ιστορική αυτή άναλήθεια είναι ανάγκη ν’ αναιρεθεί.
Ό Μακεδονικός ’Αγώνας, όπως ήδη τονίσθηκε και από άλλους όμιλητές, είχεν άρχίσει ουσιαστικά τρεις περίπου δεκαετίες νωρίτερα,-γιά να κορυφωθεί στήν τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.
Τό ετος 1904 άποτελεϊ άπλώς τήν άφετηρία τής συμμετοχής του επίσημου Έλληνικου Κράτους, τό όποιο ώς τότε, γιά λόγους που θά ίδουμε στή συνέχεια, βρισκόταν σέ πλήρη αδυναμία να ελθει άρωγό σέ έκείνο τον ’Αγώνα.

Οί δολοφονίες Ελλήνων, που υπήρξαν τα πρώτα θύματα του Μακεδονικου ’Αγώνα, άρχισαν, τουλάχιστο στήν περιοχή τής Γευγελής, αρκετα χρόνια πριν από τήν έπίδικη χρονολογία του 1904. 

Και γιά να τεκμηριώσω, με άπτα στοιχεία τον ισχυρισμό μου, θ’ άναφερθώ στό βιβλίο του Γεωργίου Χατζηκυριακου, που τυπώθηκε στις άρχές του αιώνα μας, με τον τίτλο «Σκέψεις και έντυπώσεις έκ περιοδείας άνα τήν Μακεδονίαν».
Πράγματι, ό έμπνευσμένος έκεϊνος λειτουργός τής Παιδείας είχεν επιχειρήσει μια πολύχρονη και επίπονη περιοδεία σ’ ολόκληρη τή Μακεδονία, κατα τό τέλος του 19ου αιώνα.
Πέρασε κι από τή Γευγελή.
Άφου περιηγήθηκε ολόκληρη τήν περιοχή της, γράφει στό βιβλίο του:
«Έπεσκοπήσαμεν και τήν κοινότητα ταύτην και τό σχολείον και τάς εκκλησίας, εις μίαν των οποίων άνέγνωμεν επί επιταφίου πλακός τον μαρτυρικόν θάνατον του φιλοπάτριδος ίατρου Κυβερνίδου, ώς και του γενναίου προμάχου τής ορθοδοξίας Βαφοπούλου, άμφοτέρων πεσόντων αύτόθι ύπό δολοφονικής Βουλγάρου χειρός».

Οί δυό αύτές δολοφονίες είχαν γίνει τό 1897, δηλαδή επτα όλόκληρα χρόνια πριν από τό 1904.
Ή δολοφονία του Βαφόπουλου, που άναφέρει ό Χατζηκυριάκου, ήταν ή μεγάλη τραγωδία τής οίκογένειάς μου.
Σας άνέφερα τούτο τό ιστορικό τεκμήριο, για να άποδειχθεί ότι ο Μακεδονικός ’Αγώνας βρισκόταν στήν κορύφωσή του ήδη από τα μέσα τής τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα.

Κι άς μου συγχωρηθεϊ παρακαλώ ή αναφορά στή δολοφονία του πάππου μου, που δέν εγινε φυσικά από πρόθεση φιλαυτίας, άλλ’ από τήν ανάγκη στήν προσφυγή μιας ιστορικής απόδειξης. και άλλοι πολλοί Έλληνες πριν και μετα απ’ αύτόν είχαν τήν ϊδια τραγική μοίρα.

Ή ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα άναμφισβήτητα δέν εχει άκόμα συντεθεί με απόλυτα τεκμηριωμένα κριτήρια.
Έτυχε να παρακολουθήσω στήν εφημερίδα «Μακεδονία» ολόκληρη σειρά δημοσιευμάτων, που είχαν προκύψει από τή μελέτη διαφόρων κρατικών άρχείων.
Ήταν πολύ φυσικό να υπήρχαν πολλά κενα στή σειρά αυτών τών δημοσιευμάτων, άφου τα κρατικά άρχεία γιά τον Μακεδονικόν ’Αγώνα άρχισαν να σχηματίζονται μετα τό 1903.

Και τα κενα αύτα τών δημοσιευμάτων τής «Μακεδονίας» έρχόντανε να τα συμπληρώσουν διάφοροι επιστολογράφοι, ή παρεμβολή τών οποίων όσο πολύτιμη κι άν ήταν, δημιουργουσε ώστόσο κάποια σύγχυση, γιατί ήταν φανερή ή προσπάθεια τής προβολής συναισθηματικών προσωπικών περιστατικών.
Άλλωστε και ή οργάνωση του πρόσφατου Συμποσίου, με τή συνεργασία του Ι.Μ.Χ.Α. και του Μουσείου του Μακεδονικου ’Αγώνα, κατα τήν όποίαν εγιναν τόσο σημαντικές άνακοινώσεις, απέδειξε ότι υπάρχει άκόμα πολύ άγνωστο υλικό γιά τή σύνθεση μιας τεκμηριωμένης ιστορίας του Μακεδονικου ’Αγώνα.

Θά ήθελα να έκφράσω μιαν εύχή πρός τήν Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, να προκηρύξει διαγωνισμούς γιά τή συγγραφή επιστημονικά τεκμηριωμένων πραγματειών, γιά όλα τα επί μέρους θέματα του Μακεδονικού ’Αγώνα.
Οί πραγματείες αύτές θ’ άποτελέσουν τή βάση γιά τή σύνθεση τής αυθεντικής ιστορίας τού ’Αγώνα.

Κι άς ερθουμε τώρα στον επί μέρους ρόλο τής Γευγελής στον Μακεδονικόν ’Αγώνα.

 ’Αλλά γιά να γίνει τούτο κατανοητό, πρέπει να δουμε τί ήταν ή Γευγελή.

Τό όνομά της φαίνεται πως   εχει βυζαντινή προέλευση.
Ό λαογράφος και ιστορικός Ί. Θωμόπουλος εγραψε πώς, κατα τον Γιουγκοσλάβο καθηγητή Πέτερ Σκόκ, τό όνομα Γευγελή προέρχεται από τή λέξη ζεύγλη, που σημαίνει ζευγολατειό, δηλαδή τσιφλίκι ή άγροτικό συνοικισμό.

Και πράγματι ή Γευγελή άρχικά ήταν τσιφλίκι.
Και νομίζω πως   ή ετυμολογία αύτή τής λέξης Γευγελή παίρνει μια ξεχωριστή σημασία, όταν μάλιστα προβάλλεται από τή γραφίδα ένός Γιουγκοσλάβου επιστήμονα.

Ή Γευγελή βρίσκεται στή θέση τής άρχαίας Είδομένης, τήν όποία αναφέρουν στα κείμενα τους ό Ηρόδοτος και άργότερα ό Θουκυδίδης.
Τό ελληνικό χωριό, που λέγεται σήμερα Είδομένη, βρίσκεται πολύ μακρυά από τή θέση τής άρχαίας Είδομένης.Του δόθηκε αυτό τό δνομα, γιά τόν άπλούστατο λόγο, ότι ή Γευγελή είχε μείνει από τήν άλλη πλευρά των συνόρων και δυστυχώς δεν είχαμε πιά τό δικαίωμα να δώσουμε σέ μια πόλη μιας ξένης επικράτειας τό παλιό έλληνικό της όνομα.

Κι έτσι τό δώσαμε στό πιό κοντινό έλληνικό χωριό, που λεγόταν παλιότερα Σέχοβο.

Τή Γευγελή θά τή δούμε να συνδέεται, κατα κάποιον τρόπο, και με τήν Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Τότε ή ’Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιά να έντοπίσει τήν εθνική εξέγερση τών Ελλήνων στήν άρχική της έστία, δηλαδή στό Μόριά και τή Ρούμελη, μετέφερε σέ διάφορα μέρη τής Μακεδονίας και ιδιαίτερα στήν περιοχή τής Γευγελής, συμπαγείς τουρκικούς πληθυσμούς, από τα βάθη τής Μικρας Άσίας. 

Οί τουρκικοί αυτοί πληθυσμοί θά χρησίμευαν σαν ενα φράγμα, που θά συγκρατούσε τήν επέκταση τής Επανάστασης πρός τόν βόρειο έλληνικό χώρο.

 Ωστόσο σέ πολλά σημεία τής Μακεδονίας οί Ελληνες έδρασαν εντελώς αυτόνομα.

Ή Γευγελή, με τό πέρασμα του χρόνου, εξελίχθηκε σέ μια μικρή αλλά  σημαντική πόλη.

Ή χάραξη τής σιδηροδρομικής γραμμής, που ένωσε τή Θεσσαλονίκη με τήν Εύρώπη, ήρθε ν’ άλλάξει τή μοίρα του παλιού χωριου.

Ή άμεση σύνδεσή της με τή Θεσσαλονίκη και τό πέρασμα τών ευρωπαϊκών συρμών δίπλα της εγιναν άφορμή να μετατραπεϊ, μέσα σέ λίγα χρόνια, σ’ ενα κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, που τής έδωσε άπίθανη ζωτικότητα και συνετέλεσε στήν άξιοποίηση ολόκληρης τής πλούσιας κοιλάδας του Άξιου.

Μπορεί κανείς εύκολα να φαντασθεί τό σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν οί καινούργιες αυτές συνθήκες ζωής στή διαμόρφωση του πληθυσμού τής Γευγελής.
’Εκτός από τούς περαστικούς ξένους εμπορικούς αντιπροσώπους, που με τήν παρουσία τους έδιναν εναν έντονώτερο τόνο στή ζωή τής Γευγελής, τήν εποχή κυρίως τής άγορας τών κουκουλιών και τόύ καπνου, υπήρχε κι ενας μόνιμος άριθμός από ξένους, που διάφορα συμφέροντα τούς είχαν κάμει να εγκατασταθούν έκεί.

Μέσα σέ τουτο τό μικρό άνθρώπινο μωσαϊκό κυριαρχούσαν τρεις ενότητες πληθυσμού: 
Οί Ελληνες, οί Τούρκοι και οί Βούλγαροι.

‘Όλοι μαζί δέν ξεπερνούσαν τις 8 ή 10 χιλιάδες.

Οί Τούρκοι άποτελούσαν τό στοιχείο, που κρατούσε στα χέρια του τήν εξουσία. Αύτοί είχαν τή διοίκηση με τόν Καϊμακάμη, αύτοί κατείχαν τό Μπελεντιέ, δηλαδή τή Δημαρχία, αύτοί δριζαν τήν άστυνομία, αύτοί διοικούσαν τούς στρατώνες.

Και πρέπει ϊσως έδώ να ειπωθεί, ότι ή τουρκική παράσταση είχε κάποια έξαρση, με τα αληθινα λαμπρά δημόσια κτίρια, που δέ διέφεραν καθόλου από τα δημόσια κτίρια τών άλλων πόλεων τής ’Οθωμανικής Αύτοκρατορίας.

Οί Τούρκοι λοιπόν είχαν τήν εξουσία. Μιαν εξουσία όμως που είχε χάσει τήν παλιά σκληρότητα της και βρισκόταν τώρα στήν παρακμή της. Μιαν εξουσία διαβρωμένη από τήν υπονόμευση τών ραγιάδων, που με τα άποκτημένα προνόμια τους, είχαν άρχίσει να διεισδύουν στή δημόσια ζωή και ν’ άλλάζουν τον τόνο τής κρατικής δραστηριότητας.

Ή τελευταία γενιά τής Τουρκοκρατίας δέ θυμαται βαρβαρότητες τών Τούρκων.
Ή άνοχή τους, κι άκόμα ή άδιαφορία τους, τούς έβαζαν κάποτε σέ δεύτερη μοίρα από τα αλλα δύο στοιχεία, τούς Ελληνες και τούς Βουλγάρους.

Πολλές φορές ή άδιαφορία τους εκείνη ήταν σκόπιμη, γιατί τούς βοηθούσε να φθείρουν τούς Χριστιανούς, με τό θανάσιμο άνταγωνισμό μεταξύ τους, που είχεν ήδη άρχίσει από κάμποσο καιρό. και νομίζω, πως   έδώ τοποθετείται ή κορυφαία στιγμή τής ιστορίας τής Γευγελής, που τήν εντάσσει ολόκληρη στον Μακεδονικόν ’Αγώνα.

Ό σκληρός εκείνος άγώνας ήταν μια αιματηρή φάση μέσα στήν ιστορία τών συγκρούσεων τής έλληνικής ιδέας με τό σλαυϊκό πνευμα.

Δεν είναι στό σχέδιο τής ομιλίας μου να έξηγηθεί πως   πραγματοποιήθηκε ή σλαυϊκή διείσδηση σ’ ολόκληρο τό χώρο τής Μακεδονίας.

Θάταν αρκετή νομίζω μια σύντομη άνασκόπηση τών ιστορικών δεδομένων από τό 1872 κι εδώθε, από τήν εποχή δηλαδή του Βουλγαρικού ’Εκκλησιαστικού Σχίσματος, που άποτελεί και τήν άφετηρία τού Μακεδονικού ’Αγώνα.

Είναι γνωστό πως   τό έλληνικό φρόνημα έπέζησε μετα τήν Άλωση, μόνο χάρη στήν Ελληνική ’Ορθόδοξη Εκκλησία.

 Ό υπόδουλος έλληνισμός στή θέση τού παλιού Αύτοκράτορα είχε τώρα γιά άρχηγό του τον Πατριάρχη τής Κωνσταντινούπολης. 

Τό λιγοστό σλαυϊκό στοιχείο, που ήταν διασπαρμένο στή Μακεδονία, από τα κατάλοιπα τών παλιών επιδρομών, θεωρούσε κι αυτό τόν Πατριάρχη σαν άρχηγό του.

Κι έπειδή τό σλαυϊκό αυτό στοιχείο δέν ανήκε σέ κανένα συγκεκριμένο έθνος, όλοι όσοι τό άποτελούσαν είχαν όνομασθεί Πατριαρχικοί. από τή μια μεριά λοιπόν υπήρχε τό καθαρά έλληνικό στοιχείο, που άποτελούσε τήν πλειονότητα τού πληθυσμού τής Μακεδονίας.
Κι από τήν αλλη μεριά οί λεγόμενοι Πατριαρχικοί.
Τό έλληνικό στοιχείο ήταν έκεϊνο που συντηρούσε, από γενιά σέ γενιά, τή βυζαντινή παράδοση και τό εθνικό φρόνημα.

Οί Πατριαρχικοί ήσαν άνθρωποι άπλοί, χωρίς καμια εθνική συνείδηση, ενας κόσμος πρόσφορος να δεχθεί επιδράσεις από τό έλληνικό στοιχείο, που στεκόταν σέ πολύ ψηλότερο επίπεδο πολιτισμού. και φαίνεται παράξενο πώς, άντίθετα, και τό κατώτερο αύτό σλαυϊκό στοιχείο είχε κάποιαν επίδραση στον ελληνικό πληθυσμό.
Κατάφερε, με τό πέρασμα του χρόνου, σέ διάφορες περιοχές, ίδίώς της βόρειας και δυτικής Μακεδονίας, να του μεταδώσει τή γλώσσα του.

Ή γλώσσα αύτή, όργανο επικοινωνίας άπλοϊκών άνθρώπων, ήταν ενα μίγμα από κατάλοιπα σλαυϊκών ιδιωμάτων, που δέχθηκαν τόσες επιδράσεις από τήν ελληνική- και τουρκική γλώσσα, ώστε στό τέλος διαμορφώθηκε σέ ενα ιδιότυπο γλωσσικό ιδίωμα, που εντελώς άνορθόδοξα τό είπαν σλαυομακεδονικό.

Ωστόσο αύτό τό άπλό γλωσσικό ιδίωμα, είχε μέσα του μια δύναμη.
Τή δύναμη που έχουν όλα τα άπλά και πρωτόγονα πράγματα. Και καθώς στα χρόνια τής δουλείας οί ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν σ’ ενα πνευματικό σκοτάδι, ή άπλή αύτή γλώσσα τούς ήταν βολικότερη να έκφράζουν τα άπλοϊκά τους συναισθήματα, γιά τα όποια ή πλούσια έλληνική γλώσσα ήταν πιά μια μεγάλη πολυτέλεια.
Τό φαινόμενο αύτό άποτελεί μιαν άλήθεια, που ήρθε ή νεώτερη γλωσσολογική έρευνα να τό επιβεβαιώσει,

Αύτή ήταν ή κατάσταση στή Μακεδονία ώς τό 1872, όταν εγινε τό Βουλγαρικό Εκκλησιαστικό Σχίσμα.
Τότε στό βόρειο χώρο υπήρχε ή ισχυρή επίδραση τής Ρωσίας, που άπέβλεπε πάντοτε σέ μια έπέκτασή της πρός τό Αιγαίο, σέ βάρος τής Όθωμανικής Αύτοκρατορίας.

Και χρησιμοποιούσε κάθε μέσο, γιά να εδραιώσει στούς βόρειους λαούς τής Βαλκανικής Χερσονήσου μια φυλετική σλαυϊκή συνείδηση. με τήν οργάνωση μιας πανσλαυϊστικής διπλωματίας άρχισε μια διασπαστική κίνηση μέσα στούς κόλπους τής “Ορθόδοξης Εκκλησίας, που κατέληξε στή δημιουργία Αυτοκέφαλης Βουλγαρικής Εκκλησίας, τήν όποία τό Πατριαρχείο τής Κωνσταντινούπολης τήν έκήρυξε Σχισματική.

Έτσι ή Ρωσία κατάφερε να άποσπάσει από τήν έπίδραση του Πατριαρχείου ενα μεγάλο μέρος τής βόρειας περιοχής του Αίμου.
’Ακολούθησε ό Ρωσοτουρκικός πόλεμος, με άποτέλεσμα τή γνωστή και τερατώδικη Συνθήκη του ‘Αγίου Στεφάνου, που δημιουργουσε στήν καρδιά τής Χερσονήσου του Αίμου τή μεγάλη Βουλγαρία.
Φυσικά ή συνθήκη έκείνη, με τήν επέμβαση τών άλλων δυνάμεων, τροποποιήθηκε ριζικά.

Εμεινε όμως ή μικρή Βουλγαρία με τις μεγάλες φιλοδοξίες.

Τήν ϊδια εποχή, στήν άλλη άκρη τής Χερσονήσου, τό Ελληνικό Κράτος ζουσε τή δική του εθνική περιπέτεια.
Είχε κλείσει τον κύκλο τής πρώτης του δυναστείας με τον Όθωνα και τώρα άρχιζε ή νέα περίοδός του, με τον καινούργιο νεαρό του βασιλέα Γεώργιο.
Ή συνθήκη του ‘Αγίου Στεφάνου ήταν επόμενο να συγκλονίσει ολόκληρο τό Ελληνικό Έθνος, και να τό κάμει να ζητήσει τήν άποκατάσταση μιας ισορροπίας στα Βαλκάνια.

Αρχισε τότε ή κίνηση γιά τήν άπελευθέρωση τής Θεσσαλίας.
’Αλλά κι έδώ ή επέμβαση τών μεγάλων δυνάμεων εγινε αιτία του άτυχήματος τοί 1886 στα ελληνοτουρκικά σύνορα.
’Ακολούθησε μια περίοδος εσωτερικής άνωμαλίας, που κατέληξε στον άτυχο πόλεμο του 1897.

Ή Ελλάδα τώρα βρισκόταν πληγωμένη, ταπεινωμένη και έγκαταλειμμένη από τούς άλλοτε προστάτες της.

Γλύφοντας τίς πληγές της και ζητώντας να βρει τούς ύπεύθυνους εκείνου του πολέμου, είχε παρασυρθεία μια εσωτερική πολιτική περιπέτεια, που πολύ άργότερα, με τό κίνημα στό Γουδί, βρήκε τήν κάθαρσή της.

Στό μεταξύ όμως αύτό, ή Ελλάδα είχε άναστείλει κάθε φιλοδοξία και κάθε προσπάθεια γιά τήν άπελευθέρωση του άλλου υπόδουλου Ελληνισμού.

Ένώ άντίθετα, τό νεαρό βουλγαρικό κράτος, με τήν απεριόριστη βοήθεια τής τσαρικής Ρωσίας, είχεν αναπτύξει μια έκπληκτική δραστηριότητα γιά τόν έκβουλγαρισμό τής Μακεδονίας.

Ό άρχικός της στόχος ήταν οί Πατριαρχικοί. Με διάφορα μέσα, πρό πάντων με άφθονο χρήμα, προσπάθησε να τούς έμπνεύσει τήν πίστη, ότι ήσαν τα κατάλοιπα τών απογόνων τών σλαύων επιδρομέων κατα του Βυζαντίου και να τούς άποσπάσει από τήν έπιρροή του Πατριαρχείου. Κατάφερε σέ πολλά μέρη τής Μακεδονίας να ιδρύσει έξαρχικές εκκλησίες.

Άρχισε, δίπλα στα ελληνικά στοιχεία, τα μόνα που υπήρχαν, να στήνει δικά της βουλγαρικά.

Τό έλληνικό στοιχείο στήν άρχή βρέθηκε σέ κάποια σύγχυση.

’Έβλεπε πως   μια ξένη εχθρική δύναμη ερχόταν ν’ αλλάξει τή μοίρα του τόπου του.
Στήν άμηχανία του στράφηκε πρός τό Νότο, εκεί που είχε τοποθετήσει όλα τα όνειρά του, όλες τίς προσδοκίες του, τό ϊδιο τό πεπρωμένο του.
Είναι δύσκολο ν’ άντιληφθουμε σήμερα τί έσήμαινε γιά τούς Μακεδόνες ή Ελλάδα τήν εποχή εκείνη.
Τό ελεύθερο Έλληνικό Κράτος, ένώ τότε, γιά τόν ιστορικό παρατηρητή, δέν ήταν παρά μια έστία κομματικής φαυλότητας, γιά τόν άγνό Μακεδόνα πατριώτη ήταν ό ιερός τόπος, όπου είχαν καταφύγει όλα τα μεγάλα ιδανικά του άνθρώπου.

Ή Ελλάδα στή συνείδηση τών απλοϊκών κατοίκων τής Μακεδονίας είχε προσλάβει υπερκόσμιες διαστάσεις.
Οταν λοιπόν τό έλληνικό στοιχείο τής Μακεδονίας με άπελπισία διαπίστωσε πως   οί θύρες του Έλληνικου Κράτους ήσαν κλειστές, δέν του εμένε παρά ν’ άναλάβει τόν αγώνα μόνο με τίς δικές του δυνάμεις.
Κι άρχισε ή άντεπίθεση.
Οί πλούσιοι άνοιξαν τα κεμέρια τους.
Οί γέροι έβαλαν τή σοφία τους.
Οί νέοι όπλισαν τήν καρδιά τους.

Ό άγώνας ήταν σκληρός, γιατί ό άντίπαλος είχε όπλα ισχυρά:
τήν προπαγάνδα,
τό χρήμα και
τόν τρόμο.
Κι όταν πιά όλα τα μέσα του άνταγωνισμου έξαντλήθηκαν, άρχισαν οί δολοφονίες, οί σφαγές και οί έμπρησμοί.

Ό Μακεδονικός Αγώνας, στή νεώτερη έλληνική ιστορία, κατέχει μια θέση άληθινής εποποιίας.

Και παρουσιάζει τήν ιδιοτυπία δτι, ενώ ήταν ένας αγώνας γιά τήν άπελευθέρωση τής Μακεδονίας από τούς Τούρκους, γινόταν λιγώτερο εναντίον τών Τούρκων και περισσότερο κατα τών Βουλγάρων.

Ή Γευγελή και ολόκληρη ή περιφέρειά της έχει μια μεγάλη μερίδα στον ’Αγώνα τούτον.

Ειπώθηκε στήν άρχή ότι τή διοίκηση τήν είχαν στα χέρια τους οί Τούρκοι.
«Ομως τόν τόνο στή δημόσια ζωή τον έδιναν οί «Ελληνες κατα πρώτο λόγο, και κατα δεύτερο λόγο οί Βούλγαροι, που άνταγωνίζονταν βήμα πρός βήμα τούς Έλληνες.

Βέβαια ή θέση τής Γευγελής μέσα στήν πλούσια κοιλάδα τού Άξιού και πάνω στο δρόμο, που ένωνε τή Θεσσαλονίκη με τήν Εύρώπη, ήταν ή βασική αιτία τής γρήγορης εξέλιξής της.

«Ομως και ό μεγάλος και συνεχής άνταγωνισμός μεταξύ τού ελληνικού και βουλγαρικού στοιχείου, συνετέλεσε στήν κοινωνική της πρόοδο.

Τό πρώτο και μοναδικό σχολείο ήταν έλληνικό. 

Κι όταν κάποτε, με τή χορηγία του Αναστασίου Τσούφλη, ένός μεγάλου έθνικου ευεργέτη από τήν Ήπειρο, κτίσθηκε τό νέο λαμπρό κτίριο τής Αστικής Σχολής Γευγελής, τό έλληνικό στοιχείο είχε κερδίσει τή μεγάλη μάχη εναντίον τών Βουλγάρων.

Τό σχολείο έκείνο ήταν από τα ώραιότερα τής Μακεδονίας, και πλούσια εφοδιασμένο με όλα τα έποπτικά μέσα διδασκαλίας.
Γιά τήν ιστορία άξίζει ϊσως να ειπωθεί, ότι ό γνωστός στή Θεσσαλονίκη Μέγας Διδάσκαλος τού Τεκτονισμού, ό ’Ιωάννης Κωνσταντινίδης από τή Στρώμνιτσα, ήταν ένας από τούς διευθυντές του.

Πρώτος εκείνος, νεοφερμένος από τή Γερμανία, είχεν εισαγάγει τόν νέο τύπο τών διθέσιων θρανίων, που πολύ άργότερα τόν υιοθέτησαν και τα σχολεία τής Θεσσαλονίκης.

Από τό σχολείο τής Γευγελής πέρασαν έξαίρετοι διδάσκαλοι και παιδαγωγοί, ανάμεσα στούς οποίους αξίζει να μνημονευθεί ή παρουσία τού Δημοσθένη Χαρδαλια, πατέρα τού σημερινού Άντιδημάρχου Θεσσαλονίκης. Ό Δημοσθένης Χαρδαλιας άργότερα ύπήρξε Διευθυντής τού Διδασκαλείου Θεσσαλονίκης.

Μετα τό κτίσιμο τού θαυμάσιου σχολείου τής Γευγελής, οί Βούλγαροι έκαμαν τήν άντεπίθεσή τους. με τό άφθονο χρήμα τής Σόφιας, έκτισαν κι αυτοί ενα έπίσης λαμπρό σχολείο.

Τούς άκολούθησαν σέ λίγο και οί Σέρβοι, που με τήν προπαγάνδα τους είχαν ήδη δημιουργήσει μια μικρή εστία από λίγες οικογένειες πρώην πατριαρχικών.

Τό Σερβικό σχολείο λειτουργούσε μ’ ένα διδάσκαλο και με λίγους μαθητές.
«Ομως λειτουργούσε.
Γιατί αύτό επέβαλλε ή σέρβική προπαγάνδα, που φρόντιζε και να ντύνει άκόμα τούς φτωχούς μαθητές του.

Οί ‘Έλληνες είχαν δυο έκκλησίες: τήν παλιά μεταβυζαντινή τής Άναλήψεως και τή νεώτερη τής ‘Αγίας Τριάδος.
Οί Βούλγαροι δέν είχαν καμιά.
Εκκλησιάζονταν ώς τότε στήν εκκλησία τής Αναλήψεως.
Κι επειδή μετα τό Σχίσμα έπρεπε ν’ αποκτήσουν κι αύτοί δική τους εκκλησία, διεκδίκησαν, με τή βοήθεια των Τούρκων, τήν κατοχή τής ‘Αγίας Τριάδος.
Κατάφεραν να πάρουν και τήν έγκριση του Βαλή Θεσσαλονίκης, όμως δέν μπόρεσαν ουτε κάν να πλησιάσουν στήν Εκκλησία.

Οί ‘Έλληνες τή φρουρούσαν οπλισμένοι, έτοιμοι να πέσουν μπροστα στό νάρθηκά της.

Έπειτα από πολυχρόνιο αγώνα, οί ‘Έλληνες βγήκαν και πάλι νικητές.
Οι Βούλγαροι ισοφάρισαν τήν ήττα τους, κτίζοντας δική τους εκκλησία, άφιερωμένη στή μνήμη του Κυρίλλου και Μεθοδίου.

‘Ωστόσο οί ‘Έλληνες είχαν τα πρωτεία σ’ όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις.
’Οργάνωναν σχολικές γιορτές, γυμναστικές επιδείξεις, μαθητικές παρελάσεις.
Στή σκηνή τής μεγάλης αίθουσας του σχολείου, ερασιτέχνες έδιναν θεατρικές παραστάσεις.

Οί Βούλγαροι προπαθούσαν να τούς μιμηθούν.
Οί «Ελληνες είχαν οργανώσει λαμπρή φιλαρμονική, που κάθε Κυριακή εκαμνε τήν παρέλασή της στό μεγάλο κεντρικό δρόμο τής Γευγελής.
Σέ λίγο καιρό και οί Βούλγαροι κατάφεραν ν’ αποκτήσουν δική τους φιλαρμονική.

Έτσι λοιπόν, στον μικρόν έκείνο τόπο, ο άνταγωνισμός μεταξύ τών δύο στοιχείων πήρε τέτοιαν έκταση, δημιούργησε τέτοιες άντιθέσεις, εσπειρε τόσο μίσος, που ό άγώνας δέν άργησε να μεταβληθεί σέ ένοπλο.

«Οταν πιά οί Βούλγαροι είδαν πως   τό χρήμα και ή προπαγάνδα δέν ϊσχυσαν να κάμψουν τό φρόνημα τών Ελλήνων, άρχισαν τήν τρομοκρατία, με τήν οργάνωση ένοπλων συμμοριών από κομιτατζήδες.

’Ήδη έχει γίνει λόγος γιά τις πρώτες δολοφονίες.
Οί «Ελληνες μόνοι, χωρίς καμια βοήθεια, άνταπέδωσαν τα χτυπήματα.
Κι έτσι κάποτε φθάνουμε στό 1903, τήν εποχή που είχε κορυφωθεί ό Μακεδονικός ’Αγώνας, με τήν παρέμβαση πιά του επίσημου Έλληνικού Κράτους.

Τό Ελληνικό Κράτος ώς τότε, άπορροφημένο από τούς κομματικούς διαπληκτισμούς, δέν είχεν άκόμα συλλάβει, σ’ δλο τό βάθος, τό νόημα του Μακεδονικού ’Αγώνα.

’Αν τό Ελληνικό Κράτος είχε άντιμετωπίσει πολύ νωρίτερα τή σλαυϊκή επιβουλή, δέν υπάρχει καμια άμφιβολία δτι ή ξένη προπαγάνδα δέ θαβρισκε πρόσφορο έδαφος γιά διάβρωση.
Και σήμερα δε θαχε λόγους να μιλάει για «Μακεδονικό Ζήτημα» και για ξένες μειονότητες.

(Και στό σημείο αύτό παρακαλώ να μού έπιτραπεί μια παρένθεση. ’Απευθύνω έκκληση στα «φιλελληνικά αισθήματα» μερικών θερμοκέφαλων φιλάθλων τών άθηναϊκών ποδοσφαιρικών γηπέδων. ‘Όταν προπηλακίζουν, σέ δυσμενείς γι’ αύτούς περιστάσεις, τούς Θεσσαλονικείς ποδοσφαιριστές, παρακαλούνται, αν τούς βολεύει, να χρησιμοποιούν όποιαδήποτε έκφραση από τό σύγχρονο δυσώνυμο λεξιλόγιο, άλλά, γιά τό Θεό, ας μή χρησιμοποιούν άπαράδεκτους χαρακτηρισμούς, που έρχονται να ένισχύσουν τήν ξένη προπαγάνδα, γιά τό άνύπαρκτο «Μακεδονικό Ζήτημα». Υποθέτω πως   όλοι σας καταλαβαίνετε τί θέλω να πώ).

Τό επίσημο λοιπόν Έλληνικό Κράτος, μονάχα τήν έποχή έκείνη, γύρω στό 1903, κάτω από τήν πίεση τής ιστορικής πιά άνάγκης, που είχε ξεσηκώσει τις συνειδήσεις τών πατριωτών όλης τής Ελλάδας, άποφάσισε να έπέμβει γιά τή σωτηρία τής Μακεδονίας.

’Ήδη, άγαπητοί φίλοι, είστε άρκετα πληροφορημένοι γιά τα καθέκαστα τού Μακεδονικού ’Αγώνα, από τις εκθέσεις τών άλλων ομιλητών κι από τις συζητήσεις τού πρόσφατου Συμποσίου.

Γνωρίζετε πως   συγκροτήθηκε τό Έλληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο στήν ’Αθήνα και πως   άρχισαν να οργανώνονται τα πρώτα άνταρτικά σώματα, με άρχηγούς άξιωματικούς τού Έλληνικού Στρατού.

Αύτα τα σώματα τών Ελλήνων άνταρτών είχαν μια πανελλήνια σύνθεση, με νέα παλληκάρια από τό Μόριά, τή Ρούμελη, τήν Κρήτη, τα νησιά τού Αιγαίου και τού Ίονίου, άκόμα κι από τήν Κύπρο και τήν τουρκοκρατούμενη τότε Ήπειρο.

Σ’ αύτα τώρα είχαν ένταχθεί και οί Μακεδόνες άντάρτες, που ώς τότε μόνοι τους προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα, εντελώς άνοργάνωτοι. από τό 1903 και υστέρα, ό Μακεδονικός ’Αγώνας άρχισε να οργανώνεται από έπιτελείς τού έλληνικού στρατού.

Στήν περιοχή τής Γευγελής, ώς τή Στρώμνιτσα και τή Δοϊράνη, έδρασαν ομάδες με άρχηγούς τόν Μαζαράκη, τόν Κάκκαβο, τόν Έξαδάκτυλο, τόν Χρήστο Καραπάνο, τόν καπετάν Αύγέρη.
Δέν θά έπεκταθώ περισσότερο.

«Ολοι γνωρίζετε πως   σ’ ολόκληρο τό βόρειο χώρο, ό Μακεδονικός ’Αγώνας παρουσίαζε μια ομοιομορφία.

Θά περιορισθώ μονάχα ν’ άναφερθώ στα θύματα τής Γευγελής, που ήσαν πάμπολλα.

 Προύχοντες, παπάδες, διδάσκαλοι, άπλοι πατριώτες, που είχαν ταχθεί στήν ύπηρεσία τής έλληνικής ιδέας. 
Σ’ ενα μικρό βιβλίο τού διδασκάλου Ίω. Ξανθού περιλαμβάνεται ενας άτέλειωτος κατάλογος τών μαρτύρων τής περιφέρειας τής Γευγελής.

Από τούς άγωνιστές θ’ άρκεσθώ ν’ άναφέρω λίγα χαρακτηριστικά ονόματα.

Είναι οί πράκτορες Κων. Άβράσογλου, διευθυντής τού σχολείου, Χρ. Δέλλιου, Χαρίτων Χατζηζαφειρίου, Γκαίτε Τζοβαρόπουλος, διδάσκαλος τής γυμναστικής, Άθαν. Αρβανίτης, Βασ. και Διονύσιος Σιωνίδης, Μάρκος ’Αλεξίου, Βασ. Τσιορλίνης, Κρετσόβαλης, Θωμάς Βαφόπουλος, Γουσίδης, τής ίδιας οίκογενείας με τόν διακεκριμένο δημοσιογράφο τής πόλης μας κ. Γουσίδη. Κι άκόμα οί Μένος, Άβραμίδης, Χρ. Πιπέρης, Τσίτσος, Ματζιάρης κι ενας άλλος μεγάλος άριθμός άγωνιστών, γιά τούς όποιους παραπέμπω στό βιβλίο του Ίω. Ξανθού «Ιστορία τής Γευγελής».

Τό βιβλίο τουτο, ϊσως να μή διακρίνεται γιά τήν επιστημονική ιστορική μέθοδο, αλλά άποτελεί μια πλούσια πηγή τεκμηρίων, γιά τή συγγραφή τής αύθεντικής ιστορίας τής Γευγελής.

Τό τουρκικό σύνταγμα του 1908 εβαλε τέρμα στήν ένοπλη τουλάχιστο δράση του Μακεδονικού ’Αγώνα.
Όμως ό άνταγωνισμός μεταξύ τών Ελλήνων και τών οργάνων τής ξένης προπαγάνδας έξακολούθησε σιωπηρός, ώς τίς παραμονές του βαλκανικού πολέμου του 1912.

Ό πόλεμος εκείνος ήρθε σά μια δικαίωση τών αγώνων γιά τήν άπελευθέρωση τής Μακεδονίας.

Ή Γευγελή είχε τώρα κάθε δικαίωμα να προσδοκά και τή δική της ελευθερία.

Άλλωστε ενας παλιός θρύλος τό ελεγε καθαρά: Ή Ελλάδα θά εφθανε ώς έκεί που φυτρώνει ή ροδιά. Κι ή περιφέρεια τής Γευγελής είχε πολλές ροδιές στούς κήπους της.

Αλλά  ή διπλωματία τών κρατών παίζει τα δικά της παιχνίδια, ύπηρετώντας διάφορες σκοπιμότητες.

Μ΄ όλο που ή πατρίδα μου δοκιμάσθηκε πολύ κατα τό δεύτερο βαλκανικό πόλεμο του 1913, μ’ όλο που ή κοιλάδα του Άξιου ποτίσθηκε με τό αϊμα του τακτικού έλληνικου στρατού αυτή τή φορά, ώστόσο ή συνθήκη του Βουκουρεστίου ήταν αμείλικτη γιά τήν τύχη τής Γευγελής.

 Τήν παραχώρησε στούς τότε συμμάχους μας Σέρβους. 

Κι ήταν φυσικό οί συμπατριώτες μου να ξερριζωθουν από τα πατρικά χώματα και να ζητήσουν καταφύγιο σ’ άλλα χώματα τής ελεύθερης πατρίδας.

Κι είναι καιρός νομίζω να σταματήσω τήν ομιλία μου, γιατί όπου τελειώνουν τα γεγονότα, αρχίζουν να μιλούν τα αισθήματα.

Έπί τέλους τα ελεύθερα κράτη έχουν τή δική τους εξωτερική πολιτική κι οί ελεύθεροι πολίτες πρέπει να μή άντιδρουν πρός αυτή. από τήν εποχή του Μακεδονικού Αγώνα πέρασαν ογδόντα και τόσα χρόνια.

Στό διάστημα αυτό εγιναν πολλές κοινωνικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις.
Παλιοί εχθροί έδωσαν τα χέρια, καταρρίπτοντας τούς φραγμούς που τούς έχώριζαν άλλοτε.
’Ήδη ζουμε σ’ ενα καινούργιο κλίμα κοινωνικών επαφών και ανθρωπίνων σχέσεων.

Ή άνθρωπότητα ολόκληρη, παρά τίς δύσκολες συγκυρίες του καιρου μας, εχει ένστερνισθεί τα ιδανικά τής παγκόσμιας συμφιλίωσης και τής παγκόσμιας ειρήνης.

Ώστόσο δέν παύει να λειτουργεί και ή ιστορική μνήμη, που μας βοηθεί να κρίνουμε και να αξιολογούμε τίς μεγάλες επιτεύξεις τής ανθρωπότητας, αλλά  και τα τραγικά της λάθη.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης


Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο, Μωάμεθ Β’. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 7 Απριλίου ως τις 29 Μαϊου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία, έπαψε να υπάρχει.
Το Βυζάντιο ήταν ήδη εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες, σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους και αργότερα οι εσωτερικές έριδες των Παλαιολόγων, παρόλο που επανέκτησαν την Κωνσταντινούπολη, οδήγησαν στην σταδιακή εξασθένηση και συρρίκνωση. Ήδη από το 1354 με την κατάληψη της Ανδριανούπολης από τους Οθωμανούς, το Βυζάντιο, κυκλωμένο πλέον εδαφικά, ήταν φόρου υποτελής στον Οθωμανό σουλτάνο. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα της αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα άνισες υπέρ των Τούρκων, σε σημείο που να μνημονεύεται από τις πηγές το τετελεσμένο της έκβασης
της πολιορκίας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον ηρωισμό των πολιορκημένων και ιδιαίτερα του Αυτοκράτορα. Το γεγονός της πτώσης της «θεοφυλάκτου Πόλεως», άφησε βαθιά ίχνη στις πηγές της εποχής.
Ως απόρροια της Άλωσης ήταν η συνέχιση της εδαφικής προώθησης των Τούρκων. Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της, απειλώντας την Βιέννη.
Πολλές φορές η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς ως γεγονός που σηματοδοτεί το τέλους του Μεσαίωνα και την έναρξη της Αναγέννησης. Κύριος παράγοντας της ευρωπαϊκής Αναγέννησης αποτέλεσε η διαφυγή μεγάλου αριθμού Βυζαντινών λογίων και επιστημόνων, λόγω της Άλωσης, προς τα αστικά κέντρα της Δύσης και κυρίως της Ιταλίας.

Η Κωνσταντινούπολη το 1453 δεν ήταν η πόλη που ήταν κάποτε. Ο πληθυσμός της την είχε εγκαταλείψει, είτε για να αποφύγει τον θάνατο είτε για να μην πεινάσει. Τις παραμονές της Άλωσης είχε λιγότερους από 50 χιλιάδες κατοίκους. Στα τελευταία της όμως χρόνια υπό βυζαντινή κυριαρχία ήταν πολύ περισσότερο μια ιδέα, παρά μια πρωτεύουσα και μια αυτοκρατορική πόλη. Ήταν ο φύλακας της ελληνορωμαϊκής παράδοσης, επάξιος αντιπρόσωπος της χριστιανικής ανατολής, στρατηγικός προμαχώνας της Ευρώπης.
Την αποφράδα Τρίτη λοιπόν, στις 29 του Μάη του 1453, ο άστεπτος Αυτοκράτορας δεν κατέθεσε τη ζωή του απλά για τη Βασιλεύουσα Πόλη, αλλά για το όραμα, για το όνειρο που υπήρξε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, παραδίδοντάς το διαπαντός στην Ιστορία.
( ἀπὸ τὴν vikipedia )

Σαν σήμερα Τρίτη 29 Μαΐου όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ μπήκε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη και κατέρρευσε οριστικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Σαν σήμερα πραγματοποιήθηκε η άλωση της Κωνσταντινούπολης που υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας από τις 6 Απριλίου έως τις 29 Μαΐου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο) και σήμανε το οριστικό τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η Κωνσταντινούπολη σστα 1.100 χρόνια ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,  είχε πολιορκηθεί αρκετές φορές αλλά μόνο μία φορά είχε πέσει στα χέρια των εχθρών, το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας.

Μετά το 1204 στην πόλη εγκαθιδρύθηκε ένα αδύναμο Λατινικό βασίλειο και οι υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας είχαν διασπαστεί σε επί μέρους βασίλεια.

Ένα από αυτά, η ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας κατάφερε να επικρατήσει στην περιοχή και να ανακτήσει την Πόλη το 1261.

Τους επόμενους δύο αιώνες, η εξασθενημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεχόταν συνεχείς επιθέσεις από Λατίνους, Σέρβους, Βουλγάρους και ιδιαίτερα από τους Οθωμανούς Τούρκους.

Το 1453 στην Αυτοκρατορία ανήκαν εκτός από την ίδια την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου, με επίκεντρο τον Μυστρά.

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ένα ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε το 1204 στην άκρη της Μικράς Ασίας και κατάφερε να επιβιώσει όλο αυτό το διάστημα, αποτελούσε εντελώς ξεχωριστή από το Βυζάντιο πολιτική οντότητα.

Στο οθωμανικό στρατόπεδο, για τον Μωάμεθ Β’, είκοσι ενός μόλις ετών το 1453, χαρακτήρα, όπως υποστηρίζει ο βυζαντινολόγος Βασίλιεφ, ιδιαίτερα σκληροτράχηλο και φιλοπόλεμο, η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης είχε καταστεί έμμονη ιδέα.

Διασώζεται ότι έμενε άυπνος για συνεχείς νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα.

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’ από την άλλη πλευρά, που διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του, κατέβαλε γενναιόδωρες προσπάθειες να περισώσει από την Αυτοκρατορία ό,τι ήταν δυνατό.

Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο βυζαντινός Αυτοκράτορας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια σε αυτόν τον άνισο αγώνα, η φρουρά όμως της πόλης μόλις έφθανε τις λίγες χιλιάδες.

Τα πρώτα οθωμανικά αποσπάσματα έκαναν την εμφάνιση τους στις 2 Απριλίου, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης έως τις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα.

Στις 6 Απριλίου κηρύχθηκε επίσημα η πολιορκία από τον Μωάμεθ Β’, αφού πρώτα, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η πρόταση του για να παραδοθεί η πόλη υποσχόμενος ότι θα σέβονταν την ζωή και την περιουσία των κατοίκων απορρίφθηκε από τους Βυζαντινούς.

Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, που δεν διακόπηκε για αρκετές βδομάδες καθόλου, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, ενώ άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους.

Η πολιορκία είχε ήδη διαρκέσει πενήντα μέρες. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, πιθανόν ψεύτικες, για την πιθανή άφιξη πολυάριθμου χριστιανικού στόλου από τη Δύση, κάτι που ανάγκασε τον Μωάμεθ να εντείνει την προσπάθεια για κατάληψη της πόλης.

Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους.

Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη. Οι αντιπροτάσεις του Κωνσταντίνου διαπνέονταν από πνεύμα αξιοπρέπειας και αποφασιστικότητας. Δέχονταν να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει.

Ύστερα από την αποτυχημένη προσέγγιση, ο Μωάμεθ Β’ κάλεσε πολεμικό συμβούλιο και κατόπιν έβγαλε λόγο προς τους στρατιώτες του, ζητώντας του θάρρος και σταθερότητα.

Τόνισε ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για έναν επιτυχή πόλεμο: η επιθυμία (για τη νίκη), η ντροπή (για την ήττα) και η υπακοή στους ηγέτες.

Επίσης δήλωσε με όρκο πως ο ίδιος ήθελε μόνο τα τείχη και τα οικοδομήματα της πόλης και πως αφήνει στο στρατό του όλα τα άλλα. Υπογράμμισε πως υπάρχουν θησαυροί μέσα στα κτήρια και κυρίως στις εκκλησίες και πως θα επωφεληθούν από τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές νέες γυναίκες. Τέλος διέταξε νηστεία και προσευχή. Η επίθεση ορίστηκε για την νύχτα της 29ης Μαΐου.

Στις 28 Μαΐου συντελέστηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ σε λόγο προς τον λαό του, όπως τον διασώζει ο Σφραντζής, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός».

Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής:

…Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.

Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως.

Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ’ όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη.

Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες.

Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β’ οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση.

Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού (Πέμπτον), όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας.

Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνι, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα.

Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Στα τείχη δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στη μάχη.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος.

Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Η Ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε πια να υφίσταται και στη θέση της ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε η Μωαμεθανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη που ονομάστηκε από τους Τούρκους Ιστανμπούλ (από τη φράση εις την πόλιν) και παρέμεινε έδρα του κράτους ως την οριστική κατάλυσή του το 1922, οπότε και άρχισε η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας.

Πηγή: Wikipedia