Ποιμαίνοντας μεταξύ οὐτοπίας καί ρεαλισμοῦ:


Ποιμαίνοντας μεταξύ οὐτοπίας καί ρεαλισμοῦ:

Θεολογικοί προβληματισμοί γιά τήν λειτουργία
τῆς σύγχρονης ἐνοριακῆς κοινότητας.

πρωτ. Χριστόδουλος Μπίθας
Προϊστάμενος Ἱ. Ν. Παμ. Ταξιαρχῶν Μοσχάτου

(ὁμιλία κατά τὴ διάρκεια τῆς Ἱερατικής συνάξεως τῆς 20ῆς Ἰουνίου στὴν Λιβαδειά)

Σεβασμιώτατε, ἀγαπητοί πατέρες καί  ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή πού μοῦ κάνετε, νά μοιραστῶ μαζί σας τόν προβληματισμό μου καί τήν ἀγωνία μου γιά τήν λειτουργία καί τό μέλλον τῆς σύγχρονης ἐνοριακῆς κοινότητας. Θά τολμήσω νά θίξω μιά σειρά ἀπό ζητήματα πού ἔχουν προκύψει μέσα ἀπό τήν ποιμαντική διακονία στήν ἐνορία μου, ἀπό συζητήσεις μέ παλιότερους ἱερεῖς, ἀλλά καί ἀπό τήν ἐμπειρία μου ὡς μέλος μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας ὡς λαϊκός. Θά ἤθελα νά μιλήσω ἀνοικτά, χωρίς τύπους καί νά παρουσιάσω τά θέματα ὅπως εἶναι καί ὄχι ὅπως θά θέλαμε νά εἶναι, ἀφοῦ πιστεύω ὅτι ἕνα ἀπό τά προβλήματα τῆς σύγχρονης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ εἰκονική πραγματικότητα, δηλαδή ὅτι δέν βλέπουμε τί ἀκριβῶς συμβαίνει γύρω μας καί παρουσιάζουμε τήν κατάσταση ὅπως θά θέλαμε νά εἶναι κι ὄχι ὅπως εἶναι στ’ ἀλήθεια.
Θά ξεκινήσω μέ μερικά θεμελιακά ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἐκκλησιαστική‐ἐνοριακή κοινότητα σήμερα; Τί σχέση ἔχει μέ τήν πρώτη ἀποστολική κοινότητα; Ποιά εἶναι ἡ θέση μας σ’ αὐτήν τήν κοινότητα ὡς ποιμένες στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ποιά εἶναι τά προβλήματα ποῦ ἀντιμετωπίζουμε;
Νά ὀρίσουμε κατ’ ἀρχάς πώς ὅταν μιλᾶμε γιά ἐνοριακή κοινότητα ἀναφερόμαστε στίς κοινότητες τῶν Χριστιανῶν ὅπως περιγράφονται στίς πράξεις τῶν Ἀποστόλων, στήν πρός Διόγνητον ἐπιστολἠ καί στόν ἀρχέγονο Χριστιανισμό. Κατά βάθος γνωρίζουμε ὅλοι πόσο πολύ ἀπέχουμε σήμερα ἀπό αὐτό τόν τρόπο τῆς κοινῆς ζωῆς καί τοῦ ἤθους τῶν πρώτων Χριστιανῶν. Τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ὅπου τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ζοῦν ὀμοθυμαδόν, μετέχοντας τακτικά στά μυστήρια, μέ κοινό πνεῦμα, σε κοινές διακονίες, σέ κοινή διδασκαλία, ὅπου μέσα ἀπό τήν ζωή αὐτή καταλαβαίνει ὁ καθένας τόν ἑαυτό του στο πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ἀναγνωρίζει τά λάθη του, μαθαίνει νά συγχωρεῖ καί να περιχωρεῖ, σπουδάζει πρακτικά τόν τρόπο τῆς ἀγάπης. Δυστυχῶς, πρέπει νά ὀμολογήσουμε ὅτι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησιαστική ζωή διασώζεται κατ’ ἀναλογίαν μόνο σέ κάποιες ὑγιεῖς μοναστικές κοινότητες καί ἴσως σέ κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις ἐνοριῶν.
Ἐδῶ ἐπιτρέψτε μου μιά σύντομη ἱστορική ἀναδρομή. Ἄν μελετήσουμε τήν ἐνοριακή ζωή μετά τήν δημιουργία τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ κράτους, θά διαπιστώσουμε ἕνα μεγάλο ἔλλειμμα. Ἀποδεκατισμένος ὁ κλῆρος μετά τήν ἐπανάσταση, ξεκινᾷ τήν νέα φάση τῆς ἱστορίας, μεταξύ δύο ἀντίθετων καταστάσεων. Στήν συντριπτική του πλειοψηφία ὁ λαός βρίσκεται στήν ἐπαρχία, βιώνοντας μιά θρησκευτικότητα μέ μεγάλη μέν εὐσέβεια, ὅπου ὅμως οἱ δεισδαιμονίες κυριαρχοῦν, ἡ κατήχηση εἶναι σχεδόν ἀνύπαρκτη καί ὁ ἀναλφαβητισμός τεράστιος. Οἱ ἐλάχιστοι λόγιοι κληρικοί ζοῦν στίς πόλεις καί ἐπηρεάζονται οἱ περισσότεροι ἀπό τό πνεῦμα τοῦ διαφωτισμοῦ. Ὁ μοναχισμός εἶναι ὑπό διωγμόν, μετά τό διάταγμα τοῦ 1833 γιά τό κλείσιμο τῶν μοναστηριῶν.
Ἡ ἐνοριακή ζωή φαίνεται νά εἶναι ἀνύπαρκτη. Τό ἴδιο καί ἡ κατήχηση. Τόν ἑλλαδικό χῶρο ἔχουν κατακλύσει ἠθικιστικά προτεσταντικά ἔντυπα τύπου «Φαβιόλας» καί «Κόρης τοῦ Γαλακτοπώλου», ἐνῷ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄγνωστοι. Τήν τεράστια ἔλλειψη ἐνοριακῆς ζωῆς καί εὐαγγελικῆς κατήχησης ἐπιχειρεῖ ἀπό τό 1907 νά καλύψει ἡ ὀργάνωση ʺΖωήʺ, πού ἱδρύθηκε, ἀπό τόν ἱερομόναχο Εὐσέβιο Ματθόπουλο καί ὁμάδα ὀρθοδόξων θεολόγων, στήν κατεύθυνση ὅπως διατυπώνουν: ʺμιᾶς ἐπαρκοῦς καί πιό τονισμένης διδασκαλίας γύρω ἀπό τήν Εὐχαριστία καί τήν Ἐκκλησίαʺ. Αὐτά δηλαδή πού λείπουν άπό τήν Ἐκκλησιαστική πραγματικότητα. Τό 1926, ἰδρύουν κατηχητικά σχολεῖα τά ὁποῖα σύντομα ἐξαπλώνονται καί ξεπερνοῦν σέ ἀριθμό τίς 40.000. Παράλληλα, ὀργανώνονται κατηχητικές συνάξεις γιά ὅλες τίς ἡλικίες, μέ κυριότερες τους κύκλους μελέτης Ἁγίας Γραφῆς. Ἀνεξάρτητα ἀπό τίς θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές ἀλλοιώσεις πού συνέβησαν στήν πορεία τῆς Ὀργάνωσης ἀλλά καί τῶν ὑπόλοιπων ὀργανώσεων πού ἐν τῶ μεταξύ δημιουργήθηκαν, πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι ὑποκατέστησαν αὐτό πού ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία δέν μπόρεσε νά κάνει.
Ἔκτοτε καί μέχρι σχεδόν τήν δεκαετία τοῦ 80, ἡ ἐνοριακή ζωή εἶχε μεταφερθεῖ στά κτίρια τῶν Ὀργανώσεων καί οἱ ἐνορίες περιορίζονταν στά φιλόπτωχα ταμεῖα καί τήν τέλεση μυστηρίων. Ἀκόμα καί γιά τήν ἐξομολόγηση στίς περισσότερες περιπτώσεις ‐ τουλάχιστον στίς μεγάλες πόλεις – οἱ πιστοί προτιμοῦσαν νά ἀπευθύνονται στούς ἱερεῖς τῶν ὀργανώσεων, παρά στόν παπά τῆς ἐνορίας, γιά λόγους πολλούς καί διαφόρους. Καί ἐκεῖνα τά χρόνια κάθε νέος ἄνθρωπος πού εἶχε μιά πνευματική ἀναζήτηση θά κατέληγε σίγουρα σέ κάποια ἀπό τίς πολλές θρησκευτικές Ὀργανώσεις καί μάλιστα ὅποιος ἤθελε κάτι παραπάνω, θά γινόταν ἀφιερωμένο μέλος.
Χαρακτηριστικό τῆς κατάστασης πού ἐπικρατοῦσε ὅλα αὐτά τά χρόνια στήν ἐνοριακή ζωή, εἶναι ὅτι οἱ ναοί πού ἀνοικοδομοῦνται μετά τήν ἀνεξαρτησία δέν διαθέτουν πνευματικά κέντρα ἤ αἴθουσες πού νά ἐξυπηρετοῦν ἐνοριακές κοινοτικές ἀνάγκες. Κανείς δέν τό σκέφτεται, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει κάποια δραστηριότητα νά στεγάσει, ἐκτός ἀπό τούς καφέδες μετά τά μνημόσυνα. Ἀκόμα καί τίς κατασκηνώσεις πού τόσα στελέχη γαλούχησαν τίς προηγούμενες δεκαετίες τίς εἴχαμε ἀφήσει στίς ὀργανώσεις. Σκεφτεῖτε, ὅτι ἡ μεγαλύτερη Ἐπισκοπή τῆς χώρας, αὐτή τῶν Ἀθηνῶν ἀπέκτησε Κατασκηνώσεις, μόλις πρίν λίγες ἡμέρες!

* * *

Καί νά τώρα ἐδῶ ἐμεῖς, πρεσβύτεροι τῶν δύσκολων χρόνων πού διανύουμε κι ἔχουν περάσει μόλις 30 χρόνια ἀπό τίς πρῶτες προσπάθειες δημιουργίας ἐνοριακῆς ζωῆς. Ἡ ἐμπειρία πού ἔχουμε πίσω μας εἶναι μικρή.
Στην Ἀθήνα καί τήν Θεσσαλονίκη, κοινοτική ζωή θά λέγαμε ὅτι ἔχουν μόλις τό 30‐40% τῶν ἐνοριῶν. Σέ πολλές ἐπαρχιακές πόλεις καί ὄχι μόνο, ἡ κατάσταση εἶναι τραγική. Στά χωριά τό ἴδιο. Δέν συμβαίνει σχεδόν τίποτα. Οἱ νεότερες ἠλικίες ἀπουσιάζουν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Οἱ λαμπρές ἐξαιρέσεις ὅπου πολλοί νέοι εἶναι μαζεμένοι γύρω ἀπό ἕνα πνευματικό, συνήθως σέ κάποιο παρεκλήσι, ἐπιβεβαιώνουν τόν κανόνα. Οἱ περισσότεροι πιστοί παραμένουν ἀκατήχητοι, μέ πολλές δεισιδαιμονίες καί ἐν πολλοῖς ἀποίμαντοι, ἀφοῦ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν μιά ὑγιῆ τακτική σχέση μέ τόν πνευματικό, λίγοι ἐκεῖνοι πού συμμετέχουν σέ ὁμιλίες, μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, συζητήσεις πνευματικές, γενικώτερα, σέ μιά ζύμωση μέ ὀρθόδοξο προβληματισμό.
Νά μιλήσουμε μέ νούμερα; Παρά τούς ὅποιους μεγαλύτερους ἀριθμούς πού παρουσιάζονται κατά καιρούς, κοινή διαπίστωση εἶναι ὅτι μόλις ἕνα 1‐2% τοῦ πληθυσμοῦ κάθε ἐνορίας συμμετέχει τακτικά στόν ἐκκλησιασμό καί ἀπό αὐτό τό ποσοστό μόνο ἕνα 20‐40% συμμετέχει ἐνεργά στήν μυστηριακή ζωή. Κάθε Πάσχα καί Χρστούγεννα, ἀμήχανοι παρακολουθοῦμε τό πλῆθος πού ἔρχεται νά κοινωνήσει μέ φασαρία καί ὕστερα φεύγει πρίν τό «Δι’ εὐχῶν». Ἀκόμα πιό ἀμήχανοι βλέπουμε τήν ταραχή πού ὑπάρχει στούς γάμους καί τίς βαφτίσεις καί συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὁ κόσμος πού δέν μᾶς ξέρει, μᾶς βλέπει μόνο ὡς τελετουργούς ἤ ἐπιζητᾶ πελατειακές σχέσεις τοῦ τύπου «σέ πληρώνω καί ἀπαιτῶ». Καί σέ πολλές περιπτώσεις φταῖμε καί ἐμεῖς γι αὐτό!
Ἐδῶ καί πολλά χρόνια μετρᾶμε τήν άπόδοση τῶν προσπαθειῶν μας στά κατηχητικά, μέ τούς άριθμούς παιδιῶν καί καμαρώνουμε γιά κάποιες ἀθλητικ ές δραστηριότητες ἤ γιά τά μαθήματα παραδοσιακῶν χορῶν. Ὅμως σήμερα τά κατηχητικά φθίνουν διαρκῶς καί θά πρέπει να θυμόμαστε πώς παρόμοιες δραστηριότητες γίνονται κι ἀπό τούς δήμους. Ἀκόμα καί παιδιά θρησκευτικῶν οἰκογενειῶν ἀπομακρύνονται πλέον ἀπό τήν Ἐκκλησία στά πρῶτα χρονια τῆς ἐφηβείας τους. Κι οἱ ἀριθμοί ὅλο καί μειώνονται, τόσο που σέ πολλές περιπτώσεις μᾶλλον ντρεπόμαστε νά ποῦμε πόσα παιδιά ἔχουμε!

***

Ὅταν κάποιος ἀπό ἐμᾶς προσπαθήσει νά ἀναστήσει τήν κοινοτική ἐνοριακή ζωή, βρίσκεται μπροστά σέ ἕνα μεγάλο πρόβλημα. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι βιώνουν μιά ἰδιωτικοῦ τύπου θρησκευτικότητα, δηλαδή μιά σχέση μέ τήν Θεία λειτουργία πού τελειώνει μέ τό «Δι’ εὐχῶν» καί στίς περισσότερες περιπτώσεις ἀρχίζει λίγο πρίν, ἤ μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου καί ἔχουν μιά ἰδιωτική ἀντίληψη τῆς προσευχῆς, σχέση μᾶλλον συναλλαγῆς μέ τόν Θεό, πού πολύ ἀπέχει ἀπό αὐτό πού ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀποκαλεῖ ὁμαδική προσευχή.
Ἕνα ἄλλο μέγιστο ζήτημα εἶναι ἡ ἔλλειψη εὐαγγελικῆς σκέψης στούς περισσότερους πιστούς, ἀλλά καί σέ πολλούς κληρικούς. Ἐλάχιστος ὁ χρόνος πού ἀφιερώνει ὁ μέσος πιστός στόν Ἐκκλησιαστικό λόγο, ἀνυπολόγιστος ὁ χρόνος πού βομβαρδίζεται ἀπό τά μέσα ἐνημέρωσης, τούς πολιτικούς, τό λάιφσταιλ, τό πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου. Συγκλονιστικό εἶναι ἐπίσης τό νά διαπιστώνεις πόσο μεγάλη παραμένει ἡ δεισιδαιμονία‐ἀστικοῦ τύπου τώρα πιά‐παράγωγο της νέας ἐποχῆς: Ἀπό τήν μιά ἔλλειψη πατερικῆς σκέψης, κι ἀπό τήν ἄλλη θαυματολογία, γεροντολαγνεία, μελλοντολογία.
Μέσα σ’ αὐτά τά πλαίσια, ὅταν προσπαθεῖς νά συστήσεις μιά ἐνοριακή κοινότητα, συνθλίβεσαι ἀπό τήν μιά ἀπό τήν πραγματικότητα καί ἀπό τήν ἄλλη ἀπό αὐτό πού σέ πληροφοροῦν οἱ πράξεις τῶν ἀποστόλων, δηλαδή τήν ὕπαρξη μιᾶς ζωντανῆς κοινότητας ψυχωμένων πού ἔχουν κοινό πνεῦμα, ζοῦν μυστηριακή ζωή, διαρκῶς κατηχούμενοι καί συνεχῶς ἀλληλοβοηθούμενοι, μέ τό «μαράν ἀθά» στά χείλη, κι ὄχι τρομαγμένοι φανατικοί πού ἀναρωτιοῦνται ἄν τό χάραγμα βρίσκεται ἐδῶ ἤ παραπέρα.
Μέ παράπονο συνειδητοποιοῦμε πόσο δύσκολο εἶναι νά πείσεις τούς ἀνθρώπους ὅτι ὑπάρχει λόγος νά διαθέσουν τόν χρόνο τους γιά ὅλα αὐτά πού προαναφέραμε. Κι ὕστερα, ὅταν συνάζονται σέ μιά πιό μόνιμη βάση, διαπιστώνεις πόσο μεγάλο ἐμπόδιο εἶναι ἡ ἰδιωτικότητα στήν κοινή ζωή.
Παρεξηγήσεις, τάσεις φυγῆς, ἔλλειψη ὁμαδικοῦ πνευμάτος, ἀδιαφορία γιά ἐθελοντισμό, συχνοί μικροεγωϊσμοί, ἀποτελοῦν κατ’ ἀρχάς ἐμπόδια πού ἔχουν νά κάνουν μέ τόν σύγχρονο τρόπο ζωῆς.
Ἐπίσης, διαπιστώνεις πώς οἱ ἄνθρωποι πού σέ προσεγγίζουν προβάλλουν πάνω σου εἰκόνες φανταστικές πού πρέπει νά παλέψεις γιά νά μήν τίς πιστέψεις. Βλέπουν χαρίσματα καί ἁγιότητες μέ τόν ἴδιο ὑπερβολικό τρόπο πού ἀργότερα θά θέλουν νά σοῦ δαγκώσουν τό χέρι, τό ὁποῖο στήν ἀρχή φιλοῦσαν περιπαθῶς.
Μέ λύπη σου διαπιστώνεις, ὅτι ὁ χρόνος κυλᾷ καί πώς οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ὅσο καλοί κι ἄν εἶναι, παραμένουν στό ἴδιο πνευματικό ἐπίπεδο, οἱ ἐξομολογήσεις τους περιστρέφονται πάντα γύρω ἀπό τά ἴδια ψυχολογικά προβλήματα μέσα στά ὁποῖα εἶναι ἐγκλωβισμένοι, ἐνῶ πολλοί ἀντιλαμβάνονται τήν πνευματική ζωή σάν αὐτοβελτίωση, σάν μία διαρκῆ ἐνασχόληση μέ τον ἑαυτό τους. Λίγοι εἶναι αὐτοί πού βλέπεις νά θέλουν νά τρέξουν καί πού νοιώθεις ὅτι εἶναι ἀγωνιστές.
Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού θέλουν νά σοῦ ἐκχωρήσουν τήν ἐλευθερία τους, ἀφοῦ τσακισμένοι ἀπό τήν διαλυμένη ζωή πού ἔζησαν, ψάχνουν κάποιον νά σκέφτεται καί νά ἀποφασίζει γιά τούς ἴδιους, κι εὔκολα μπορεῖ νά παρασυρθεῖς καί νά γίνεις ἀπό παιδαγωγός στήν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ, μικρός δυνάστης, ἐξουσιολάγνος.
Στήν συνέχεια διαπιστώνεις ὅτι πολλοί εἶναι ἕτοιμοι νά σοῦ φορτώσουν τίς ἀποτυχίες τους, νά σέ κατηγορήσουν γιά ὅ,τι πῆγε στραβά, ἐπειδή δέν τούς ἔσωσες ἀπό τά λάθη τους, ἐπειδή δέν τούς ἔδωσες πολλή προσοχή ἤ ἀντίθετα ἐπειδή τούς ἔδωσες πολλή προσοχή καί τάχα καταπιέστηκαν.
Αὐτές, εἶναι μερικές σκέψεις ὡς σπάραγματα γιά μερικά μόνο ἀπό τά προβλήματα πού θά ἀντιμετωπίσουμε στήν προσπάθειά μας νά συστήσουμε μιά ἐνοριακή κοινότητα.

* * *

Πρέπει ὅμως ἐδῶ νά προσθέσουμε καί τά προβλήματα πού πιθανῶς ὀφείλονται σέ ἐμᾶς, ἀκριβῶς λόγῳ τοῦ ὅτι δέν ἔχουμε μεγάλη ἐμπειρία ἐνοριακῆς ζωῆς, ἀλλά καί γιατί ἡ ἔλλειψη προσωπικῆς ἐμπειρίας μᾶς ὀδηγεῖ σέ λάθη καί ἡ ἁμαρτία μας σέ πλάνες.
Τό πρῶτο θέμα ἀφορᾷ τόν τρόπο ἄσκησης τῆς ἐξουσίας πού ὡς ἱερεῖς ἔχουμε ἀπέναντι στούς πιστούς. Δέν εἶναι μόνο το πρόβλημα τοῦ Γεροντισμοῦ πού θίγεται συχνά καί πού ἀποτελεῖ ἕνα μόρφωμα διαστρεβλωτικό στήν ἐνοριακή ζωή. Εἶναι πού κάθε μας φράση, κάθε μας νεῦμα, ἡ παραμικρή ἀπόρριψη μπορεῖ νά πληγώσει ἕναν ἀδύναμο ἄνθρωπο. Πολλές φορές ἐν ἀγνοία μας, δέν ἔχουμε τήν συναίσθηση τῆς ἐπιρροῆς καί τῆς ἰσχύος πού ἐπιβάλλει ὁ λόγος μας στούς ἄλλους. Νομίζουμε ὅτι οἱ πιστοί μᾶς ἀντιμετωπίζουν ὅπως καί οἱ οἰκεῖοι μας, ἐνῷ στήν πραγματικότητα, ἡ ἐξουσία πού ἀσκοῦμε εἶναι πολύ πιό ἰσχυρή.
Ἕνα δεύτερο θέμα εἶναι καί ὁ κίνδυνος –μέ δική μας εὐθύνη‐νά μετατραπεῖ ἡ ἐνοριακή κοινότητα σέ σέχτα τάχα σωσμένων, ὅπου πιστεύουν ὅτι μόνο αὐτοί κατέχουν τήν ἀλήθεια ἤ πού ἀπομονώνεται ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἰδίως στήν ἐποχή μας πού ἡ κοινωνία πολώνεται, τά φαινόμενα αὐτά μᾶλλον θά γίνονται πιό ἔντονα.
Ἕνα τρίτο θέμα, εἶναι τό γεγονός ὅτι μερικοί ἀπό ἐμᾶς δέν ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι δέν ζοῦμε στό Βυζάντιο, μά οὔτε ἀκόμη στόν 20 αἰῶνα. Οἱ καιροί ἄλλαξαν, οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τόν Θεό καί τά ἐρωτήματα πού θέτουν εἶναι συγκλονιστικά. Οἱ ἀμφιβολίες βασανίζουν ἀκόμα καί παραδοσιακούς Ὀρθοδόξους καί συνεπῶς πρέπει νά εἴμαστε καταρτισμένοι κι ἕτοιμοι νά ἀπαντήσουμε στά βασανιστικά ἐρωτήματα τῶν πιστῶν καί νά διαλεχθοῦμε μέ τούς ὑπόλοιπους ἀδελφούς μέ γλῶσσα καί ἀπαντήσεις πού θά τούς ἀφοροῦν κι ὄχι σάν νά εἴμαστε σέ ἄλλη ἐποχή.
Αὐτό σημαίνει πώς πρέπει νά ἔχουμε συνεχῆ μελέτη τόσο τῶν Πατέρων, ὅσο καί τῆς θύραθεν γνώσης, μιᾶς καί οἱ νέοι ἄνθρωποι ἐκφράζουν διαρκῶς ἀμφιβολίες κι ἀντιρρήσεις μέσα ἀπό τήν συνεχῆ ροή πληροφοριῶν πού τούς παρέχει τό διαδίκτυο.
Μεγάλος εἶναι ὁ κίνδυνος νά νοιώσουμε ἀπογοήτευση ἀπό τήν μή πραγματοποίηση τῶν προσδοκιῶν μας: Ὅταν οἱ προσπάθειες ἀποτυγχάνουν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι δέν ἀνταποκρίνονται στό κάλεσμά μας, ὅταν μᾶς ἐπιρρίπτουν εὐθύνες, ὅταν δέν βρίσκουμε πολλούς πού νά τούς συναισθανόμαστε ὡς συνοδοιπόρους, ὅταν ἀσθανόμαστε κόπωση ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν ἴδιων βασικῶν θεμάτων. Πολλοί πατέρες κουράστηκαν καί τά παράτησαν, κλείστηκαν στήν προσωπική τους ζωή καί μείωσαν τίς προσπάθειές τους.
Ἐννοεῖται, πώς μέγιστος κίδυνος εἶναι ἡ κενοδοξία στήν ὁποία συχνά πέφτουμε, ἡ ζηλοφθονία γιά ἄλλους ἀδελφούς πού πιθανῶς ἔχουν μεγαλύτερη ἀνταπόκριση ἀπό τόν κόσμο ἤ χαρίσματα πού ἐμεῖς δεν διαθέτουμε.
Πολλοί ἀπό ἐμᾶς μπορεῖ νά πέσαμε κατά καιρούς σέ ἀστοχίες, πλάνες ἤ σφάλματα. Μέσα ἀπό αὐτά μαθαίνουμε. Σέ κάθε περίπτωση, εἶναι ἡ ἐναπόθεση τῆς διακονίας μας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ πιό ρεαλιστική ἀντιμετώπιση τῆς πραγματικότητας, ἡ αὔξηση τῶν χαρισμάτων μας, ἡ ὡριμότητα πού ἔρχεται μέσα ἀπό τά λάθη μας καί προπάντων ἡ διαρκῆς μετάνοιά μας, πού θά μᾶς ὁδηγήσει σέ μιά πιό οὐσιαστική διαποίμανση τῶν πιστῶν.
Μετά ἀπό ὅλα αὐτά βέβαια, μπαίνει το ερώτημα: Τι πρέπει να κάνουμε;
Μιλήσαμε νωρίτερα για τήν ἀνάγκη νά ὑπάρξουν εὐχαριστιακές λατρευτικές κοινότητες. Στήν κατακερματισμένη μοναχική κοινωνία μας ἡ ποιμαντική μας πρέπει νά περάσει μέσα ἀπό τήν ἀναγέννηση τῆς ἐνορίας. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη νά ζήσουν ὡς πρόσωπα, νά συμμετάσχουν στίς διακονίες, σέ κοινές δραστηριότητες, ἀκόμα καί σέ κοινές τράπεζες.
Ἡ μοναξιά τοῦ σύγχρονου τρόπου ζωής, εἰδικά στίς πόλεις, ὠθεῖ τούς άνθρώπους σέ συλλόγους, σέ σωματεῖα, σέ ἐθελοντικές ὀργανώσεις, γιά νά αἰσθανθοῦν πρόσωπα, γιά νά ἀσχοληθοῦν μέ κάτι ψυχωφελές, γιά νά προσφέρουν. Εἶναι τεράστιο ἐκκλησιολογικό ὀλίσθημα, ἡ ἐνορία, πού ἀκριβῶς ἔτσι θά ἔπρεπε νά λειτουργεῖ, νά ἔχει καταντήσει κέντρο τελέσεως μυστηρίων.
Ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησία ξεκίνησε τήν ζωή της κοινοτικά, μέ μέλη πού ζοῦσαν μαζί, σέ μιά ἀπόπειρα κοινωνίας ἀγάπης ὅπου «πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει»1. Κι οἱ ποιμένες «ἑπόμενοι ἁγίοις πατράσι» πρέπει νά ἀναγεννήσουμε τήν ἐνορία, νά μαζέψουμε τό ποίμνιο, νά δώσουμε παράδειγμα κοινοτικῆς ζωῆς, νά παιδαγωγήσουμε τούς ἀδελφούς σέ μιά ἀντίληψη ἀντίθετη ἀπό αὐτήν τοῦ κόσμου τούτου, ὅπου βασιλεύει ἡ γκρίνια, ἡ μιζέρια καί ἡ ἄρνηση. Καί για νά δώσουμε παράδειγμα, πρέπει πρῶτα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νά ζοῦμε εὐχαριστιακά, δηλαδή νά ἐγκεντρίσουμε τήν ζωή μας στόν θέλημα τοῦ Χριστοῦ, κάνοντας τρόπο ζωῆς τό «πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε», ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
Ἡ πράξη δείχνει πώς ὅπου ἔχουν γίνει τέτοιες ἀπόπειρες, στις πόλεις ἤ στην ἐπαρχία, βρίσκουν ἀνταπόκριση ἀπό τούς πιστούς. Εἶναι μεγάλη βέβαια ἡ εὐθύνη καί ἡ κούραση τοῦ ποιμένα σέ ἑνα τέτοιο ἐγχείρημα. Πολύς ὁ κόπος, ἡ ἔγνοια, οἱ ὧρες πού θά διαθέσεις, πολλοί κι οἱ πειρασμοί πού θά ἀντιμετωπίσεις. Μεγάλη ὅμως ἡ εὐλογία καί ἡ χαρά.
Σεβασμιώτατε καί ἀγαπητοί πατέρες,
Ὁ μακαριστός παππούς μου, παπα ‐ δάσκαλος καί ἡγέτης σέ ἕνα μικρό χωριό τῆς Πελοποννήσου στά μέσα τοῦ αἰῶνα, ἔλεγε χαριτολογώντας στά γεράματά του πώς ἄν δεν πάθει τό στομάχι σου κατά τήν διάρκεια τῆς διακονίας σου, σημαίνει πώς δεν εἶσαι καλός παπάς, πώς δεν νοιάζεσαι γιά τό ποίμνιό σου.
Κάποτε, στό Ἅγιον Ὄρος εἶπα σ’ ἕναν γέροντα πώς θέλω νά σώσω τούς ἀνθρώπους κι ἐκεῖνος αὐστηρά μοῦ ἀπάντησε νά κοιτάξω νά σώσω τόν ἑαυτό μου πρῶτα, κι ἔτσι κατάλαβα τά λόγια τοῦ Ἁγίου «ἄλλαξε ἐσύ καί μαζί σου ἀλλάζουν χιλιάδες ἄλλοι». Ἀναρωτιέσαι, λοιπόν, μέ ἀγωνία τί πρέπει νά κάνεις γιά νά σταθεῖς ἀντάξιος στήν διακονία πού σοῦ ἐμπιστεύτηκε ἡ Ἐκκλησία, πώς θά φέρεις τόν βαρύ τίτλο τοῦ ποιμένα, πώς θά κρατήσεις ζωντανή τήν πεῖνα καί τήν δῖψα σου για τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, πώς θά παραμείνεις διαρκῶς μετανοῶν καί δεν θά πέσεις στήν πλάνη τοῦ δῆθεν ἤδη σεσωσμένου, πώς δηλαδή δεν θά γίνεις κι ἐσύ ἄλλος ἕνας φαρισαῖος στήν μακρά ἱστορία αὐτῶν πού πρόδωσαν τόν Χριστό.
Ὅμως φρονῶ ταπεινά πώς ἄν μέσα στά ἐπόμενα χρόνια δἐν ἀποκατασταθεῖ ἡ κοινοτική ἐνοριακή ζωή στήν Ἐκκλησία μας, θά μείνουν ἐλάχιστοι ναοί ἀνοιχτοί. Καθώς θά διαχωριστεῖ τό κράτος ἀπό τήν ἐκκλησία, καθώς ὅλο καί περισσότεροι Ἕλληνες ἐγκαταλείπουν τήν πίστη τῶν Πατέρων τους καί βυθίζονται στόν ἀγνωστικίσμό, οἱ Ἐκκλησίες θά συνεχίζουν νά ἀδειάζουν καί δεν θά μποροῦν κἄν νά συντηρηθοῦν.
Ἐπίσης, ἄν δεν συγκεντρώσουμε τόν λαό τοῦ Θεοῦ σέ μιά κοινοτική ἀποστολική ἐνοριακή ζωή, οἱ αἰρέσεις πού λειτουργοῦν μἐ αὐτό τόν τρόπο, θά δημιουργήσουν ἀκόμα μεγαλύτερο πρόβλημα, προσελκύοντας χλιαρούς ὀρθοδόξους.
Συγχωρῆστε παρακαλῶ τά λόγια μου. Δεν σᾶς ἐκανα κήρυγμα, οὔτε μίλησα ἐνθουσιαστικά. Τήν ἀγωνία τῆς ψυχῆς μου κατέθεσα, ἔτσι ὅπως τήν ζῶ καθημερινά στίς ἐπάλξεις τῆς διακονίας μου. Ὁ θερισμός εἶναι πολύς, οἱ δε ἐργάτες ὁλίγοι. Ἄς δεόμεθα στόν Κύριο νά φέρει ἐργάτες για τόν θερισμό2 καί νά μᾶς χαριτώσει κι ἐμᾶς για νά γίνουμε ἄξιοι διάκονοι τῆς ποίμνης του. Μέ τίς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων μας, εἴθε νά τό ἀξιωθοῦμε. Ἀμήν.

1 Πράξ. 1,14
2 Ματθ. 9, 37

Advertisements

Κυριακή γ’ Ματθαίου


Κυριακή γ’ Ματθαίου

 

Ἀδελφοί μου,
Ὁ Διδάσκαλος καί Κύριός μας, διδάσκει τούς μαθητές του πού τόν ἀκοῦν προσηλωμένοι:

«Ἐάν ἡ ψυχή σας ἀνήκει στόν Θεό μή μεριμνᾶτε τί θά φάγετε, τί θά πιεῖτε καί μέ τί θά ντύσετε τό σῶμα σας. Δέν ἀξίζει ἄραγε ἡ ψυχή περισσότερο ἀπό τό σῶμα;

Κοιτάξετε τά πτηνά πώς τρέφονται. Οὔτε σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε ἀποθηκεύουν. Ὁ οὐράνιος πατέρας φροντίζει γι’ αὐτά. Σεῖς δέν ἀξίζετε περισσότερο ἀπό αὐτά;

Μέ τήν μέριμνα ποῦ ἔχετε μπορεῖτε νά αὐξήσετε λίγο τό σῶμα σας;  Ὄχι, τί κατορθώνετε λοιπόν μέ τήν μέριμνά σας;

Κοιτάξετε τά λουλούδια τοῦ ἀγροῦ πώς μεγαλώνουν, τί ἄνθη δίνουν. Ἐάν φροντίζει ὁ Θεός γι’ αὐτά, δέν θά φροντίσει γιά σᾶς;

Γιατί εἶσθε ὀλιγόπιστοι;
Αὐτά ζητοῦν μόνο οἱ εἰδωλολάτρες γιατί γι’ αὐτούς αὐτά  μόνο ἔχουν ἄξια. Ὁ οὐράνιος Πατέρας γνωρίζει τίς ἀνάγκες σας, γι’ αὐτό ζητεῖτε τήν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν τῆς βασιλείας Του μέ τίς ἀρετές τίς ὁποῖες ζητεῖ ὁ Θεός ἀπό σᾶς γιά νά σᾶς χαρίσει τά ἀγαθά του».

Ὄμορφη αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ μεν Κυρίου μας νά διδάσκει, τῶν δέ μαθητῶν νά ἀκοῦν μέ προσοχή. Καί πώς νά μήν ἀκοῦν μέ προσοχή ἀφοῦ τούς ἀποκαλύπτει τήν μεγάλη φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά τούς ἀνθρώπους καί τήν ἀξία πού ἔχει ἡ ἀνθρώπινη ψυχή.
Μία φροντίδα πού πρέπει νά μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τόν βρόγχο τῆς ἀνασφάλειας ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο γνώρισμά μας.

Θά μπορούσαμε μάλιστα νά ποῦμε ὅτι ὁμοιάζουμε μέ τά ὄστρακα πού σέρνονται στό βυθό τῆς θάλασσας γιά νά βροῦν κάποιο βράχο νά κολλήσουν ἐπάνω τοῦ γιά νά νιώσουν ἀσφάλεια. Ἔτσι καί ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά νιώσουμε ἀσφάλεια στό βράχο εἴτε τοῦ ἀξιώματος, εἴτε τῆς θέσεως, εἴτε τῶν χρημάτων.

Ὅμως δέν νιώθουμε αὐτή τήν ἀσφάλεια γιατί εἴτε τά ἔχουμε σήμερα καί αὔριο τά χάνομε, εἴτε γιατί δέν μποροῦν νά μᾶς τήν δώσουν. Ἔτσι νιώθουμε ἀνασφάλεια καί αὐτή ἀκριβῶς μας δείχνει τό λάθος πού κάνουμε. Τόν ἀναζητοῦμε ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει.

Ποῦ ὀφείλεται ὅμως τό λάθος μας;

Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέει ὅτι: «ὅταν ὁ ἄνθρωπος στρέφεται πρός τά πράγματα τοῦ κόσμου, τότε ἔχει μέσα τοῦ τό λόγο τοῦ κόσμου», πού σημαίνει ὅτι ἐγκλωβίζεται μέσα στόν κόσμο αἰχμαλωτίζεται. Ἡ ἀπόλαυση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν αἰχμαλωτίζει τήν ψυχή, τήν φυλακίζει.

Ἔτσι κάνει ὁ κόσμος ἐκεῖνο πού κάνει μία ἀράχνη τῆς Ἰαβας. Αὐτή ἐκκρίει ἕνα εὔοσμο ὑγρό πάνω στόν ἱστό της πού ἑλκύει τά ἔντομα καί ἔτσι τά πιάνει.  Ἔτσι ὁ κόσμος ἑλκύει μέ τήν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν του καί μᾶς αἰχμαλωτίζει μέ ἀποτέλεσμα νά ἀδιαφοροῦμε γιά τήν ψυχή μας.

Γι’ αὐτήν ὅμως ἐνδιαφέρεται ὁ Θεός, γιατί αὐτή θέλει νά σώσει, γι’ αὐτό καί μᾶς λέει «δέν ἀξίζει ἄραγε ἡ ψυχή περισσότερο» καί σέ ἄλλη περίπτωση τονίζει τήν ἄξια της λέγοντας: «Ἐάν κερδίσετε ὅλο τόν κόσμο, χάσετε ὅμως τήν ψυχή σας, ποιό θά εἶναι τό κέρδος σας;»

Τί ζητεῖ λοιπόν ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς;

Ἕνας ἄνθρωπος ἀποφάσισε γιά νά σώσει τήν ψυχή του νά ἀσκητεύσει μέσα στήν ἔρημο. Εὐρῆκε λοιπόν στήν πλαγια του βουνοῦ μία σπηλιά πού μέ δυσκολία ἀνέβαινε κανείς ἐκεῖ καί ἀποφάσισε νά μείνει ἐκεῖ.

Νερό ὅμως δέν εἶχε «Κύριε βρῆκα πού θά μείνω, νερό ὅμως πού θά βρίσκω». Ἀκούει μία γλυκεία φωνή νά τοῦ λέει: «ἔχε μου ἐμπιστοσύνη».  Ἔτσι ἀπό ἐκείνη τή στιγμή ἐμπιστεύθηκε τό Θεό καί νερό εὕρισκε.

Μία μέρα λοιπόν τόν ἐπισκέφθηκαν δυό ἀδελφοί μοναχοί καί γιά νά τούς περιποιηθεῖ ἔβρασε μέ τό λίγο βραστό νερό πού εἶχε σπόρους.  Ἔτσι ὅμως δέν εἶχε νερό γιά νά πιοῦν.

Ἄρχισε λοιπόν νά πηγαινοερχερχεται μέχρι τήν ἄκρη τῆς σπηλιᾶς του καί νά μουρμουρίζει. Τότε ἕνας ἀπό τούς μοναχούς, τόν ἐρώτησε «ἀδελφέ τί ἔχεις καί μουρμουρίζεις;» καί ἀπαντᾶ: «Ὁ Θεός μου ἔδωσε μία ὑπόσχεση ὅτι θά μοῦ στέλνει νερό ὅταν δέν θά ἔχω. Τοῦ ὑπενθυμίζω λοιπόν τήν ὑπόσχεσή του».

Ἐκείνη τή στιγμή ὁ θεός τοῦ δείχνει τήν φροντίδα Του. Ὁ ἀέρας ἔσπρωξε μέχρι τήν σπηλιά ἕνα μικρό σύννεφο καί ἔβρεξε τόσο ὅσο ἤθελε νά γεμίσει ἕνα δοχεῖο πού εἶχε.

Νά λοιπόν τί ζητᾶ ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς. Νά τοῦ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη. Καί ἐμπιστεύομαι τόν Θεό σημαίνει ὅτι εἶμαι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι θά μέ βοηθήσει στό πρόβλημά μου γιατί ὑπάρχει ἡ φροντίδα του γιά μένα, φροντίζει νά εὐεργετεῖ τήν ψυχή μου.

Ἀδελφοί μου,
Ἔτσι εἶναι! Ὁ Θεός φροντίζει μέσα στη φτώχεια μας, γι’ αὐτό καί τήν ὑπομένουμε, φροντίζει μέσα στήν ἀρρώστια μας γιατί βλέπουμε τήν ἀδυναμία μας καί χάνουμε τόν ἐγωισμό μας, φροντίζει καί μέσα στό κακό γι’ αὐτό βλέπουμε τήν ἄξια του καλοῦ καί τό λαχταροῦμε. Φροντίζει καί μέσα στό θάνατο γιά νά τόν κάνει πέρασμα στήν αἰώνια ζωή, φροντίζει καί μέσα στό πόνο πού δημιουργεῖ ὁ θάνατος γιατί τόν πραΰνει καί τόν παρηγορεῖ μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀντάμωσης γι’ αὐτό καί οἱ Ἀσκητές ὅταν πεθαίνουν ἀποχαιρετοῦν τούς παρευρισκομενους ἀδελφούς τους μέ τήν φράση «καλή ἀντάμωση».

Ἄς ἔχομε λοιπόν ἐμπιστοσύνη στόν Κύριό μας, ὅπως μας ζητεῖ. Καί ἄν τήν ἔχομε τότε Ἐκεῖνος θά φροντίσει γιά τό κάθε τί· γιατί ἡ φροντίδα Τοῦ εἶναι ἡ σωτηρία μας.

Ὁ Θεός νά σᾶς ἔχει καλά.

Πηγή:  http://www.imka.gr

 

Κυριακή  Γ’ Ματθαίου  το γενέθλιον του Προδρόμου

Κάθε παιδί που έρχεται στην ύπαρξη, από την στιγμή της συλλήψεώς του, είναι δώρον Θεού. Ο Άγιος Ιωάννης όμως ο Πρόδρομος και Βαπτιστής είναι Το δώρο του Θεού, τόσο για τους γονείς του, όσο και για ολόκληρη την Εκκλησία μας.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, μας περιγράφει κατά τρόπο συναρπαστικό και συγκινητικό τα περιστατικά με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Ζαχαρία, αλλά και τη μητέρα του Προδρόμου, την Ελισάβετ.
Ο Γαβριήλ «ο παρεστηκώς ενώπιον του Θεού», αποστέλλεται για να δώσει το μήνυμα του Ευαγγελισμού στον Ζαχαρία: «απεστάλην λαλήσαι προς σε και ευαγγελίσασθαί σοι ταύτα».
Ο πατέρας του Προδρόμου, διστάζει και απορεί: Με ποιο σημείο θα βεβαιωθώ γι’ αυτά; Διότι εγώ και η σύζυγός μου είμαστε ηλικιωμένοι. Και ο Αρχάγγελος αποκρίθηκε: Το σημείο που ζητείς είναι, το ότι θα μείνεις άλαλος έως ότου γίνουν όλα αυτά. Διότι ο Θεός με απέστειλε να σου αναγγείλω το μεγάλο και χαρμόσυνο αυτό γεγονός.
Το γεγονός δηλ ότι όχι μόνο θα γεννηθεί το παιδί από μια στείρα και ηλικιωμένη γυναίκα, αλλά και το ότι ακούγεται επιτέλους το πρώτο ουράνιο μήνυμα της λυτρώσεως και της ελπίδας του ανθρωπίνου γένους.

Αναγγέλεται αυτό που όχι μόνο ο Ισραήλ συνειδητά προσδοκούσε, αλλά και αυτό που όλοι οι λαοί ανέμεναν. Το γεγονός της λυτρώσεως και της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων. Αυτό αποτελεί μια μεγάλη αλήθεια, αφού όλα τα έθνη προσδοκούσαν τον Λυτρωτή. Οι παραδόσεις των λαών, αυτό ακριβώς αποδεικνύουν. Και τώρα, ήρθε η στιγμή που ανατέλλει η νέα εποχή της Χάριτος!
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, μεταφέρει την βουλή του Θεού και έτσι ο Ιωάννης που θα γεννηθεί και θα διακονήσει μοναδικά τον ίδιο τον Λυτρωτή, είναι το πρόσωπο που κλείνει την Παλαιά και ανοίγει την Κ. Διαθήκη. Την εποχή δηλ του Σώματος του Χριστού. Της Εκκλησίας!
Εάν ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ζωή του Ιωάννου, όπως αυτή καταγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια, θα δούμε ότι το πρόσωπο αυτό είναι ένας επίγειος άγγελος και ένας ουράνιος άνθρωπος.
Από την αρχή που αναγγέλλεται «εξ ουρανού» η γέννησή του, έως και το ηρωικό του τέλος με κέντρο της όλης διακονίας του, την βάπτιση του Κυρίου Ιησού Χριστού, αποδεικνύεται ότι ο Ιωάννης είναι όντως ο μεγαλύτερος των προφητών και των ανθρώπων.
Ο λόγος του Κυρίου Ιησού Χριστού είναι ξεκάθαρος: «αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του βαπτιστού. Ο δε μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών μείζων αυτού εστίν» (Ματθ ια’11) Δηλ. Αληθινά σας λέγω, γυναίκα δεν γέννησε άνδρα μεγαλύτερο από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Εν τούτοις, ο μικρότερος στη βασιλεία των ουρανών (στην Εκκλησία ) είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν. (Εξ επόψεως πνευματικών προνομίων)!
Αλλά η Ευαγγελική περικοπή μας περιγράφει και τα γεγονότα της ονοματοδοσίας του. Αν και είπαν οι συγγενείς και φίλοι στην μητέρα του ότι «ουδείς εστίν εν τη συγγενεία σου, ος καλείται τω ονόματι τούτω», η Ελισάβετ επέμενε ότι το όνομα Ιωάννης θα πρέπει να δοθεί στο παιδί. Την λύση στο θέμα αυτό την δίνει ο πατέρας του παιδιού ο Ζαχαρίας, ο οποίος, κάνοντας τώρα υπακοή στην βουλή του Θεού, «αιτήσας πινακίδιον έγραψε λέγων, Ιωάννης εστί το όνομα αυτού» .
Και όπως μας σημειώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, όχι μόνο «εθαύμασαν πάντες», αλλ’ εκείνη τη στιγμή, άνοιξε το στόμα του ο Ζαχαρίας, λύθηκε η γλώσσα του και ομιλούσε πλέον ελεύθερα δοξάζοντας και ανυμνώντας το Θεό. Επόμενο ήταν μπροστά σε αυτά τα γεγονότα όλοι να θαυμάσουν «και εγένετο επι πάντας φόβος…».
Η ωδή του Ζαχαρία στη συνέχεια, που αναφέρεται στον Ιωάννη, εμπνευσμένη από το Άγιον Πνεύμα, είναι μια ωδή που προφητεύει την έλευση Του Μεσσία και την Ιερά αποστολή του παιδιού του, του Ιωάννη, όπου στα ελληνικά το όνομα αυτό μεταφράζεται «Δώρον Θεού».
Είπαμε στην αρχή ότι όχι μόνο ο Ιωάννης -που βεβαίως αποτελεί μοναδική εξαίρεση απ’ όλους τους ανθρώπους- αλλά το κάθε παιδί που έρχεται στην ύπαρξη είναι ένα δώρον Θεού και για την οικογένειά του πρωτίστως αλλά και για την Εκκλησία και την κοινωνία μας γενικώτερα.
Αλήθεια φίλοι μου, έχουμε συνειδητοποιήσει αυτή την πραγματικότητα ή την γέννηση ενός ανθρώπου την βλέπουμε πολύ πολύ ταπεινά, ως κάτι το εντελώς ανθρώπινο; Και κάτι ακόμα ας δούμε που προβάλεται στις ημέρες μας, σε σχέση με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Όταν ήρθανε οι ημέρες του «παιδίου» (ακόμα βρέφος), του έδωσαν το όνομα, κάνοντας αυτά που προέβλεπε ο Νόμος της Π. Διαθήκης. Βεβαίως εμείς σήμερα δεν ζούμε στη σκιά του Νόμου και της Π. Διαθήκης, αλλά στην ευλογημένη εποχή της χάριτος και δια του ιερού μυστηρίου του Βαπτίσματος, όχι μόνο εντάσσουμε οργανικά το παιδί στην Εκκλησία μας, αλλά του προσφέρουμε και το όνομα.
Να όμως που τώρα τελευταία, μια μόδα καθαρώς σατανική και αυτή, επιβάλλει σε κάποιους γονείς (προφανώς δεν γνωρίζουν την σημασία του Βαπτίσματος), να δίνουν μεν το όνομα του τέκνου τους στο ληξιαρχείο, να αποφεύγουν δε το ιερότατο Βάπτισμα που εισάγει τον άνθρωπο στο Σώμα του Χριστού.
Οι λόγοι φυσικά δεν είναι οικονομικοί. Αυτό που απαντούν είναι ότι : «δεν μπορούν να στερήσουν την “ελευθερία” του παιδιού και να προβούν στην πράξη του Βαπτίσματος, χωρίς δήθεν να ρωτήσουν το ίδιο το παιδί, και χωρίς τη συγκατάθεση του νηπίου. Θα μεγαλώσει και αν θέλει ας βαπτιστεί μόνο του»! ….
Αλλ’ ω αφελείς γεννήτορες. Τα εννοείτε αυτά που λέτε; Πιστεύετε ότι το Βάπτισμα αποτελεί πράξη δεσμεύσεως και όχι απελευθερώσεως; Και δεν καταλαβαίνετε ότι με την πράξη σας αυτή: α) συνεχίζετε να κρατάτε δεσμευμένο το τέκνο σας στις συνέπειες του Προπατορικού αμαρτήματος; β) Εμποδίζετε τα παιδιά σας να ενδυθούν τον Χριστό; γ) Τους στερείτε τα δώρα του Αγίου Πνεύματος που τα λαμβάνει ο άνθρωπος δια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος και δ) τους στερείτε την προστασία του φύλακος Αγγέλου που λαμβάνουν δια του Μυστηρίου;
Βεβαίως δεν θα ρίξουμε το επίπεδο, ώστε να σας ρωτήσουμε κι εμείς, σύμφωνα πάντοτε με τη δική σας λογική, εάν το ρωτήσατε το τέκνο σας πριν το γεννήσετε, ούτε εάν το ρωτάτε για να το πάτε στο γιατρό για τα εμβόλια, ούτε το ρωτάτε βεβαίως αν θέλει να το αλλάξετε κτλ. (για να μην τρελαθούμε τελικώς).
Πιστεύουμε ότι η μόδα αυτή που προέρχεται από σατανικούς εγκεφάλους, μπορεί να αντιμετωπιστεί με καλή ενημέρωση-κατήχηση εκ μέρους της Εκκλησίας, όσο και με την καλή διάθεση των γονέων και κυρίως αυτόν τον φωτισμό του Θεού. Ἔτσι η παράλογη αυτή εισήγηση, δεν θα λάβει διαστάσεις. Θα πρυτανεύσει η πίστη που ελευθερώνει, η οποία σε συνδυασμό με τη λογική και την σύνεση οδηγούν τον άνθρωπο «εις παν έργον αγαθόν και ευλογημένον».
Είθε το Δώρον Του Θεού= Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος, να ευλογήσει όσες οικογένειες ζητούν να αποκτήσουν τέκνα, και να προστατεύει και να καθοδηγεί τα παιδιά μας προς Αυτόν τον Κύριο και Θεό μας Ιησούν Χριστόν!
Αμήν.

π. Ιωήλ.
Κόνιτσα ioil.konitsa@gmail.com
hristospanagia3.blogspot.gr 

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς Β΄ ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον.


Κατά Ματθαῖον Δ΄ στίχοι 18-23


4.18 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· 4.19 καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 4.20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 4.21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 4.22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.4.23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

ρμηνεία και Μετάφρασις τῆς Εὐαγγελικῆς Περικοπῆς

Κυριακή των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου


Κυριακή των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου
Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽ (᾽Ιωάν. 17,3)

Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο πρίν ἀπό τή σύλληψή Του στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Κύριος ἀναφέρεται στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπί τῆς γῆς καί συνεπῶς στήν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς πού Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός Πατέρας καί πού δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γεγονός πού συνιστᾶ ταυτοχρόνως, κατά τά δικά Του λόγια, καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ.

Τίς πραγματικές διαστάσεις αὐτοῦ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποκαλύπτουν καί τήν ὁμοουσιότητά Του ἀπέναντι στόν Πατέρα Του προσπάθησαν νά διακρατήσουν καί νά διατρανώσουν καί οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας, καί μάλιστα τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τό 325 μ.Χ., ὅταν παρουσιάστηκαν αἱρετικοί, ἀμφισβητίες δηλαδή καί διαστρεβλωτές τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ – μέ προεξάρχοντα τόν ἱερέα ῎Αρειο – οἱ ὁποῖοι λίγο-πολύ θέλησαν κατ᾽ οὐσίαν νά ὑποβιβάσουν Αὐτόν στό ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος καί συνεπῶς νά θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Προϋπόθεση βεβαίως τῆς ἀμφισβήτησης αὐτῆς ἦταν ἡ δαιμονική ἐξύψωση τῆς λογικῆς τῶν αἱρετικῶν ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀποκάλυψής Του, κάτι πού σήμαινε ὅτι μέ τήν αἵρεση ἀναμετριόταν στήν πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος μέ τόν Θεϊκό λόγο! ᾽Εκεῖνος ὁ λόγος μάλιστα τοῦ Κυρίου πού μᾶς καθοδηγεῖ στήν κατανόηση τῆς ἀποστολῆς Του καί τῆς θεανδρικῆς φύσεώς Του εἶναι ὁ ἑξῆς: ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽ (᾽Ιωάν. 17,3).
1. Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά βεβαίως πού ὁ Κύριος κάνει λόγο γιά τήν αἰώνια ζωή. Διαρκῶς ἀναφέρεται σ᾽ αὐτήν καί μάλιστα θεωρεῖται ὁ σκοπός τῆς ἀναζήτησης καί τῶν ᾽Ιουδαίων στήν Παλαιά Διαθήκη. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τήν προσέγγιση τοῦ Κυρίου ἀπό τόν νομοδιδάσκαλο ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέτει στόν Κύριο ἀκριβῶς αὐτόν τόν προβληματισμό: ῾Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;᾽ (Λουκ. 10,25), προβληματισμό πού δίνει ἀφορμή στόν Χριστό νά πεῖ καί τή γνωστή παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.
Ἡ αἰώνια ζωή λοιπόν προβάλλεται ὡς τό ὅραμα τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλά καί ὁ σκοπός τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς ἀφήνει νά κατανοήσουμε αὐτόν καί ὁ λόγος τοῦ ῎Ιδιου στό σημερινό Εὐαγγέλιο: ῾Πάτερ…δόξασόν Σου τόν Υἱόν…καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὅ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωήν αἰώνιον᾽ (᾽Ιωάν. 17, 1-2).
 2. Ὁ Κύριος σπεύδει νά διευκρινίσει τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Δέν πρόκειται περί μιᾶς ἄλλης ζωῆς πού ἐκτείνεται μετά τήν ἐδῶ-στόν κόσμο τοῦτο ζωή. Οὔτε πολύ περισσότερο περί τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς αὐτῆς χωρίς τέλος καί θάνατο. Τέτοιες κατανοήσεις ἀκούγονται καί λέγονται, ἀλλά συνιστοῦν παραποιήσεις, διότι διαιωνίζουν τήν κατάσταση τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου καί πρωτίστως δέν λαμβάνουν καθόλου ὑπόψιν τή σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ στόν κόσμο, συνεπῶς εἶναι κατανοήσεις ἀπιστίας. Ἡ αἰώνια ζωή, κατά τόν Κύριο, συναρτᾶται ἄμεσα μέ τόν ῾Εαυτό Του: εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ. ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽.
3. Ἡ γνώση αὐτή δέν ἔχει χαρακτήρα νοησιαρχικό: δέν εἶναι δηλαδή θέμα ἐγκεφάλου, δέν πρόκειται γιά κάποιες πληροφορίες πού κινητοποιοῦν τίς νοητικές ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου – τέτοια γνώση ὑπάρχει καί ὑφίσταται, ἀλλ᾽ ὅταν μιλᾶμε γιά τά πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ γνώση γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ Κύριος ἀποκτᾶται ἀπό τήν προσωπική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ ᾽Εκεῖνον, πού θά πεῖ τήν αἰώνια ζωή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πού δέχτηκε τήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει καί νά μετάσχει ἔτσι στή δική Του ζωή. ῾Γνῶσίς ἐστιν μετουσία᾽, θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ βαθύς καί ἐμφιλόσοφος αὐτός θεολογικός νοῦς, ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νά μετάσχει δηλαδή κανείς στόν Θεό, νά κοινωνήσει μαζί Του, γιά νά μπορέσει νά πεῖ ὅτι Τόν γνωρίζει. Κι αὐτή ἡ γνώση ὡς κοινωνία μέ τόν Θεό, πού δηλώνει τήν παρουσία ᾽Εκείνου μέσα στόν ἄνθρωπο, συνιστᾶ ἀκριβῶς τήν αἰώνια ζωή. Μέ ἄλλα λόγια ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός Του, τήν ὁποία μπορεῖ καί ζεῖ στά προσωπικά του ὅρια, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ὁ ἄνθρωπος πού θά πιστέψει στόν Χριστό. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό, κατά τόν Κύριο, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. ῎Ανθρωπος πού ἐν πίστει θά τηρήσει τίς ἐντολές Του, καί μάλιστα τήν περιεκτική ἐντολή τῆς ἀγάπης, θά διαπιστώσει ῾ἰδίοις ὄμμασι᾽ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐγκατοίκησή Του μέσα σ᾽ Αὐτόν. Τότε ἐμπειρικά θά γνωρίσει τόν Θεό. Αὐτό ἀποκάλυψε ὁ Κύριος καί προκάλεσε τόν κάθε πιστό Του νά ῾πειραματιστεῖ᾽ στόν ἑαυτό του προκειμένου νά τό ἐπιβεβαιώσει. ῾Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτόν καί τάς ἐντολάς αὐτοῦ μή τηρῶν ψεύστης ἐστίν (Α´᾽Ιωάν. 2,4). ῾Ὁ μή ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τόν Θεόν, ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί᾽. (Α´ ᾽Ιωάν. 4,8). ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽ (᾽Ιωάν. 14, 23 ).
4. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τόν κάνει νά πλατύνεται τόσο, ὥστε νά ζεῖ τήν αἰώνια ζωή μέσα στά ἀσφυκτικά καί περιορισμένα πλαίσια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέσα στό ἐδῶ καί στό τώρα, νά ζεῖ δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, νά γίνεται καί ὁ ἴδιος ἄκτιστος. ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ (Γαλ. 2,20) κατά τή μαρτυρία τοῦ ἀπ. Παύλου. Κι αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: σέ παίρνει ὁ Χριστός, σέ κάνει ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον, κι ἐνῶ φαίνεσαι ὅτι ζεῖς τήν ἴδια ζωή μέ τούς ἄλλους, ἐσύ ἔχεις γίνει ἕνας μικρός Θεός, ῾ἐν σαρκί περιπολῶν Θεός᾽ κατά τήν ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ὁπότε καταλαβαίνει κανείς ὅτι αὐτό πού λέμε ζωή εἶναι πέρα ἀπό αὐτό πού ἐπισημαίνουν οἱ αἰσθήσεις. Ζωή μπορεῖ νά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο, μπορεῖ ὅμως νά εἶναι καί μία νέκρωση πού ἁπλῶς φαίνεται ὡς ζωή. Σάν τήν περίπτωση πού λέει ὁ Κύριος γιά ἐκείνους πού δέν τόν ἀκολουθοῦσαν καί τούς χαρακτήρισε ὡς ζωντανούς νεκρούς. ῾῎Αφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς᾽ (Ματθ. 8,22).
5. Εἶναι περιττό βεβαίως καί νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τή ζωή αὐτή στήν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, μπορεῖ κανείς νά τή ζήσει μέσα στό ζωντανό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιατί, ἐκεῖ, ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἱκανώνεται ἀπό τόν Χριστό νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Του. ῎Εξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀδυνατεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τίς θεωρεῖ πολλές φορές ἀνοησία. Ποιός ῾λογικός᾽ ἄνθρωπος, μή χριστιανός, θά θεωροῦσε ὡς κάτι φυσικό, γιά παράδειγμα, τήν ἀγάπη πρός τόν ἐχθρό; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν εἶπε ὅτι ῾χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν;᾽(Πρβλ.᾽Ιωάν. 15, 5). Αὐτό σημαίνει ὅμως ὅτι καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἀδύνατη καί τό βάθος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ – ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωή – δέν εἶναι κατορθωτό.
Οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ὅπως οἱ συγκεκριμένοι 318 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αὐτό προσπάθησαν νά διασφαλίσουν: τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, τή ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας, τήν αἰώνια ζωή μέσα στή ζωή αὐτή, τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πραγματική σχέση μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ. Γι᾽ αὐτό καί τούς τιμᾶμε καί τούς γεραίρουμε. Καί τούς παρακαλοῦμε νά εὔχονται γιά μᾶς, ὥστε νά μένουμε στήν ἴδια μέ ἐκείνους χάρη, δηλαδή στή χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.
Ακολουθείν/ – Tου Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη

aktines

Θεολογική ερμηνεία της εικόνας της Αναλήψεως.


Θεολογική ερμηνεία της εικόνας της Αναλήψεως.

Στην εικόνα της Αναλήψεως ο Κύριος με φωτεινά ενδύματα και κυριαρχική στάση, εικονίζεται μέσα σε «δόξα», που είναι άλλοτε στρογγυλή, όπως στην εικόνα μας και άλλοτε ελλειψοειδής. Κάθεται σε ουράνιο τόξο ευλογώντας με το ένα του το χέρι και κρατώντας όρθιο ειλητάριο με το άλλο. Το ειλητάριο είναι σύμβολο του διδασκάλου.
Τη «δόξα», μέσα στην οποία βρίσκεται ο Κύριος υποβαστάζουν δύο άγγελοι. Συμβολίζουν και εκφράζουν τη θεία μεγαλειότητα και εξουσία. «Ο Κύριος ως παντοδύναμος δεν είχε ανάγκη τους αγγέλους για να αναληφθεί στους ουρανούς). Σε μερικές εικόνες της Αναλήψεως οι άγγελοι δεν ανακρατούν το δίσκο της δόξας, αλλά ατενίζουν τον Κύριο σε στάση προσευχής. Όπως λένε τα τροπάρια της εορτής, απορούν και θαυμάζουν, γιατί ο Χριστός αναλήφθηκε όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως άνθρωπος, δηλαδή με το άφθαρτο και δοξασμένο σώμα του.
Άλλοτε οι άγγελοι εικονίζονται να σαλπίζουν σύμφωνα με το ψαλμικό στίχο «ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 6). Ο στίχος αυτός αναφέρεται αυτούσιος στην υμνολογία της Αναλήψεως, γιατί «ἡ εἰς οὐρανούς ἄνοδος διά τούτων (των λέξεων) τοῦ Κυρίου σημαίνεται» (Μ. Αθανάσιος, ΒΕΠ 32, 116).
β) Οι απόστολοι. Χωρισμένοι κάτω σε δύο ομίλους έχοντας την Παναγία στη μέση «θεωρούν τον αναλαμβανόμενο Κύριο με χειρονομίες και στάσεις που δηλώνουν έκπληξη, αμηχανία, θάμβος και ταραχή». Πίσω της βρίσκονται δύο λευκοφορεμένοι άγγελοι, που δείχνουν με υψωμένο το χέρι τον αναλαμβανόμενο Κύριο. Ως αγγελιοφόροι του Θεού διαβεβαιώνουν και παρηγορούν τους παριστάμενους πως ο Κύριος θα επανέλθει κατά τη Δευτέρα παρουσία του.
Στο κείμενο της Αγίας Γραφής (Λουκ. 24, 50-52. Πραξ. 1, 9-11) που αναφέρεται στην Ανάληψη, η Θεοτόκος δεν είναι ανάμεσα στα πρόσωπα που παραβρίσκονται στο γεγονός. Για την παρουσία της μας πληροφορεί η ιερά παράδοση, όπως τη βλέπουμε άλλωστε στα τροπάρια του εσπερινού της εορτής και το συναξάριο της ημέρας∙ «τήν γάρ ἐν τῷ πάθει σου μητρικῶς πάντων ὑπεραλγήσασαν (=που πόνεσε πιο πολύ), ἔδει καί τῇ δόξῃ τῆς σαρκός σου ὑπερβαλλούσης ἀπολαῦσαι χαρᾶς (Δοξαστικό της λιτής). Άξια προσοχής είναι η θέση και η στάση της Θεοτόκου στην εικόνα. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον υιό της και είναι άξονας της όλης σύνθεσης. «Η κάθετη γραμμή που ενώνει το κεφάλι του Σωτήρος με εκείνο της Θεοτόκου μοιράζει το σύνολο ακριβώς σε δύο όμοια μέρη, διασταυρώνεται με την οριζόντια γραμμή και σχηματίζει ένα τέλειο σταυρό» (Π. Ευδοκίμωφ). Οι απόστολοι με τις χειρονομίες τους και έχοντας τα κεφάλια τους στραμμένα προς τον Κύριο έρχονται σε αντίθεση με την ατάραχη κα ήρεμη μορφή της Παναγίας. Η ηρεμία της, όπως ειπώθηκε, εκφράζει την αναλλοίωτη αλήθεια της Εκκλησίας. Ο αγιογράφος της εικόνας μας θέλησε με τους αποστόλους που κυκλώνουν την Παναγία να παρουσιάσει την Εκκλησία, στην οποία ο Κύριος θα έστελνε την Πεντηκοστή το Άγιο Πνεύμα για να την ζωοποιήσει και κινητοποιήσει. Για την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές και της επιδημίας του στον κόσμο μιλούν και τα τροπάρια της Αναλήψεως.«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, ὁ τῶν Ἀγγέλων βασιλεύς, τόν Παράκλητον ἡμῖν ἐκ τοῦ Πατρός ἀποστεῖλαι» (α΄τροπάριον, ωδή δ΄). Έτσι τα δύο κοσμοσωτήρια και κοσμοϊστορικά γεγονότα, της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.
Δεξιά από τη Θεοτόκο, το πρώτο πρόσωπο που βλέπει στον ουρανό με το χέρι μπροστά στα μάτια του, είναι ο απόστολος Παύλος. Φυσιολογικά δεν έχει θέση μεταξύ των αποστόλων, γιατί η μεταστροφή του έγινε μετά την Ανάληψη. Στην εικόνα τοποθετείται συμβολικά. Θα γίνει κι αυτός μέλος της Εκκλησίας και μάλιστα εκλεκτό. Ο ορθόδοξος αγιογράφος αποσπά τον Παύλο από την εποχή του και τον συγκαταριθμεί μεταξύ των αποστόλων. Έτσι και η θέση του Ιούδα αναπληρώθηκε και η παράσταση της Εκκλησίας έγινε δυναμική, εκφραστική και συμβολική.
Τα υψωμένα σε δέση χέρια της Παναγίας θυμίζουν τον ρόλο της κοντά στον Υιό της. Είναι αυτή που παρακαλεί και μεσιτεύει. Όπως ψάλλει η Εκκλησία μας, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν, ἁμαρτωλοί πρός Θεόν, ἐν κινδύνοις καί θλίψεσιν, ἁεί μεσιτείαν». Παρακαλούμε τον Χριστό να μας σώσει και ελεήσει «ταῖς πρεσβίαις τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἁειπαρθένου Μαρίας».

Στην εικόνα η Θεοτόκος εικονίζεται ορθοστημένη, αλύγιστη. Με την ακινησία της φαίνεται να εκφράζει τα αμετακίνητα δόγματα της Εκκλησίας. Από το άλλο μέρος οι απόστολοι με τις διάφορες χειρονομίες τους συμβολίζουν τις διάφορες γλώσσες και τα ποικίλα μέσα, με τα οποία σπέρνεται ο λόγος του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων.

Ωραία παρατηρήθηκε: «Ένα αίσθημα ειρήνης, προσευχής και αίνου καλύπτει το παν, γιατί εκεί οπού βρίσκεται το κεφάλι τοποθετείται η χαρμόσυνη ελπίδα του σώματος», δηλαδή της Εκκλησίας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Όπως το είπε ο άγιος πάπας Λέων Α΄ (440-461): «Η Ανάληψη του Χριστού είναι δική μας ανύψωση και όπου η δόξα της Κεφαλής προπορεύτηκε, εκεί καλείται η ελπίδα του Σώματος».Πηγή: apostoliki-diakonia.gr

Εὐαγγέλιο Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ Ἰωάν. θ΄ 1-38


Εὐαγγέλιο Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ Ἰωάν. θ΄ 1-38

1 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος  Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.

13  Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ  Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ  Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς  Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ  Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35  Ἤκουσεν ὁ  Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Η δειλία των γονέων

Κάποιο Σάββατο ο Κύριος στην Ιερουσαλήμ συνάντησε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Και αφού έφτιαξε πηλό με το σάλιο του, έχρισε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού. Δοκιμάζοντας όμως την πίστη του, δεν τον θεράπευσε αμέσως, αλλά του είπε: «Πήγαινε, νίψε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ». Κι ο τυφλός υπάκουσε αμέσως. Και το θαύμα έγινε! Όσοι όμως τον έβλεπαν κατόπιν υγιή απορούσαν: «Δεν είναι αυτός ο τυφλός που ζητιάνευε;». Άλλοι έλεγαν «αυτός είναι», άλλοι όμως έλεγαν «είναι κάποιος που του μοιάζει». Εκείνος όμως τους διαβεβαίωνε ότι είναι ο ίδιος. Κι αυτοί έκπληκτοι απορούσαν: «Πώς θεραπεύτηκαν τα μάτια σου;». Κι εκείνος με θάρρος εξηγούσε, πώς έγινε το θαύμα.

Κι όταν κατόπιν τον οδήγησαν στους Φαρισαίους, άρχισε μία νέα ανάκριση: «Πώς βρήκες το φως σου;». Κι ενώ εκείνος τους εξήγησε, οι Φαρισαίοι δεν ήθελαν να το παραδεχθούν. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν για τον Κύριο: «Αυτός δεν είναι απεσταλμένος του Θεού, διότι δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως απαντούσαν: «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια μεγάλα θαύματα;». Κι άρχισαν πάλι να εξετάζουν τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν;». Κι αυτός τους είπε: «Εγώ λέω ότι είναι προφήτης».

Οι Φαρισαίοι όμως επιμένουν στην άρνηση. Γι’ αυτό φωνάζουν τους γονείς του και τους ρωτούν: «Αυτός είναι ο γυιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Και πώς τώρα βλέπει;». Οι γονείς όμως φοβισμένοι μήπως τους διώξουν από τη Συναγωγή απάντησαν: «Αυτός είναι ο γυιος μας και πράγματι τυφλός γεννήθηκε. Πώς όμως τώρα βλέπει, δεν ξέρουμε. Ώριμη ηλικία έχει, ρωτήστε τον.».

Οι γονείς λοιπόν αποφεύγουν να δώσουν σαφή απάντηση για το θαύμα. Φοβούνται και τρέμουν καθώς βλέπουν τους Φαρισαίους να μιλούν με θυμό και απειλές, για να τους εκφοβίσουν. Κι απαντούν μόνο στις δύο πρώτες ερωτήσεις τους. Στην τρίτη σιωπούν, ενώ ήταν βέβαιοι για το θαύμα και όφειλαν να απαντήσουν από ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο που θεράπευσε το παιδί τους. Αλλά αυτοί τρομοκρατημένοι άφησαν τον γυιο τους μόνο του να σηκώσει το βάρος των απειλών των Φαρισαίων.

Η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές μέσα στην πορεία της Εκκλησίας. Το ίδιο συμβαίνει και στις μέρες μας, που τόσο μεγάλη πολεμική γίνεται εναντίον του Χριστού και της Εκκλησίας μας. Οι συκοφαντίες και οι κατηγορίες πολλές, οι έμμεσες απειλές ύπουλες και ο φόβος κάνει πολλούς να φοβούνται να πουν την αλήθεια για πολλά θέματα πίστεως, να δειλιάζουν να πάρουν θέση και μάλιστα ενώπιον ανθρώπων που κατέχουν κάποια μεγάλη θέση στην κοινωνία· για να μην εκτεθούν, για να μην κινδυνεύσει η σταδιοδρομία τους, για να τα έχουν καλά με όλους. Έτσι προδίδουν το πιστεύω τους και καταπατούν τη συνείδησή τους. Όσους φοβόμαστε να ομολογήσουμε αυτό που πιστεύουμε και να υπερασπιστούμε την Εκκλησία μας, θα μας αρνηθεί κι ο Κύριος κατά την φοβερή ημέρα της κρίσεως.

Η ομολογία του πρώην τυφλού

Οι Ιουδαίοι αναστατωμένοι φώναξαν και πάλι τον πρώην τυφλό και του είπαν: «Δόξασε τον Θεό, ομολογώντας ότι πλανήθηκες. Ο άνθρωπος που σε θεράπευσε είναι αμαρτωλός, αφού καταλύει την αργία του Σαββάτου».

Εκείνος όμως με παρρησία και θάρρος απάντησε: «Εάν ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός δεν ξέρω. Ξέρω όμως πολύ καλά ότι ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω».

Κι αυτοί ξαναρωτούν: «Πώς σου άνοιξε τα μάτια;». Κι εκείνος ακόμη πιο θαρρετά απαντά: «Λίγο πριν σας το είπα και δεν θελήσατε να το παραδεχθείτε. Γιατί τώρα θέλετε ν’ ακούσετε πάλι τα ίδια; Μήπως θέλετε κι εσείς να γίνετε μαθητές του; Κι έπειτα ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς. Αλλά και ποτέ δεν ακούσθηκε, από τότε που έγινε ο κόσμος, ότι θεράπευσε κάποιος μάτια ανθρώπου που είχε γεννηθεί τυφλός».

Εκείνοι τώρα εξαγριωμένοι του λένε: «Εσύ γεννήθηκες βουτηγμένος στην αμαρτία και διδάσκεις εμάς;». Και τον έδιωξαν. Βρήκε όμως ο Κύριος τον πρώην τυφλό και του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;». «Και ποιος είναι, Κύριε, για να τον πιστεύσω;», αποκρίθηκε εκείνος. Είπε τότε σ’ αυτόν ο Ιησούς: «Αυτός που σου μιλάει, εκείνος είναι». «Πιστεύω, Κύριε», απαντά με ειλικρίνεια ο πρώην τυφλός. Και Τον προσκύνησε ως Υιό του Θεού.

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η ομολογία του πρώην τυφλού. Η παρρησία του εκδηλώνεται ολοένα και πιο θαυμαστή. Ομολογεί αρχικώς γεμάτος ευγνωμοσύνη στους γνωστούς το θαύμα. Και, όταν οδηγείται μπροστά στους τυφλωμένους από την κακία Φαρισαίους, δεν κάμπτεται από τις απειλές τους και την ασφυκτική τους πίεση. Περιγράφει και πάλι το θαύμα και ομολογεί χωρίς να φοβάται ότι ο Ιησούς είναι προφήτης. Κι όταν οι Φαρισαίοι απαιτούν να ομολογήσει ότι πλανήθηκε, αυτός ακάθεκτος επιμένει στην αλήθεια. Και τελικά προτιμά να φύγει μακριά τους, μένοντας σταθερός στην ομολογία του, ό,τι κι αν αυτό θα του κοστίσει.

Και μας διδάσκει ο άνθρωπος αυτός, ο πρώην τυφλός, να ομολογούμε κι εμείς την αλήθεια με θάρρος, με ενθουσιασμό και καύχηση, όπου και όταν μας το ζητάει αυτό ο Κύριος. Και γιατί να το κάνουμε αυτό; Διότι ο Χριστός μας άνοιξε τα τυφλά μάτια της ψυχής, μας έμαθε να ζούμε, να πορευόμαστε, να ελπίζουμε. Γεμάτοι ευγνωμοσύνη λοιπόν κι εμείς να ομολογούμε τον ευεργέτη μας. Είναι προτιμότερο να μείνουμε απομονωμένοι ομολογώντας την αλήθεια, παρά να είμαστε φίλοι όλου του κόσμου συμβιβασμένοι με το ψέμα. Και ο Χριστός θα μας ευλογήσει. Θα μας ομολογήσει ως παιδιά του αγαπημένα και θα μας καταστήσει πολίτες της Βασιλείας του.

http://www.xfd.gr

Ποιο είναι «τό ὕδωρ τό ζῶν»


Ποιο είναι «τό ὕδωρ τό ζῶν»

Ποιο όμως είναι «τό ὕδωρ τό ζῶν» για το οποίο μίλησε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα; Είναι η Χάρις του Θεού. Ο Κύριος πήρε αφορμή από το φυσικό νερό του πηγαδιού και τη φυσική δίψα κάθε ανθρώπου για να διδάξει το μυστήριο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η ζέστη του μεσημεριού, ο έρημος τόπος, το πηγάδι, η στάμνα, το νερό, η δίψα, όλα συντέλεσαν ως εικόνες για να περιγράψει ο Κύριος το μυστήριο της θείας Χάριτος, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει. Και ονομάζει ο Κύριος τη χάρη του Αγίου Πνεύματος «ὕδωρ ζῶν», διότι η Χάρις του Θεού καθαρίζει την ψυχή του ανθρώπου από κάθε μολυσμό, την ξεκουράζει και τη δροσίζει από το λίβα της αμαρτίας. Και τη ζωογονεί, ικανοποιεί όλους τους ανώτερους πόθους της, τη γεμίζει με όλες τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, της μεταγγίζει ζωή αιώνιο.
Και το νερό αυτό της ζωής μάς το παρέχει ο Κύριος όχι στο πηγάδι του Ιακώβ αλλά στην αγία του Εκκλησία. Εκεί με τα ιερά Μυστήρια μας μεταγγίζει ζωή, μας παρέχει άφεση, λύτρωση, χορτασμό, σωτηρία. Μας αναγεννά σε νέα ζωή, όπως συνέβη και με τη Σαμαρείτιδα, η οποία έγινε στο εξής αφοσιωμένη μαθήτρια του Κυρίου, ισαπόστολος, αγία, η αγία Φωτεινή. Και έτρεξε στα πέρατα της γης για να μεταδώσει το μυστήριο που έζησε, το μυστήριο της θείας Χάριτος.
Περιοδικό «Ο Σωτήρ»
Πηγὴ: http://www.facebook.com/sofia.xanthopoyloy