Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων


Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων

Ὡς σύνδεσμος ἀνάμεσα στὶς κινητὲς ἑορτὲς τοῦ κύκλου τοῦ Πάσχα καὶ τὶς ἀκίνητες λεγόμενες τοῦ ἡμερολογιακοῦ κύκλου τέθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων. Δὲν τέθηκε φυσικὰ γιὰ νὰ ἔχουν μία ἡμέρα ἑορτῆς ὅσοι δὲν ἔχουν ὄνομα ἑορτάζοντος Ἁγίου, διότι οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ δὲν ἑόρταζον ὀνομαστήρια, ἀλλὰ πνευματικὰ γεννέθλια σὲ ἀντικατάσταση τῶν Ρωμαϊκῶν σαρκικῶν γεννεθλίων, ἑόρταζον δηλαδὴ οἱ χριστιανοὶ τὴν ἡμέρα τῆς Βαπτίσεώς των, ἡμέρα ποὺ ἐγεννήθησαν πνευματικῶς ἀπὸ τὴν ἱερὰ κολυμβύθρα, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ καὶ ἕνα κριτήριο γιὰ ἐμας οἱ ὁποῖοι τόσον ἀφελῶς ἐγκαταλλείπομε καὶ αὐτὴ τὴν καλὴ συνήθεια τῶν ὀνομαστηρίων ἑορτῶν τῶν παιδιῶν μας καὶ ἐπιστρέφομε ἐν τῇ πράξει στὶς Ρωμαϊκὲς εἰδωλολατρικὲς συνήθειες με τὴν ἐπανεισαγωγή τῶν σαρκικῶν γεννεθλίων στὶς ἑορτὲς τῶν παιδιῶν μας καὶ τὴν τοποθέτηση σὲ δεύτερη μοῖρα τῶν ὀνομαστηρίων τους μὲ τὴν ἀπόδωση τιμῆς πρός τοὺς Ἁγίους μας.

Ἀφοῦ λοιπὸν ζήσαμε τὸ θεῖο δράμα, γίναμε μέτοχοι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ φωτισθήκαμε ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν παρελθοῦσα Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀφοῦ ἐμπεδώσαμε τὰ νοήματα τῆς Πίστεως, ἐρχόμεθα σήμερα νὰ τιμήσωμε Πάντας τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας θέτοντες αὐτοὺς ὡς πρότυπα στὴν ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ πέρα ἐν Χριστῷ Ζωή μας.

Δίδει, δηλαδὴ, ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τὸ στίγμα καὶ ὁριοθετεῖ τὰ πλαίσια τῆς χριστιανικῆς πλέον ζωῆς, προσδιορίζει οὐσιαστικὰ τὸ στόχο καὶ ὁρίζει τὸ σκοπό της. Ἐὰν δὲν ἐπιδιώκομε ὡς χριστιανοὶ τὸν ἁγιασμὸ, δὲν ἀπορρίπτομε μόνον τὴν ἰδιότητα αὐτὴ, τοῦ χριστιανοῦ, χάνομε τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς, ἐπιστρέφομε στὴν ἐποχὴ τοῦ σκότους τῆς ἀγνοίας, ὑπαρξιακὰ ἀποτυγχάνουμε, αὐτοκαταδικαζόμεθα ἔτσι στὴν κόλαση ἀρνούμενοι τὸν Χριστὸ.

Ὁ ἁγιασμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀπόκτηση προσωπικῆς ἐπαφῆς καὶ σχέσης μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ εἶναι στὴν πραγματικότητα ὁ σκοπὸς τῆς προσευχῆς, ἡ ἀπόκτηση αὐτῆς τῆς προσωπικῆς σχέσης. Ὅταν αὐτὴ ἡ σχέση εἶναι ζωντανὴ, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή του, δὲν φοβᾶται πλέον κανένα καὶ τίποτε, τὸ μόνο ποὺ φοβᾶται εἶναι νὰ μὴν χάσῃ, μὲ τὰ ἔργα του, αὐτὴ τὴν ἐπαφὴ καὶ σχέση μὲ τὸν Χριστό.

Αὐτὸ ἔκαναν πρᾶξι στὴ ζωή τους οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ὑπέφεραν τὰ πάνδεινα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως· «… κατηγωνίσαντο βασιλείας, ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν,…. ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον…» ἀκούσαμε στὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα· Ποία διαφορὰ μὲ τὴ στάση πολλῶν ἀπὸ ἑμᾶς ποὺ ντρεπόμεθα νὰ κάνωμε δημοσίως τὸν Σταυρό μας, ντρεπόμεθα νὰ ἐκκλησιασθοῦμε γιατὶ φοβούμεθα τὴν εἰρωνία τῶν θαμώνων τοῦ καφενείου, ἀναρωτιέται κανεὶς πόσο χριστιανοὶ εἴμαστε… «…Ἐὰν κάποιος μὲ ἀρνηθῇ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιο», ἀκούσαμε ὅμως σήμερα τὸν Κύριο…

Ἡ προσευχή μας ἑπομένως ἄς εἶναι αὐτὴ. Νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Κυριος τὴν ἀγάπη τῶν Ἁγίων του πρὸς τὸ πρόσωπό Του καὶ τὴν ἀνάπτυξι προσωπικῆς σχέσεως μαζί Του. Ἀμὴν.

Advertisements

Τὸ κύρηγμα τῆς ἡμέρας (Κυριακῆς τοῦ τυφλοῦ)


Τὸ κύρηγμα τῆς ἡμέρας (Κυριακῆς τοῦ τυφλοῦ)

Τὰ ἀπλὰ νοήματα ἀπὸ τὴ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ καλούμαστε νὰ μεταφέρουμε στὴν καθημεριότητά μας, ὥστε νὰ ὠφεληθοῦμε στὸ βαθμὸ ποὺ μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε, διότι αὐτὴ ἡ ἀδυναμία κατανοήσεως τῶν νοημάτων ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς περιστάσεις ποὺ ἔρχονται στὴ ζωή μας, ἰσοδυναμεῖ μὲ τύφλωση πνευματικὴ, καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ τύφλωση τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ὁ ποιητὴς τῶν ὕμνων ποὺ ἀκούσαμε σήμερα.

«Διπλὰς» λέει «τὰς ὶάσεις, Κύριε, τοῖς νοσοῦσιν ἐχορήγης», ἔδιδες διπλὲς τὶς ἰάσεις στοὺς νοσοῦντες, διότι ἐθεράπευσες ὄχι μόνο τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ σώματος τοῦ τυφλοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς τῆς ψυχῆς. Κὶ ἐπέστρεψε, λέει ἐπίσης γιὰ τὸν τυφλὸ, «…βλέπων τὸ φῶς σου, Χριστέ μου».

Εἴμαστε τυφλοὶ ὅπως αὐτοὶ οἱ ἰουδαῖοι ποὺ ρωτοῦσαν τὸν Κύριο ποιὸς ἁμάρτησε, ὁ ἴδιος ὁ τυφλὸς, ἤ ἔπταιξαν οἱ γονεῖς του, καὶ γεννήθηκε τυφλός.

Αὐτὸ τὸ γεγονὸς, ἡ ὕπαρξη τοῦ τυφλοῦ ἀνάμεσά τους, ἀποτέλεσε κριτήριο συμπεριφορᾶς καὶ ἀπόδειξη τῆς πνευματικῆς τους καταστάσεως. Σὲ αὐτὸ τὸ στοιχεῖο θὰ ἐπιμείνουμε καὶ δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ ἄλλα, βαθύτερα ἤ πιὸ ἐκλεπτισμένα νοήματα καὶ συμπεράσματα, διότι πρῶτα μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἐξαγωγὴ συμπερασμάτων καὶ διδαγμάτων χρησίμων στὴν καθημερινή μας ζωὴ ποὺ πρέπει πρώτα νὰ φροντίζουμε νὰ ἐπιμελούμαστε γιὰ νὰ προκώπτουμε πνευματικὰ βάζοντας σὰν θεμέλιο τὰ μικρὰ καὶ καθημερινά μας.

Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας, ἀλλὰ καὶ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, λένε ὅτι ὁ νόῦς εἶναι τὸ κέντρο καὶ τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. «Νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀκούει». Μᾶς συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ γίνωνται πράγματα καὶ νὰ λέγωνται μπροστά μας, ποὺ ὅμως δὲν ἀντιλαμβανόμαστε γιατὶ ὁ νοῦς μας «εἶναι ἀλλοῦ». Τὸ ἴδιο τυφλοὶ εἴμαστε ὅταν δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὶς βαθύτερες αἰτίες τῶν πραγμάτων καὶ μένουμε στὴν ἐπιφάνεια, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὲς φορὲς νὰ συμπεριφερώμαστε καὶ ἀνόητα, θὰ ἔλεγε κανείς, καὶ ἀνάρμοστα σὲ μᾶς, ποὺ σὰν χριστιανοὶ ποὺ εἴμαστε θὰ ἔπρεπε νὰ βλέπουμε πιὸ ὥριμα καὶ πιὸ ἀνθρώπινα ἀκόμα.

Καὶ τὸ θέμα εἶναι φυσικὰ ἡ ὕπαρξι ἀνάμεσά μας ἀνθρώπων ποὺ εἴτε ἔχουν κάποιο μόνιμο πρόβλημα καταστάσεως στὴν ὑγεία τους, ὅπως μιὰ ἀναπηρία, ἤ καὶ στὴν οἰκονομική τους κατάσταση. Πραγματικὰ ἐδὼ συμβαίνει νὰ μὴν ἀντιλαμβανώμστε τὰ πράγματα καὶ νὰ μήν τὰ τοποθετοῦμε στὴ σωστή, πνευματική τους βάσι. Εἰρωνευόμαστε τὸν ἀνάπηρο, τὸν διανοητικὰ καθυστερημένο, τὸν φτωχό. Ἐμπαίζουμε πολλὲς φορὲς τὸν ἐνδεὴ ἀδελφό μας, δὲν λογαριάζουμε καθόλου, οὔτε κἄν ὡς ἄνθρωπο ἐκεῖνον ποὺ συμβαίνει νὰ μὴν ἔχει χρήματα. Λέμε πολλὲς φορὲς μὲ ἔπαρσι σὲ κάποιον «ποιὸς εἶσαι;» ἐννοῶντας ὅμως στὴν πραγματικότητα «τὶ ἔχεις», ἤ «πόσα χρήματα ἔχεις». Στὴ συνείδησί μας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφράζῃ ἄποψι κάποιος ποὺ δὲν ἔχει σεβαστὴ περιουσιακὴ κατάστασι. Μάλιστα συνηθίζουμε νὰ ὑποκλινώμαστε μπροστὰ καὶ στὶς ἀνοησίες ὅσων θεωροῦμε πλουσίους καὶ νὰ εἰρωνευώμαστε τὶς ἀπόψεις τῶν φτωχῶν, ὅσο σοφὲς κι ἄν εἶναι.

Τὸ πλέον ὅμως ἀπάνθρωπο, ὅπως θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ, εἶναι ὅταν ἐμπαίζουμε τοὺς ἀνήμπορους ἀδελφούς μας.

Ἡ πνευματική μας τύφλωση βρίσκεται λοιπὸν περισσότερο ἐδὼ. Ἀδυνατοῦμε νὰ δούμε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας ὅτι ἡ ὕπαρξι ἀνάμεσά μας ἀνθρώπων ποὺ μᾶς ἔχουν ἀνάγκη εἶναι στὴν πραγματικότητα εὐλογία ἀπὸ τὸ Θεό, γιατὶ μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ δείξουμε τὴν ἀνθρωπιά μας, νὰ δείξουμε τὴν εὐεργετική μας διάθεση, νὰ κάνουμε πρᾶξι ἕνα κάτι λίγο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ἀντίθετα, μὲ τὴ συμπεριφορά μας μετατρέπουμε τὴν εὐλογία σὲ κατάρα.

Δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε περισσότερα. Δὲν μᾶς ὠφελοῦν τὰ ὑψηλὰ θεολογικὰ νοήματα ὅταν παραβλέπουμε τὰ μικρὰ καὶ καθημερινά. Ὁ τυφλός πίστεψε στὸν Χριστό και ὁμολόγησε τὴν Θεότητά του. Ἄφησε ἀνοικτή τὴν ὕπαρξί του γιὰ νὰ δεχθῇ τὶς εὐεργετικές του ἐνέργειες καὶ νὰ βρῇ τὸ φῶς του. Ἡ σωματική τυφλότητα ἀφήνει κάποιους συνανθρώπους μας νὰ ἔχουν τὴ δική τους δοκιμασία στὴ ζωή.
Τὰ συμπτώματα ὅμως τῆς ψυχικῆς τύφλωσης εἶναι πολύ πιὸ φοβερά γιατί δὲν ἀφήνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ δεχθῇ στὴ ζωή του τὴν χαρά τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ τὸν ἀφήνουν νὰ ἀσφυκτιᾷ στὶς ἀναθυμιάσεις τοῦ θανάτου.
Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό ποὺ ἔλεγε στοὺς ψαλμούς του ὁ Δαυΐδ: «Κύριε, φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον».

Ἄς προσευχώμαστε μὲ θέρμη στὸν Κύριό μας, νὰ ἀνοίξῃ καὶ τὰ δικά μας ψυχικὰ μάτια, ὥστε νὰ βλέπουμε ἕνα ἐπίπεδο πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων καὶ νὰ προκώβουμε πνευματικὰ ἀξιοποιῶντας κάθε εὐκαιρία ποὺ μᾶς δίνει μὲ τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς. Ἀμὴν.

ΤΟ ΚΥΡΗΓΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ (τῆς Κυριακῆς τῆς Σαμαρείτιδος)


ΤΟ ΚΥΡΗΓΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Λίγα λόγια σὲ μιὰ προσπάθεια προσέγκισης

 «Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.» (Ιωάν. δ΄42)

«ἐγένετο δὲ…χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς χριστιανούς…» (Πραξ. ια΄26)

Ἡ ὁμολογία πίστεως τῶν Σαμαρειτῶν, ὄχι πλέον μόνον ἐπειδὴ τοὺς ἐβεβαίωσε ἡ γυναίκα, ἡ Σαμαρείτις, ὅτι βρῆκε ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος φανέρωσε ὅλες της τὶς πράξεις, ἄλλὰ ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι κατεννόησαν ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου, αὐτὴ ἡ ὁμολογία ὤφείλει νὰ βρίσκεται στὰ λόγια καὶ στὰ ἔργα μας, ὡς χριστιανῶν, ποὺ ὅπως ἀκούσαμε καὶ στὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας, χριστιανὸς σημαίνει μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, «…χρηματίσαι τε ἐν Ἀντιοχείᾳ πρῶτον τοὺς μαθητὰς χριστιανούς…» (συνέβη στὴν Ἀντιόχεια νὰ ὀνομασθοῦν γιὰ πρώτη φορὰ οἱ μαθηταὶ χριστιανοὶ).

Αὐτὴ ἡ ὁμολογία πίστεως ἀκολουθεῖται φυσικὰ ἀπὸ τὴν προσπάθεια γιὰ ἐπίγνωση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως καὶ τοῦτο συνεπάγεται ἡ μαθητεία. Ἑπομένως ἡ Ἐκκλησία κατανοεῖται ἐδὼ ὡς τὸ σχολεῖο στὸ ὁποῖο ἐγγραφήκαμε μὲ τὴ Βάπτισί μας καὶ, ὡς ἐπιμελεῖς μαθηταί, παρακολουθοῦμε ἀνελλειπῶς τὰ μαθήματα, συμμετέχουμε μὲ τὶς ἐργασίες-πράξεις μας στὴν ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία καὶ ἀγωγὴ καὶ ἐργαζόμαστε καὶ ἐλπίζουμε γιὰ τὴν πνευματική μας προαγωγή.

Ἐδὼ ἔχει θέσι νὰ δοῦμε καὶ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας τοῦ Ἐκκλησιασμοῦ μας σὲ συνάρτησι τῶν ὅσων ἀκούσαμε νὰ λέῃ ὁ Κύριος γιὰ τὴν προσευχή.

Ὁ Κύριος εἶπε «…ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν …». Κατὰ συνέπεια δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὰ τόπος ὅπου ὠφείλουμε οἱ χριστιανοὶ νὰ προσευχώμεθα ἀποκλειστικά. Κάθε τόπος καὶ κάθε ὥρα καὶ καιρὸς εἶναι πρόσφορος γιὰ τὴν προσευχὴ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παραγγέλλει «… ἀδιαλλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε», νὰ προσευχώμαστε δηλαδὴ συνεχῶς καὶ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ κάθε τὶ καὶ σὲ κάθε τόπο καὶ κάθε περίστασι. Αὐτὸ διδάσκουν καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖοι ἔκαναν πρᾶξι καθημερινὴ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου καὶ γι αὐτὸ εἶναι καὶ οἱ ἀληθινοί του μαθηταί. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει ὅτι πρέπει νὰ μνημονεύωμε τὸν Θεὸν σὲ κάθε μας ἀνάσα («…τοῦ Θεοῦ μνημονευτέον, ἤ ἀναπνευστέον»).

Ἐφ᾿ ὅσον λοιπὸν ἡ προσευχὴ εἶναι ἀδιάλλειπτο καὶ ἀδιάκοπο καθῆκον τῶν χριστιανῶν προκύπτει αὐτομάτως καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῆς σημασίας τοῦ Ἐκκλησιασμου τῆς Κυριακῆς ὡς τῆς κατ᾿ ἐξοχὴν κοινῆς προσευχῆς τῆς κάθε τοπικῆς χριστιανικῆς κοινότητος-ἐνορίας γιὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ τέλεσι τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστείας, τῆς Θείας Λειτουργίας δηλαδὴ, τὴν ὁποία δὲν παρακολουθοῦμε ὡς ἀπλοὶ παρατηρηταί, ἀλλὰ συμμετέχουμε σ᾿ αὐτὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἄλλος παρασκευάζει τὸ πρόσφορο, ἄλλος ψάλλει, ἄλλος κρατᾶ τὸ μανουάλι, ἄλλος βοηθᾶ στὸ θυμίαμα, ἄλλος ἑτοιμάζει τὸ ζέον. Ὁ ἴδιος ὁ ὅρος «λειτουργία» φανερώνει τὴν οὐσία της, λεῖτος=λαὸς + ἔργον =ἔργον τοῦ λαοῦ, ἕνα ἔργο ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας στὶς τακτικὲς συνάξεις τους γιὰ τὴν ἐξέτασι τῶν κοινῶν προβλημάτων ἔδωσαν αὐτὸ τὸ ὄνομα «Ἐκκλησία», δηλαδὴ συγκέντρωση μετὰ ἀπὸ πρόσκλησι, καὶ τὶς ἄρχιζαν τὶς συνάξεις τους πάντοτε μετὰ ἀπὸ ἐπίκλησι τῶν θεῶν τους καὶ ἀνάλογη τελετή. Ἔλεγαν χαρακτηριστικὰ «…ἀπὸ Θεοῦ ἄρξασθαι», δηλαδὴ νὰ κάνουν τὴν ἀρχὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ ἐπίκλησί του καὶ δέησι πρῶτα πρὸς αὐτόν καὶ μετὰ νά ἐξετάσουν τὰ θέματα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσαν. Ὁ Ἐκκλησιασμὸς δηλαδὴ εἶναι κάτι τὸ φυσικὸ στὸν Ἕλληνα καὶ τὴν κοινωνικὴ καὶ δημόσια ζωή του, καὶ αὐτὸς εἶναι, ἐὰν προεκτείνουμε τὸ λόγο καὶ ἡ οὐσία καὶ τῆς δημοκρατίας του ἀνὰ τοὺς αἰῶνας.

Αὐτὰ τὰ λίγα θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποτελέσουν μία προσπάθεια προσεγκίσεως καὶ ἐξαγωγῆς κάποιων μερικῶν σκέψεων καὶ συμπερασμάτων, γιὰ τὴν προσωπικὴ, ἀλλὰ καὶ τὴ δημόσια ζωή μας, ἀπὸ τὴ σημερινὴ περικοπή. Ἄς ἀποτελεῖ αἴτημα στὴν προσευχή μας νὰ μᾶς φωτίζῃ ὁ Θεὸς νὰ κατανoοῦμε σιγά-σιγὰ περισσότερα καὶ νὰ πράττωμε τὰ ἀνάλογα. Ἀμήν